A Forest of Stars – Stack Overflow in Corpse Pile Interface
Η βρετανική black metal σκηνή είχε ανέκαθεν μια ιδιάζουσα, σχεδόν απομονωτική πορεία σε σχέση με το σκανδιναβικό ή το ηπειρωτικό ευρωπαϊκό ρεύμα. Μέσα σε αυτό το οικοσύστημα, οι A Forest of Stars από το Leeds, αποτελούν μια αυτόνομη, και απόλυτα θεατρική οντότητα. Κοιτάζοντας πίσω, στην πορεία αυτής της κολεκτίβας που όρισε σε μεγάλο βαθμό ένα ολόκληρο ρεύμα avant garde και ψυχεδελικού black metal και προτού βυθιστούμε στο χαοτικό, σχεδόν ψηφιακά παρηκμασμένο παρόν τους, ας τους γνωρίσουμε.
Από την ίδρυσή τους το 2007, οι A Forest of Stars παρουσιάστηκαν ως τα εναπομείναντα μέλη μιας αποκλειστικής, βικτωριανής «Λέσχης Κυρίων» (The Gentlemen's Club of A Forest of Stars), με έτος ίδρυσης το 1890. Αυτό το gimmick αποτέλεσε το ιδεολογικό και αισθητικό όχημα μέσω του οποίου η μπάντα ασκεί τη δική της κριτική στην ανθρώπινη φύση. Η Βικτωριανή Αγγλία, μια εποχή ακραίων αντιθέσεων, όπου η ραγδαία βιομηχανική ανάπτυξη, η επιστημονική πρόοδος και ο αυστηρός πουριτανισμός συνυπήρχαν με τη φτώχεια, τον αποκρυφισμό, τα καταγώγια οπίου και την απόλυτη κοινωνική σήψη είναι ένας τέλειο καθρέφτης για τον σύγχρονο αστικό υπαρξιακό τρόμο.
Για καλή μας τύχη, η οκταετής απουσία τους από τα δισκογραφικά δρώμενα αποτέλεσε και μια περίοδο δημιουργικής οδύνης. Η τελειομανία και οι εσωτερικές καλλιτεχνικές συγκρούσεις τούς οδήγησαν να συνθέσουν, να ηχογραφήσουν και τελικά να καταστρέψουν εξ ολοκλήρου όσο τρελό και αν ακούγεται ένα ολόκληρο έτοιμο άλμπουμ. Το Stack Overflow in Corpse Pile Interface, το οποίο κυκλοφόρησε υπό τη στέγη της Prophecy Productions έρχεται ως το πιο προκλητικό άλμπουμ τους ως τώρα. Για μια μπάντα που έχτισε την ταυτότητά της πάνω σε έναν αυστηρό βικτωριανό γλωσσικό κώδικα, η χρήση όρων της επιστήμης των υπολογιστών αποτελεί μια ηχηρή ρήξη. Το ανθρώπινο μυαλό, αλλά και η ίδια η κοινωνία οπτικοποιείται ως ένα σύστημα πληροφορικής που καταρρέει κάτω από τον τεράστιο όγκο της βίας, της αδυσώπητης λογικής και φυσικά της ίδιας της ύπαρξης. Η βικτωριανή δυστοπία συναντά την σύγχρονη κυβερνο-ασφυξία.
Διαρκώντας συνολικά 74 λεπτά και περιλαμβάνοντας μόλις έξι κομμάτια, ο δίσκος έρχεται ως ένας ακροαματικός μονόλιθος. Είναι ταυτόχρονα βαθιά ριζωμένο στη βρετανική black metal παράδοση και ολοκληρωτικά αποξενωμένο από κάθε σύμβασή της, σφηνώνοντας progressive riffs, βιολιά, αφηγήσεις και blast beats σε απρόβλεπτες στιγμές.
Ο δίσκος ανοίγει με μια φρενήρη δυάδα. Τα "Ascension Of The Clowns" και "Street Level Vertigo". Ο Mister Curse παραδίδει ίσως την πιο παρανοϊκή ερμηνεία της καριέρας του. Σε στιγμές απαγγέλει μελαγχολικά, σε άλλες φρενηρώς, φέρνοντας μου στο μυαλό αρχικά τους Σκωτσέζους Ashenspire (την ίσως αγαπημένου μου post 2010s black metal μπάντα) αλλά και για τους πιο μυημένους την electro-ποιήτρια των 80s Anne Clark. Φυσικά με βασική διαφορά πως εκείνος φαίνεται να τρέφεται με μια αυστηρή δίαιτα από ασυνταγογράφητα ψυχοφάρμακα. Η φωνή του έχει χάσει κάθε ίχνος συνοχής που μπορεί να είχε στο παρελθόν και πλέον κάθε γύρισμα εξυπηρετεί αυτό το… συστημικό error που περιγράφει.
Το "Mechanically Separated Logic" ανοίγει με τον πιο Ved Buens Ende δυνατό τρόπο σε μια κορύφωση γνωστικής ασυμφωνίας. Η ενορχηστρωτική πολυπλοκότητα των Βρετανών λάμπει, με τις κιθάρες να δημιουργούν ένα χάος πάνω στο οποίο το βιολί χτίζει συναισθηματικές γέφυρες. Το σήμα κατατεθέν τους σε πλήρη έκσταση. Το "Roots Circle Usurpers" είναι το πιο ιδιαίτερο κομμάτι του δίσκου, με folk/ambient ηρεμία που θυμίζει A Shadowplay for Yesterdays πριν δώσει τη θέση του στον σαγηνευτικό θόρυβο της δυσαρμονικής αστικής παράνοιας που αγκαλιάζει τον παγανιστικό τρόμο. Στο "Sway, Draped In Vague" που ακολουθεί αποτελεί και την συναισθηματική άγκυρα του δίσκου που πλαισιώνεται από μια αιθέρια γοητεία των καθαρών φωνητικών της Katheryne σαν καθαρτήριο μέσα στον ορυμαγδό και υπενθύμιση ανθρωπιάς πριν χάσει κάθε ίχνος της με τις απόκοσμες κραυγές του Curse στο κλείσιμο. H Katheryne γνωστή και από τους My Dying Bride στο For Lies I Sire, η οποία με το βιολί, το φλάουτο και τα καθαρά φωνητικά της, ρίχνει γέφυρες μελαγχολίας πάνω από την κιθαριστική κακοφωνία του Mr. T.S. Kettleburner και τα πλήκτρα του The Gentleman. Η απόλυτη κορύφωση έρχεται όμως λίγο μετά το 5ο λεπτό, με ένα επιθετικά μελαγχολικό riff να διαπερνά ευθέως την ραχοκοκαλιά μου πριν δώσει την θέση του στο μοιρολόι του βιολιού.
Το τέλος έρχεται με το "Not Drinking Water", την τελική εξάντληση όπου η ένταση φθίνει, η παράνοια ξεθυμαίνει και το μόνο που μένει είναι ένα απόλυτο burnout. Τόσο των A Forest of Stars, όσο και όλων μας. Ήμουν διχασμένος αν έπρεπε ή όχι να ξεκινήσω το αφιέρωμα με αυτόν τον δίσκο ή όχι. Από την μία, φοβόμουν μήπως χαθεί ανάμεσα στις λέξεις και στις πληροφορίες. Από την άλλη, είναι με χαοτική διαφορά ο δίσκος που άκουσα περισσότερο αυτό το μήνα, και πολύ πιθανό και για ολόκληρο το 2026. Αποδέχομαι πως οτιδήποτε διαβάσετε στις παρακάτω γραμμές δεν θα συγκρίνεται στο μυαλό μου με αυτό που βιώνω κάθε φορά που πατώ το play και ξεκινά το Stack Overflow in Corpse Pile Interface. Το άλμπουμ είναι η επιτομή της σύγχρονης βρετανικής black metal έκφρασης. Είναι εθιστικό, είναι πολυσχιδές, γεμάτο αντιφάσεις και κυρίως… απόλυτα ιδιοσυγκρασιακό. Είναι ο ήχος μιας κοινωνίας που βραχυκυκλώνει, στην εμπροσθοφυλακή ενός ήχου που συνεχίζει πεισματικά να εξελίσσεται. Σίγουρα στους τρεις καλύτερους δίσκους που άκουσα φέτος.
Aftoktonia – Drifting: Through the Endless Architecture of Voidborn Lunacy
Τους Aftoktonia τους γνώρισα μέσω του καταπληκτικού Through Nebulae of the Empyrean Aether, και από την πρώτη στιγμή με μαγνήτισε τόσο το υπαρξιακό του ύφος αλλά κυρίως οι τρομερές του κιθάρες. Στο διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο του ακραίου ήχου, λίγα είναι εκείνα τα υπο-ιδιώματα που απαιτούν τόση απόλυτη παράδοση ψυχής και σώματος και διαφοροποιούνται σε αντίστοιχο βαθμό όσο το black metal. Όταν μάλιστα, προέρχεται από έναν και μόνο άνθρωπο, το αποτέλεσμα συχνά ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στην αληθινή υπαρξιακή έκφραση αλλά και την αυτοαναφορικότητα. Οι Aftoktonia είναι το solo project του Sarkhildr, o οποίος αν και Έλληνας κατοικοεδρεύει στην Νορβηγία και ευθύνεται για αρκετή και πολύ ενδιαφέρουσα μουσική στον χώρο του ζοφερού ιδιώματος.
Οι Aftoktonia έχουν καθιερωθεί στο underground ως ένας φορέας μιας ιδιαίτερα "ψυχρής" και εσωστρεφούς έκφρασης του black metal. Σε ένα οικοσύστημα όπου δεκάδες νορβηγικά solo projects αναλίσκονται σε στείρες αναβιώσεις του ήχου της δεκαετίας του ’90, η πυξίδα του Sarkhildr δείχνει προς διαφορετικές, πιο αχαρτογράφητες περιοχές.
Αν κοιτάξει κανείς τις προηγούμενες κυκλοφορίες του project, παρατηρεί μια σταδιακή μετατόπιση: από το πρωτογενές, ωμό χάος του Through Nebulae of the Empyrean Aether και των πρώτων κυκλοφοριών, στην lo-fi κοσμική σαγήνη του In Perpetual Orbit Across the Astral Veil of Celestial Solar Systems, το project εδώ μετακινήθηκε σε πιο ατμοσφαιρικά μονοπάτια, όμως με μια εντονότερα κιθαριστική προσέγγιση, και έναν ήχο πιο ευανάγνωστο. Περιείχαν ψήγματα μιας avant-garde αισθητικής, απλώς υπήρχε παράλληλα και μια τάση για αποδόμηση. Σταδιακά, ο ήχος καθάρισε από την επιτηδευμένη λάσπη, τα riffs εδώ είναι πιο τραχιά και διακριτά και νιώθω μια μεγαλύτερη ζεστασιά να αποπνέεται από την συνολική ατμόσφαιρα.
Ο δίσκος αποτελείεται από τρία μόλις κομμάτια, με διάρκειες όμως που κυμαίνονται από τα 13 έως και τα 25 λεπτά και όπως μας έχει συνηθίσει, με τίτλους "Abyssal Dissolution I,II,III". Πιθανολογώ πως το κάνει για να γλιτώσει το κοινό του από κόπο και ντροπή σε περίπτωση που βρεθούν σε χρονοκάψουλα των 80s με μπλουζάκι Aftoktonia και τους ζητήσει ο μεταλλοπατέρας καραφλοχαιτέος να «πουν 3 τραγούδια». Πέρα από την πλάκα όμως, μέσα σε 52 λεπτά οι Aftoktonia παρουσιάζουν ένα εκπληκτικό δείγμα black metal, γεμάτο από μνημειώδη riffs και μεθυστικές ατμόσφαιρες. Το "ΙΙΙ" έρχεται ως η απόλυτη κορύφωση, εισάγοντας μέχρι και δυσαρμονίες αλλά φυσικά διατηρεί μια ξεκάθαρα βόρεια αποστασιοποίηση που όμως ενισχύει αυτήν την δυσφορία του αγνώστου. Συνοψίζοντας θα έλεγα πως το Drifting: Through the Endless Architecture of Voidborn Lunacy είναι το αρτιότερο τεχνικά και βαθύτερο συναισθηματικά άλμπουμ του project. Στέκεται ως ένα μοναχικό, επιβλητικό μνημείο απέναντι στην υπαρξιακή ανουσιότητα. Ο Sarkhildr κάνει μια βουτιά στο κενό πριν επιστρέψει με έναν χάρτη της παραφροσύνης του. Όσοι τολμήσουν να περιπλανηθούν στους αρχιτεκτονικούς του λαβυρίνθους, πρέπει να είναι προετοιμασμένοι ότι ίσως να μην υπάρχει έξοδος.
Nedgravd – Ascension
Η κυκλοφορία του Ascension αποτελεί αναμφίβολα μία από τις πιο σκοτεινές και ακραίες αφίξεις στον χώρο του death metal για το 2026. Οι Nedgravd, μια νεοσύστατη μπάντα από τη Νορβηγία, κατάφεραν μέσα σε ελάχιστο χρόνο να συγκεντρώσουν πάνω τους τα βλέμματα των οπαδών από δύο από τις πιο κομπλεξικές υποκατηγορίες οπαδών. Τους έχουν αγκαλιάσει τόσο τα φρικιά του caveman death metal όσο και οι gatekeepers του occult. To Ascension είναι μια σπουδή στην ατμόσφαιρα του τρόμου. Δεν είναι καθόλου τυχαία η κυκλοφορία του δίσκου στις 14 του Μάη, την... Ημέρα της Αναλήψεως.
Το άλμπουμ αποτελείται από 6 κομμάτια που ρέουν σαν ένα ενιαίο, εφιαλτικό ταξίδι. Το εναρκτήριο λάκτισμα "Qhurra (Storms Of...)" θέτει το κλίμα. Συνθλιπτικό death metal με αρκετές doom πινελιές και μια σκοτεινή και αν μου επιτραπεί… επικίνδυνη αισθητική.Η παραγωγή του δίσκου είναι σκόπιμα βρώμικη, με βαριά χρήση reverb σε σημείο να μου δίνει την αίσθηση ότι είμαι κλειδωμένος σε ένα υγρό, αρχαίο μπουντρούμι, ενώ ένα δαιμόνιο ψέλνει κατάρες στο βάθος. Το φοβερό βέβαια είναι πως μιλάμε για πιτσιρικάδες 16-19 χρονών. O κιθαρίστας είναι κυριολεκτικά γεννημένος το 2009, feeling old yet? Οι κιθάρες ακούγονται σαν να έχουν ξεκοιλιαστεί και τα φωνητικά μοιάζουν να βγαίνουν από το στόμα κάποιου αρχέγονου πλάσματος. Τα drums είναι προάγγελοι της αποκάλυψης και ο ήχος του μπάσου ακούγεται σαν αβυσσαλέα κραυγή.
Η μουσική των Nedgravd "πατάει" γερά στις παραδόσεις των 90s, με αναφορές που θα κάνουν τους λάτρεις του είδους να παραληρούν. Η σύγκριση με τους Infester και την Φινλανδική σκηνή είναι αναπόφευκτη και, σε μεγάλο βαθμό, δίκαιη. Ακριβώς όπως και οι εν λόγω Αμερικάνοι ενδιαφέρονται για τον όγκο και τη δυστοπία μέσα από τα πιο βρώμικα ηχητικά μονοπάτια. Τα "Sentiential Incantation" και "Severed Gate Shroud" είναι άλλες δύο τρομερές κορυφώσεις που ξεχωρίζουν κυρίως για την αδάμαστη βαναυσότητά τους. Η θεματολογία τους είναι βαθιά βουτηγμένη στον αποκρυφισμό και την καταστροφολογία ενώ ακόμα και το ίδιο το artwork μοιάζει με κάποιο artifact που ανακαλύφθηκε σε κάποια ξεχασμένη βιβλιοθήκη του μεσαίωνα.
Η συνέχεια έρχεται με το ίσως αγαπημένο μου κομμάτι στο δίσκο. Το "Paragon of Impiety". Πρόσφατα είχα μια συζήτηση αναφορικά με ταινίες τρόμου και το κατά πόσο έχουν αξία τα sequels, και φυσικά έπεσε στο τραπέζι ο Εξορκιστής. Δυστυχώς μετά το απαράδεκτο II του 1977, πολύς κόσμος άφησε πίσω του την σειρά και δεν είδε ποτέ το έπος του 1990 που ακούει στο όνομα The Exorcist III. Πέρα από το ίσως καλύτερο jumpscare στην ιστορία και φυσικά το “I do that rather well, don’t you think?” που δανείστηκαν οι Cryptopsy στον ίσως καλύτερο death metal δίσκο όλων των εποχών, πολύ ευχάριστη έκπληξη ήταν η αναφορά σε άλλη μια ατάκα του Father Karras με την ανατριχιαστική απόδοση του Brad Dourif. Τα riffs που ακολουθούν χτυπούν σαν οργισμένα κτήνη που συγκρούονται, οι δεύτερες κιθάρες χτίζουν βάθος και τα πλήκτρα στο background ενισχύουν την μυστικιστική ατμόσφαιρα με τον τελειότερο δυνατό τρόπο.
Σίγουρα αν είσαι φαν του καθαρού και γυαλισμένου death metal αυτός ο δίσκος δεν είναι για σένα. Δεν έχει ούτε περίτεχνες οικοδομήσεις ούτε ιδιαίτερα τεχνικά solo. Eίναι όμως ο ιδανικός death metal δίσκος για όσους αναζητούν τον ήχο της απόλυτης αποσύνθεσης. Sign me up.
Funebrarum – Beckoning The Void Of Eternal Silence
Ποτέ δεν προσπάθησα να κρύψω την βαθιά εκτίμησή μου για τις μπάντες εκείνες που αρνούνται να συμβιβαστούν με τις επιταγές του μοντερνισμού και παραμένουν πιστοί στην αρχέγονη, σαπισμένη ρίζα του εκάστοτε είδους. Οι Funebrarum από το New Jersey αποτελούν ένα τέτοιο ακριβώς τοτέμ αφοσίωσης στο old school death metal. Έχοντας περάσει 17 χρόνια σε μια κατάσταση δημιουργικής χειμερίας νάρκης μετά το εμβληματικό The Sleep of Morbid Dreams, η επιστροφή τους με το Beckoning The Void Of Eternal Silence έρχεται ως μια ολοκληρωτική επίδειξη ισχύος και, χωρίς υπερβολή, ένας από τους καλύτερους, πιο γκρουβάτους και συνθλιπτικούς death metal δίσκους των τελευταίων ετών.
Για να κατανοήσει κανείς το βάρος του Beckoning The Void Of Eternal Silence, πρέπει να ανατρέξει στο 1999. Οι Funebrarum έζησαν το τέλος των χρυσών χρόνων της σκηνής και καθόρισαν την αναβίωση του OSDM στις αρχές των '00s με το μνημειώδες ντεμπούτο τους. Το σήμα κατατεθέν τους ήταν πάντα ο συνδυασμός της αμερικανικής βαρύτητας (τύπου Autopsy, Incantation και Obituary κυρίως) με τη δυσοίωνη, σάπια ατμόσφαιρα της σκανδιναβικής σχολής, με κύριους εκφραστές και εμπνευστές μπάντες όπως οι Demigod, οι Abhorrence και φυσικά οι τεράστιοι Demilich. Στο line-up του 2026, η προσθήκη του τρομερά ταλαντούχου και χαρισματικού κιθαρίστα και συνθέτη Phil Tougas, ο οποίος φέτος μας απασχόλησε εκτενώς μέσα από τις κυκλοφορίες του με τους Exxul και τους Worm, όμως θεωρώ πως για να πάρει αυτή την δουλειά στην πρώτη σειρά στο CV του είχε την δουλειά του στους Chthe'ilist, κάτι που λειτούργησε ως καταλύτης.
Το εισαγωγικό κομμάτι προετοιμάζει το έδαφος με μια απόκοσμη αύρα, πριν το ομώνυμο κομμάτι εξαπολύσει ένα τεκτονικό τσιμεντένιο doom riff. Λατρεύω τις call & response εναλλαγές των φωνητικών μεταξύ των βαθιών Demilichικών βρυχηθμών και των απόκοσμων ουρλιαχτών.
Το "ša nagba amāru", με τίτλο που παραπέμπει στο έπος του Gilgamesh, βυθίζεται πλήρως στο μελωδικό death/doom, ενώ το "Through The Barren Halls Of Grieving Emptiness" έρχεται ως το πιο Bolt Throwerικά grooveάτο πριν κάνει μια στροφή πρώιμης Carcass περιόδου. Αυτό που κάνει το Beckoning The Void Of Eternal Silence να ξεχωρίζει στον σύγχρονο ωκεανό των κυκλοφοριών είναι η ρυθμική του ευφυΐα. Ο δίσκος είναι ισοπεδωτικά γκρουβάτος. αναλώνεται σε ένα στείρο, ασταμάτητο blast-beat, ούτε σε ολοκληρωτικά αποπνικτικές ατμόσφαιρες. Αντιθέτως οι Funebrarum επενδύουν τόσο σε γρήγορους όσο και σε mid-tempo ρυθμούς που με εκβιάζουν να κουνήσω το κεφάλι. Το θεμέλιο της ατμόσφαιρας είναι, πέρα από τα διακριτικά σκόρπια layers από synths, είναι και τα doom περάσματα. Είναι τρομερό το πως καταφέρνουν να ακούγονται παράλληλα κλειστοφοβικοί αλλά και επικοί και υπερβατικοί. Στο "Into Dark Domains" επιστρέφουμε στο ασφυκτικό doom, ενώ το "Anhela Odor Mortuorum" παράγει ίσως το κοντινότερο συναίσθημα με το να προσπαθείς να αναπνεύσεις μέσα σε έναν βάλτο. Το εννιάλεπτο έπος που κλείνει τον δίσκο αποτελεί και το απόλυτο highlight. Το "The Whispering Cathedral - Epilogue" είναι ένα γοτθικό, κινηματογραφικό death/doom αριστούργημα. Σαν ένα τεράστιο, πρωτόγονο κτήνος περιφέρεται στους σκοτεινούς διαδρόμους ενός καθεδρικού ναού ψάχνοντας για λεία.
Το Beckoning The Void Of Eternal Silence είναι ένας θρίαμβος, τόσο για τους Funebrarum όσο και για ολάκερο το death metal. Σέβεται την ιστορία τους και στέκεται με αξιώσεις ως μία από τις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς. Με το ασύλληπτο groove του και την ατμόσφαιρα που στάζει θάνατο, όλεθρο και μυστικισμό, είναι ίσως το πιο εύκολο recommendation για αυτό το μήνα.






