Το Foreign Tongues είναι το 25ο άλμπουμ των Rolling Stones, του συγκροτήματος που έχει διαψεύσει τα περισσότερα προγνωστικά σχετικά με την πορεία και το μέλλον του. Θα πρέπει, άλλωστε, να είναι αφόρητα κουραστικό κάθε δημιουργική σου κίνηση —είτε πρόκειται για ηχογραφήσεις είτε για περιοδείες— να θεωρείται, ήδη από το 1989, η τελευταία.
Το Foreign Tongues εμφανίζεται ως φυσική συνέχεια του Hackney Diamonds του 2023. Θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αποτελεί το δεύτερο μέρος ενός διπλού άλμπουμ, θυμίζοντάς μας την περιβόητη συζήτηση για το αν καλώς κυκλοφόρησε το White Album των Beatles ως διπλό βινύλιο ή αν θα έπρεπε να είχε χωριστεί σε δύο αυτόνομες κυκλοφορίες: το White και το Whiter Album.
Το άλμπουμ έχει μεγάλη διάρκεια (62 λεπτά), αισθητά μεγαλύτερη από εκείνη του Hackney Diamonds, που ολοκληρωνόταν στα 48. Αυτό δεν βοηθά απαραίτητα την ακρόαση και τη συνολική ροή του, καθώς ευθύς εξαρχής δημιουργείται η αίσθηση ότι θα μπορούσε να είναι συντομότερο. Η βασική εντύπωση που προκαλείται είναι ότι κάθε κομμάτι παραπέμπει σε κάποια ένδοξη στιγμή από το παρελθόν των Rolling Stones. Και αυτές οι στιγμές δεν είναι λίγες.
Το εναρκτήριο “Rough and Twisted”, το οποίο η μπάντα είχε κυκλοφορήσει με ψευδώνυμο (The Cockroaches) ως προάγγελο του άλμπουμ, είναι υπέροχα παραπλανητικό. Πρόκειται για ένα στιβαρό boogie, που συνδυάζει τα ισχυρότερα στοιχεία του blues και του rock 'n' roll: μια ηλεκτρική επιστροφή στις ρίζες του συγκροτήματος, με παραγωγή που φέρνει στο νου τη συνεργασία του με τον Jimmy Miller την περίοδο 1968-1973. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειωθεί ότι η συνεργασία των Stones με τον Andrew Watt, στον ρόλο του παραγωγού, προχωρά στο Foreign Tongues αρκετά βήματα πέρα από ό,τι στο προηγούμενο άλμπουμ. Αυτό γίνεται εμφανές ήδη από το πρώτο «επίσημο» single του δίσκου, το “In the Stars”, το οποίο φανερώνει μια σαφή προτίμηση για πιο «γυαλισμένο» ήχο, καθαρότερες δομές και μικρότερη διάρκεια στα κομμάτια.
Ενώ στο Hackney Diamonds η συμβολή του Watt έμοιαζε σχεδόν ιδανικά ισορροπημένη, εδώ δίνει την εντύπωση ότι επιχειρεί να συμμορφώσει τον ήχο των Stones με εκείνον που κυριαρχεί στις δημοφιλέστερες λίστες του Spotify. Στην πορεία όμως, του αφαιρεί ορισμένα από τα πιο προσφιλή συστατικά: τον αυτοσχεδιασμό, την παραμόρφωση και μια πιο «βρώμικη» ηχητική πατίνα. Αυτό επιβεβαιώνεται στο “Jealous Lover”, με τον Mick Jagger να επαναφέρει τις εντυπωσιακές επιδόσεις του στο φαλτσέτο, αποτέλεσμα και της πρόσφατης επιστροφής του στη μελέτη της δισκογραφίας Al Green.
Η υπέροχη country μπαλάντα “Ringing Hollow” προσφέρει μια μικρή ανακούφιση από τον αποπροσανατολισμό του αμέσως προηγούμενου “Divine Intervention”. Τόσο ερωτική επιστολή προς την «καλή» Αμερική όσο και διαμαρτυρία για εκείνη του Τραμπ, υπενθυμίζει πώς οι Rolling Stones διέπρεψαν σε ένα είδος που παραμένει δυσπρόσιτο και ελάχιστα κατανοητό στην Ευρώπη. Το είχαν κάνει στο παρελθόν με το “Far Away Eyes”, αλλά και μέσα από τη δημιουργική συνύπαρξή τους με τον πρόωρα χαμένο Gram Parsons (“Wild Horses”).
Το ευφορικό και funky “Never Wanna Lose You” έρχεται να θυμίσει την εποχή του “Miss You”, προσαρμοσμένη στις συνθήκες του 2026. Ιδιαίτερα το ποπ ρεφρέν του φανερώνει το νέο μονοπάτι που έχουν πάρει οι Rolling Stones. Στο συγκεκριμένο κομμάτι συμμετέχει και ο Robert Smith των The Cure, τόσο στο συνθεσάιζερ όσο και στα φωνητικά, χωρίς ωστόσο η παρουσία του να γίνεται ιδιαίτερα αισθητή. Αντίθετα, ο Steve Winwood δίνει το παρών με τα διάφορα πλήκτρα του, τόσο εδώ όσο και σε άλλα κομμάτια του δίσκου.
Οι συμμετοχές στο άλμπουμ είναι γενικά πολλές, αλλά όχι ιδιαίτερα «ορατές». Αυτό ισχύει τόσο για τον Bruno Mars στο “Never Wanna Lose You” όσο και για τον Chad Smith στο “Beautiful Delilah”. Πρόκειται για ένα ακόμη σημείο στο οποίο το άλμπουμ υστερεί σε σύγκριση με το Hackney Diamonds, όπου οι προσκεκλημένοι καλλιτέχνες —Lady Gaga, Stevie Wonder και Paul McCartney— άφηναν ένα ουσιαστικότερο αποτύπωμα.
Το οργισμένο “Hit Μe Ιn the Ηead” με τα τύμπανα του Charlie Watts έρχεται να μάς υπενθυμίσει τη σημασία που είχε ο Watts για τη μπάντα, αν και ποτέ στην πραγματικότητα δεν την είχαμε ξεχάσει. Η αναπάντεχη, όσο και αμφιλεγόμενη, στιγμή του δίσκου έρχεται με τη διασκευή του “You Know I’m No Good” της Amy Winehouse, ενός κομματιού που δεν προέρχεται από τη συνηθισμένη δεξαμενή διασκευών του συγκροτήματος. Η εκδοχή των Rolling Stones είναι ιδιαίτερα πιστή στο πρωτότυπο, διαθέτει όμως μια ενδιαφέρουσα καινοτομία: ο Mick Jagger αντικαθιστά τα πνευστά του αρχικού κομματιού με τη φυσαρμόνικά του, η οποία κάθε φορά που κάνει την εμφάνιση της στο άλμπουμ ξεχωρίζει.
Το “Back in Your Life”, που έχει χαρακτηριστεί «αναστοχαστική ροκ μπαλάντα», είναι ακριβώς αυτό: ένα από εκείνα τα χαρακτηριστικά, αργόσυρτα και εκτενή κομμάτια των Rolling Stones που καταλήγουν σε θαυμάσια λυρικά jams. Εδώ έρχεται η σειρά του Ron Wood να προσφέρει ένα από τα πλέον ξεχωριστά παιξίματα που έχει ηχογραφήσει. Ειδική μνεία αξίζει και το κλείσιμο του άλμπουμ: μια λιτή, απογυμνωμένη διασκευή του “Beautiful Delilah” του Chuck Berry. Το τελευταίο αυτό κομμάτι, όπως και το “Rolling Stone Blues” του Hackney Diamonds, αποτελεί την αποτελεσματικότερη υπενθύμιση του γιατί αξίζει οι Rolling Stones να επιστρέφουν τόσο στο στούντιο όσο και στις ουσιαστικές τους ρίζες.
Το Foreign Tongues είναι ένα εκτενές και συχνά αποπροσανατολισμένο άλμπουμ, το οποίο, όταν βρίσκει τον ηχητικό και αισθητικό του στόχο, υπενθυμίζει γιατί παραμένουμε αφοσιωμένοι στους Rolling Stones εδώ και μόλις 64 χρόνια.










