4 νέoι ambient δίσκοι για τον Μάιο
Γιάννης Παπαϊωάννου

   

Μέσα σε drones, εύθραυστα μοτίβα και διαλυμένες μελωδίες, ο ήχος μαθαίνει ξανά να αναπνέει χωρίς να απολογείται.

Markus Guentner – On Brutal Soil, We Grow (Affin)

Το On Brutal Soil, We Grow δεν είναι "φωτεινό" με την εύκολη έννοια. Ούτε ανοίγει πανέμορφους ορίζοντες, ούτε υπόσχεται κάποια λύτρωση. Αντίθετα, μοιάζει περισσότερο σαν εκείνες τις στιγμές που μπορεί να περπατάς νύχτα και για κάποιο λόγο δεν φοβάσαι τίποτα πια. Οι υφές του Markus Guentner απλώνονται αργά, σαν να δοκιμάζουν τον χώρο πριν τον κατοικήσουν. Το άνοιγμα "The Future Behind Us" μοιάζει με μια υπόσχεση που δεν ξέρεις αν θα κρατηθεί, ένα κύμα που φουσκώνει αργά, αλλά χωρίς να σκάει ποτέ εκεί που το περιμένεις. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σχεδόν στατική κίνηση, κάτι μετατοπίζεται. Οι μελωδίες δεν είναι πια απλώς σκιές, αποκτούν μια αχνή, σχεδόν τρεμάμενη υπόσταση. Δεν σε καθοδηγούν, αντιθέτως σου δείχνουν που μπορείς να τις βρεις. Είναι σαν να ψάχνεις σήμα σε μια παλιά κασέτα που έχει φθαρεί από τον χρόνο, και κάπου εκεί, ανάμεσα στα παράσιτα, εμφανίζεται κάτι που θυμίζει ένα συναίσθημα.

Υπάρχει μια επιμονή σε αυτόν τον δίσκο που δεν κάνει θόρυβο. Δεν είναι ηρωική, δεν είναι καν “inspiring” με τον τρόπο που θα το πουλούσε ένα δελτίο τύπου. Είναι πιο κοντά σε αυτό που θα έλεγε ο Beckett: «I can’t go on, I’ll go on». Κάπως έτσι και ο Guentner δεν αλλάζει δραματικά κατεύθυνση, ούτε κάνει reboot στον ήχο του. Συνεχίζει. Και αυτή η συνέχεια γίνεται το ίδιο το νόημα. Σε σημεία, ο ήχος γίνεται σχεδόν "υλικός", σαν να ακουμπάς μέταλλο που έχει μείνει στον ήλιο όλη μέρα. Σε άλλα, αραιώνει τόσο που φοβάσαι ότι θα διαλυθεί. Εκεί είναι που λειτουργεί καλύτερα: στο όριο της διάλυσης. Σαν να σου θυμίζει ότι η αντοχή δεν είναι ποτέ συμπαγής, είναι πάντα κάτι που τρεμοπαίζει.

Αν το Black Dahlia ήταν μια βουτιά χωρίς επιστροφή, εδώ έχουμε κάτι πιο επικίνδυνο: την ιδέα ότι μπορείς να επιστρέψεις, αλλά δεν θα είσαι ο ίδιος. Ο Guentner δεν σε σώζει, δεν σου δίνει απαντήσεις. Σου δίνει απλώς χώρο. Και μέσα σε αυτόν τον χώρο, αν αντέξεις τη σιωπή του, ίσως αρχίσεις να ακούς κάτι που μοιάζει με συνέχεια. Και κάπου εκεί, σχεδόν ειρωνικά, καταλαβαίνεις ότι αυτός ο δίσκος δεν μιλά για καμία δύναμη. Μιλά για την επιμονή. Κι αυτό, στις μέρες μας, είναι πολύ πιο σπάνιο.

Βαθμολογία: 7.5/10


Radio Hito – L'uso e gli attributi del cuore (Maple Death Records)

Kάποιοι δίσκοι σμιλεύονται αργά, σαν να τρίβονται πάνω στο ίδιο τους το βάρος, μέσα στον χρόνο. Το L’uso e gli attributi del cuore της Radio Hito είναι ένα έργο που δεν "φτιάχτηκε" απλώς, αλλά πέρασε από σώματα, αίθουσες, μικρόφωνα, από βλέμματα κοινού σε διαφορετικές πόλεις, μέχρι να καταλήξει σε αυτή τη σχεδόν εύθραυστη, αλλά απόλυτα εστιασμένη μορφή. Το όνομα Radio Hito είναι αυτό που συνοδεύει το πρότζεκτ της ιταλο-βιετναμέζας καλλιτέχνιδας Nguyễn Zen Mỹ, η οποία ζει στις Βρυξέλλες. Η Nguyễn Zen Mỹ δεν ενδιαφέρεται να σε εντυπωσιάσει. Στήνει έναν μικρό χώρο, σχεδόν άδειο: φωνή και κάτι Casio που κουβαλάνε μέσα τους όλη την ειρωνεία της ψηφιακής εποχής. Φυσικά όχι για να δοξάσει κάποιο "lo-fi" στυλ, αλλά περισσότερο σαν εργαλεία που θυμίζουν ότι η συγκίνηση δεν χρειάζεται καμία πολυτέλεια για να υπάρξει. Αντί για πιάνο και βαριές παραδόσεις, εδώ έχουμε MIDI σκιές και επαναλήψεις που μοιάζουν με ψίθυρο που δεν ολοκληρώνεται ποτέ.

Η φωνή της κινείται κάπου ανάμεσα σε αφήγηση και διάλυση. Δεν τραγουδά με την κλασική έννοια, ούτε ερμηνεύει για να σε πείσει. Είναι σαν να δοκιμάζει τις λέξεις, να τις αφήνει να αιωρούνται, να αποσύρεται πριν αυτές αποκτήσουν πλήρες νόημα. Κι εκεί είναι που αρχίζει να δουλεύει ο δίσκος: σε αυτή την ελλειπτικότητα, σε αυτή την άρνηση να "κλείσει" το συναίσθημα. Οι δέκα συνθέσεις λειτουργούν σαν ένας κύκλος που δεν κορυφώνεται ποτέ. Δεν υπάρχει λύτρωση, ούτε δραματική καμπύλη. Αντίθετα, υπάρχει μια εμμονική επιστροφή, μια σχεδόν τελετουργική επανάληψη που σε φέρνει πιο κοντά όχι στο νόημα, αλλά στην απουσία του. Κάποιος μπορεί να πει ότι αυτό είναι minimal. Κάποιος άλλος ότι είναι τραγούδια για την εποχή των data. Και οι δύο θα χάσουν το βασικό: εδώ δεν έχουμε να βρούμε το genre, αλλά να εστιάσουμε στη στάση. Μια πειθαρχία σχεδόν ασκητική, που αρνείται τον θόρυβο και επενδύει στη λεπτομέρεια. Στο πώς μια συλλαβή μπορεί να σταθεί λίγο παραπάνω απ’ όσο "πρέπει". Στο πώς ένα φτηνό ψηφιακό όργανο μπορεί να γίνει φορέας μνήμης.

Υπάρχει κάτι βαθιά μοναχικό σε αυτόν τον δίσκο, αλλά όχι μίζερο. Περισσότερο σαν εκείνες τις ώρες που κάθεσαι μόνος και ξαφνικά ο κόσμος δεν ζητάει τίποτα από σένα, αλλά σε αφήνει να υπάρξεις μέσα σε ένα ημιτελές νόημα. Η Radio Hito φτιάχνει μικρά, ασταθή οικοσυστήματα όπου η φωνή και ο ήχος διαπραγματεύονται την ύπαρξή τους. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην επανάληψη και τη σιωπή, σου δίνει κάτι σπάνιο: την αίσθηση ότι η μουσική δεν χρειάζεται να εξηγεί για να σε αγγίξει. Αρκεί να αντέχει να μείνει ανοιχτή.

Βαθμολογία: 8/10


this darkness of mine – Nowhen sonatas (Submersion Records)

Υπάρχει κάτι σχεδόν προκλητικό στον τρόπο που το Nowhen Sonatas πλησιάζει την κλασική μουσική. Xωρίς δέος, χωρίς εκείνη τη μουσειακή ευλάβεια που κρατά τα έργα πίσω από γυάλινες βιτρίνες, αλλά σαν κάτι που τα τραβάει και τα βγάζει έξω από τον χρόνο τους. Και κάπου εκεί αρχίζει η αποδόμηση. Δεν πρόκειται για "reinterpretation" με την ασφαλή έννοια. Είναι περισσότερο μια αφαίρεση ταυτότητας. Οι συνθέσεις που κάποτε κουβαλούσαν ταμπέλες (Μπαρόκ, Ρομαντισμός, Ιμπρεσιονισμός) εδώ διαλύονται σε κάτι πιο ρευστό, πιο αβέβαιο, με τα ονόματα των συνθετών να στέκονται ως τίτλοι των 8 κομματιών του άλμπουμ. Και όλη η εμπειρία τελικά μοιάζει σαν να αφαιρείς από έναν πίνακα το κάδρο και ξαφνικά να μην ξέρεις πού αρχίζει και πού τελειώνει.

Το this darkness of mine είναι το προσωπικό project του Βαγγέλη Μόσχου, παραγωγού, ηχολήπτη και sound designer, με πάνω από δέκα κυκλοφορίες ambient/drone-neoclassical από το 2019 και ενεργή παρουσία σε live και καλλιτεχνικές συνεργασίες. Σε αυτό το νέο του άλμπουμ, ωστόσο, ο δημιουργός δεν "προσθέτει" ambient στοιχεία πάνω στο κλασικό υλικό. Αντίθετα, λειτουργεί σαν να απογυμνώνει τα κομμάτια μέχρι να μείνει μόνο η σκιά τους. Field recordings που εισβάλλουν σαν χαμένες αναμνήσεις και όχι σαν διακόσμηση, synths που δεν πρωταγωνιστούν αλλά διαβρώνουν, και μια αίσθηση ότι η αρμονία δεν εξελίσσεται, αλλά απλώνεται. Η επανάληψη εδώ δεν είναι τεχνική. Είναι μια κατάσταση. Δεν θυμίζει μινιμαλισμό με τη σχολαστική του δομή, αλλά κάτι πιο πρωτόγονο, σχεδόν υπαρξιακό. Σαν να υπήρχε πριν τη θεωρία, πριν τη γλώσσα. Κι αυτό δημιουργεί μια παράξενη ένταση: όσο πιο "άμορφο" γίνεται το υλικό, τόσο πιο πολύ νιώθεις την παρουσία του.

Σε κάποιες στιγμές, το άλμπουμ μοιάζει με ερείπιο, αλλά όχι νεκρό, κατοικημένο. Ακούς ίχνη από κάτι που υπήρξε, αλλά δεν μπορείς να το τοποθετήσεις στην μνήμη σου. Είναι Purcell; Είναι Debussy; Ή μήπως είναι απλώς η ιδέα τους που έχει επιβιώσει; Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι αυτός είναι ο στόχος: όχι να αναγνωρίσεις, αλλά να αμφιβάλλεις.

Μοιάζει να υπάρχει μια σχεδόν φιλοσοφική επιμονή πίσω από αυτό το project. Σαν να ψιθυρίζει ότι οι εποχές είναι μια βολική ψευδαίσθηση, ένα σημάδι που βάλαμε για να μην χαθούμε. Το Nowhen Sonatas αφαιρεί αυτό το δίχτυ ασφαλείας και σε αφήνει να αιωρείσαι. Χωρίς "τότε", χωρίς "τώρα". Και αν κάτι μένει στο τέλος, δεν είναι οι συνθέσεις ως έργα. Είναι μια αίσθηση. Ότι η μουσική, όταν της αφαιρέσεις το πλαίσιο, δεν χάνει το νόημά της. Το αλλάζει. Και ίσως τότε αρχίζει πραγματικά να αναπνέει.

Βαθμολογία: 8/10


anthéne & Far Away Nebraska – great plains (Home Normal)

Ο Brad Deschamps, γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο anthéne, είναι ένας Καναδός συνθέτης ambient, το έργο του οποίου χαρακτηρίζεται από ηρεμία, ηχοχρωματισμούς και έντονη συναισθηματική βαρύτητα. Η μουσική του βασίζεται σε απαλά drones, ηχογραφήσεις πεδίου και μινιμαλιστικά μελωδικά θραύσματα, δημιουργώντας κομμάτια που προσφέρουν μια καθηλωτική εμπειρία χωρίς να γίνονται υπερβολικά επεξεργασμένα. Δουλεύει χρόνια πάνω στη σιωπή σαν να είναι υλικό. Εδώ, μαζί με τον Alessio Bertuzzi (Far Away Nebraska), αυτή η επιφάνεια απλώνεται σαν τοπίο που δεν έχει άκρες. "Country ambient" το λένε, αλλά αυτός ο όρος ακούγεται σχεδόν αστείος μπροστά στην εμπειρία. Δεν υπάρχουν σαφείς αναφορές σε "ύπαιθρο" ή "αμερικανικότητα". Υπάρχει μόνο μια αίσθηση ανοιχτού χώρου. Ένα βλέμμα που χάνεται χωρίς να συναντά εμπόδια.

Οι ήχοι κυλάνε. Μικρές μελωδικές υποψίες, drones που μοιάζουν με αναπνοές και field recordings που δεν σε βάζουν "εκεί έξω", αλλά σε φέρνουν πιο μέσα. Σαν να κάθεσαι ακίνητος και να περνάει ο κόσμος από δίπλα σου χωρίς να σε αγγίζει. Και κάπου εκεί, σχεδόν ύπουλα, έρχεται το βάρος. Καθόλου δραματικό, ούτε φορτωμένο. Μια ήπια μελαγχολία σαν εκείνες τις πρωινές στιγμές που όλα είναι ήσυχα, αλλά κάτι μέσα σου επιμένει να μην ησυχάζει εντελώς. Φυσικά, το άλμπουμ δεν προσπαθεί να το λύσει αυτό, αλλά το αφήνει να υπάρχει. Γι' αυτό δεν υπάρχουν κορυφώσεις, δεν υπάρχουν στιγμές που θα πεις "να το". Κι όμως, όταν τελειώνει, έχει αφήσει κάτι πίσω. Μια σκιά που δεν είδες να σχηματίζεται, αλλά υπάρχει εκεί στον ανοιχτό ορίζοντα. 

Το great plains δεν είναι δίσκος για να τον προσέξεις. Είναι δίσκος για να τον αφήσεις να παίζει ολόκληρος. Γιατί, όπως έχουμε ξαναπεί, όταν όλα γύρω μας ουρλιάζουν για προσοχή, αυτή η στάση είναι σχεδόν ριζοσπαστική.

Βαθμολογία: 7.5/10

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured