Namu – Wretched Spawns of Iniquitous Orders
Θεωρώ πως τα solo projects, συχνά αποτελούν, ή έστω μπορούν να αποτελέσουν το πιο εύφορο έδαφος για τον πιο αδιαπραγμάτευτο και ανεμπόδιστο πειραματισμό. Μακριά από τους συμβιβασμούς και τις δημιουργικές διαφωνίες που έρχονται μαζί με την ομαδική εργασία, των πολυμελών συγκροτημάτων. Πως να το κάνουμε; Ένας μεμονωμένος δημιουργός πάντα έχει την πλήρη ελευθερία να χαρτογραφήσει σε ένα ηχητικό σύμπαν την ιδιοσυγκρασία του. Ακριβώς σε αυτό το κλίμα λοιπόν, το πρώτο άλμπουμ του Namu, από το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και απρόσμενες περιπτώσεις που έχουν εμφανιστεί στον ακραίο ήχο το τελευταίο διάστημα. Τον ιθύνων νου πίσω από το project τον πρωτογνώρισα μέσω του τρομερού black/death metal EP Obelisk που κυκλοφόρησε μαζί με τους Praecantator το 2021, στο οποίο πέρα από τις κιθάρες ανέλαβε και την μίξη με το αποτέλεσμα να είναι ένα ογκώδες μεγαθήριο. Το νέο του πόνημα τιτλοφορεί ως Wretched Spawns of Iniquitous Orders και είναι μια οραματική κατάθεση που τολμά να γεφυρώσει φαινομενικά ασύμβατους κόσμους. Την παγερή αίσθηση του black metal, την επιβλητικότητα του progressive death metal και όλα αυτά γύρω από ένα μοντέρνο ρυθμικό πλαίσιο πιο κοντά στον πιο μοντέρνο κόσμο του metalcore. Αν χρειαζόταν να τοποθετήσουμε το Wretched Spawns of Iniquitous Orders στον χάρτη της ακραίας μουσικής χρησιμοποιώντας ένα σημείο αναφοράς, η σύγκριση με το εμβληματικό The Flesh Prevails των Fallujah, την μπάντα που όρισε το ατμοσφαιρικό technical death metal, είναι σχεδόν επιβεβλημένη. Παίρνει λοιπόν αυτή ακριβώς τη συνθετική αρχιτεκτονική και την υποβάλει σε μια τρομερή μεταμόρφωση στο black metal. Εκεί που οι Fallujah κοιτούσαν προς το φως και τον αιθέρα, το project Namu στρέφει το βλέμμα στο κοσμικό σκοτάδι. Παράλληλα εδώ έχουμε θεμελιώσει ένα βαρύ, πολυρυθμικό groove.
Το "Catharsis In Stasis" ορίζει αμέσως τους κανόνες του παιχνιδιού. Αυτή η στάσις διαρκεί για ελάχιστα δευτερόλεπτα όμως πριν η θύελλα των blast beats σαρώσει τα πάντα στο διάβα της. Η πρώτη σύγκρουση ανάμεσα στο παγερό black metal tremolo picking, τα blasts και τη βαριά υποβόσκουσα γκρούβα σε έναν ογκώδη τοίχο ήχου. Το δεύτερο μισό αφήνεται στην ατμοσφαιρα και τις γλυκιές μελωδίες πριν την τελική κάθαρση. Το "Edict of Absolution" ξεκινά πιο συμπαγές, επιθετικό και άμεσο και αναδυκνύει την black metal μεριά τους με ορισμένα riffs που θα είχαν ξεκάθαρα θέση στην δισκογραφία των Watain. Το ρεφραίν όμως αλλάζει ξανά την κατεύθυνση 180 μοίρες, και αναδεικνύει την μορφολογική ποικιλία των Namu με καθαρά φωνητικά.
To "Ineffable Constructs" είναι το πιο ιδιαίτερο κομμάτι στον δίσκο και σίγουρα το πιο πολυρυθμικό και progressive κομμάτι του πρώτου μισού. Πειραματίζεται με ασύμμετρα μέτρα και κοφτές, djenty μεταβάσεις που φέρνουν στο μυαλό τη σχολή των Meshuggah, μπολιασμένη όμως με την υπαρξιακή σκοτεινιά του modern black metal. Το αγαπημένο μου κομμάτι στο δίσκο, με τις εναλλαγές ανάμεσα στα βαριά breakdowns, τα relentless tremolo riffs και την σχεδόν Tool ατμόσφαιρα του outro να είναι πραγματικά εθιστικές. To "A Fold's Gather" είναι το σημείο στο οποίο αφήνονται εντελώς στις metalcore ρίζες συνδιάζοντας τες με μερικά μελωδικά γυρίσματα της κιθάρας. Συγκρίσεις με μπάντες όπως οι Rivers of Nihil ή οι Kardasev είναι αναπόφευκτες αλλά και άδικες, καθώς δεν έχω περάσει ποτέ τόσο καλά ακούγοντας τους προαναφερθέντες όσο με τους Namu. Το "The Fibre Prismatic" είναι μια ηχητική έκρηξη φωτός μέσα στο σκοτάδι. Χτίζεται αργά, και μοιάζει περισσότερο σαν ανάπαυλα πριν το τρομερό black metal ολοκάυτωμα του "Aberration of Light". Ως άμεση συνέχεια του προηγούμενου, η "εκτροπή του φωτός" αντιπροσωπεύει τη βύθιση στο απόλυτο σκοτάδι. Το κομμάτι που θα πρότεινα ευκολότερα σε κάθε blackmetalά.
Το μεγάλο φινάλε έρχεται με το "Triptych". Μια τεχνική, καταιγιστική σύγκρουση όλων των ηχητικών στοιχείων του project. Από τους αιθέριους ambient ήχους, στα γρήγορα riffs και blasts, στα χορταστικά solo, στην αδιανόητη γκρούβα και τέλος στην ολοκληρωτική διάλυση και κάθαρση. Ο Toby Truman αποδεικνύει ότι τα όρια υπάρχουν για να ξεπερνιούνται και το Wretched Spawns of Iniquitous Orders είναι μια εξαιρετικά θαρραλέα κυκλοφορία. Ελπίζω να μην είναι lightning in a bottle, και το όνομα αυτό να μας απασχολήσει ξανά στο σύντομο μέλλον.
Sallow Moth – Hydrophilous Brood
Μιλώντας για solo projects, ας μιλήσουμε για έναν από τους GOATs του κινήματος. Αν υπάρχει ένας δημιουργός στο σύγχρονο underground που επαναπροσδιορίζει την έννοια του "πολυπράγμονα" (ή αλλιώς πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης), αυτός είναι ο Garry Brents και το σχεδόν εντομολογικό σύμπαν του. Ευρέως γνωστός από σχήματα όπως οι Cara Neir, Gonemage και Homeskin (aka τον ξέρω εγώ και άλλοι 15, όμως κοινωνούμε τις δισκάρες του σαν ιερό δισκοπότηρο της θρησκείας του electro-avantgarde-emoviolence). Με το νέο πόνημά του μέσα από τον κόσμο του Death Metal outfit του, Sallow Moth, το Hydrophilous Brood λοιπόν, ο Brents αποφεύγει την αποστειρωμένη, παγίδα της υπερπαραγωγής του σύγχρονου tech-death και παραδίδει ένα αληθινό conceptual επίτευγμα, όπου το progressive death metal της χρυσής εποχής των 90s συναντά μια ιδιόρρυθμη, εξωφρενικά λεπτομερή alien μυθολογία, παράλληλα μπολιασμένη με ρετρό synth αισθητική και μια ασταμάτητη, οργανική grindcore ενέργεια. A mouthful, isn't it? Με μια ακρόαση όμως θα λυθούν όλες οι απορίες.
Από το πρώτο δευτερόλεπτο, το "Nebulous Appendages of Vacillant Seafoam" μας πετάει κατευθείαν στα βαθιά νερά του αλλόκοτου βιοτόπου του Brents. Με ελικοειδή riffs βγαλμένα από το playbook των Dying Fetus, παντρεμένοι με τα ιδιαίτερα γυρίσματα των Demilich και την μελωδικότητα αλλά και τα βοθροειδή φωνητικά της late 2000s εποχής των Cattle Decapitation. Μέσα στα πρώτα δύο κιόλας λεπτά αυτές οι επιρροές είναι εμφανέστατες. Ένας όλεθρος του ακραίου ήχου.
Στο ίδιο τόνο συνεχίζει το "Distended in Panglacial Advent", με ακόμα υψηλότερες ταχύτητες και εναλλαγές στις κιθάρες. Κάπου στη μέση, γυρνάει εντελώς ύφος, σε μια Cynic-esque υπέρλαμπρη σεκάνς όσο από πίσω ακούμε τα υποβόσκοντα gargling φωνητικά. Αν κάτι δεν σταματάει ποτέ, είναι οι εκπλήξεις μιας και το ύφος αλλάζει άλλες 3 φορές σε αυτά τα 2 λεπτά. Σε μια αστραπιαία, συμπυκνωμένη επίθεση τεχνικού death metal, το "Driftmoth Vivisector" είναι άλλο ένα χαοτικά γρήγορο και κοφτερό banger. Οι αλλαγές μέτρων συμβαίνουν με αδιανόητη ταχύτητα σε μια παράνοια που θυμίζει Blotted Science και το κλείσιμο να έρχεται με ένα τρομερό παρανοϊκό solo πριν δώσει την θέση του στον πιο straightforward κατατροφέα του δίσκου. Το "Biohybrid Virulence" είναι μια μηχανή του κιμά, ένα οργανικό death metal χωρίς καμία γαρνιτούρα, αν εξαιρέσουμε δηλαδή το sci-fi outro. "Arcane Benthic Umbilicus" και "Polymorphic Gnaw" φέρνουν το δεύτερο μισό του δίσκου με την πλήρη δομική αποσύνθεση. Είναι avant-garde, είναι ιδιαίτερα, είναι Cynic αλλά κυρίως είναι η πιο χαοτική απώλεια κάθε νοήματος.
Το ομότιτλο κομμάτι του δίσκου είναι άλλη μια γιορτή των βιαιότερων εκδοχών του progressive death metal, με θριαμβευτικές μελωδίες, ασταμάτητα blasts και μου αφήνει αυτήν την γλυκιά αίσθηση της αδιάκοπης εξέλιξης. Τόσο εντός του κομματιού, όσο και εκτός του ίδιου του είδους που ολοκληρώνεται με το μαγικά παράξενο "Serene Aqueous Leech". To Hydrophilous Brood αποτελεί ένα σπάνιο παράδειγμα όπου η παικτική δεινότητα συναντά την ανεπιτήδευτη πρωτοτυπία. Η δομή ενός δίσκου μπορεί να λειτουργήσει σαν ένας ζωντανός οργανισμός, και ο Garry Brents παραδίδει ένα πρωτότυπο και εξαιρετικά υλοποιημένο concept
ÆNIGMATUM – Infinitude's Passage
Οι Ænigmatum από το Portland αποτελούν μία από τις πιο ουσιαστικές και τεχνικά προικισμένες μπάντες του σύγχρονου underground death metal. Δεν εμφανίστηκαν από το πουθενά, αλλά ήταν το σαρωτικό Deconsecrate του 2021 εκείνο που τους έβαλε για τα καλά στον χάρτη του ακραίου ήχου. Είναι φανερό τι ακούνε στο σπίτι τους. Αν ο ήχος τους σου έφερε αμέσως στο μυαλό τους The Chasm, τους Inanna και τους StarGazer, και αρκετό Morbid Angel στον όγκο, έχεις ήδη πέσει μέσα τουλάχιστον στο 80% του DNA τους. Όπως οι θρυλικοί Μεξικανοί του Daniel Corchado, έτσι και οι Ænigmatum έχουν έντονη αυτή τη σκοτεινή, μυστηριακή ατμόσφαιρα και τα πολύπλοκα, αλλά κυρίως ατελείωτα riffs. Η μουσική τους κινείται μεν στη χρυσή τομή του progressive και του τεχνικού Death Metal, όμως ευτυχώς αποφεύγει τις παγίδες της στείρας επιδειξιομανίας και του αυνανισμού.
H ορμητική αφετηρία του "Pitiless Mechanisms" μας βάζει ευθεώς στο κλίμα με μια χορωδία από μανιασμένα, grooveάτα death metal riffs. Το μελωδικό intro του "Inseverable" με αυτό το αδιανόητο solo ήδη έχει ενταχθεί στις κορυφαίες στιγμές της χρονιάς ενώ το dissonant masterpiece που ακούει στο όνομα "Architects of the Fated" ξεχωρίζει για τις πολυεπίπεδες διακυμάνσεις και τα ηχητικά του στρώματα.
Το αποτέλεσμα ακούγεται μεν σαν ένας τέλειος αλγόριθμος των επιρροών τους, όμως καταφέρνουν και το αποδίδουν με έναν εντελώς μοναδικό και χαρακτηριστικό τρόπο. Απόλυτος πρωταγωνιστής σε αυτή τη διαδρομή φυσικά, οι κιθάρες, οι οποίες υφαίνουν ένα ασταμάτητο πλέγμα από περίτεχνα riffs, εμπνευσμένα leads και σόλο γεμάτα φαντασία και ποικιλία. Ταχύτατα counterpoint θέματα, thrashy ξεσπάσματα, dissonant αρμονίες όλα σε εξαιρετική αρμονία. Καταφέρνουν και στοιβάζουν 10-15 διαφορετικές ιδέες σε κάθε κομμάτι. Όμως ακόμα και με αυτό το riff salad που έρχεται σαν ένα ασταμάτητο, πυκνό, θορυβώδες ντεμαράζ καταφέρνουν να μην με κουράζουν λεπτό.
Αν έχω να προσάψω κάτι είναι πως ενώ πολλές φορές παίζουν ένα εκπληκτικό riff, αλλά αντί να το αναπτύξουν, να το αφήσουν να αναπνεύσει λίγο βρε παιδάκι μου ή να το χρησιμοποιήσουν ως θεματική άγκυρα, το πετάνε στα σκουπίδια μετά από 15 δευτερόλεπτα για να πάνε στο επόμενο. Μπορώ να το παραβλέψω όμως, γιατί αυτό που εκ πρώτης όψεως μπορεί να ακουστεί χαοτικό ή υπερβολικά πυκνό, είναι ακριβώς το στοιχείο που χαρίζει στον δίσκο ένα τρομερό replay value. Ακόμα και στην 10η ακρόαση ανακαλύπτω ολοκαίνουριες πτυχές, και δεν κρύβω πως αυτό είναι ο βασικός λόγος που το συγκεκριμένο αφιέρωμα δεν βγήκε αμέσως στην αλλαγή του μήνα, για να πάρω τον χρόνο μου να εκτιμήσω αρκετά αυτό το αριστούργημα. Πέρα όμως από το συνθετικό εκτόπισμα, τεράστιο μερίδιο στην επιτυχία διεκδικεί και ο ήχος στο τεχνικό του σκέλος. Η παραγωγή σε όλα τα όργανα είναι φοβερή, γήινη και οργανική, απαλλαγμένη από το παραμικρό ψηφιακό ίχνος overproduction. Ειδικά τα τύμπανα ακούγονται εκπληκτικά φυσικά, με έναν ήχο ζεστό και γεμάτο δυναμικές, και με έναν Pierce Williams (ex Skeletal Remains) να δίνει ένα πραγματικό ρεσιτάλ πίσω από το kit. Ειδικά στο "A Tarnished Nexus", το ρυθμικό σκέλος είναι για σεμινάριο και κουβαλάει τις εντελώς παράταιρες κιθάρες.
Στέκεται δίπλα στο Deathcult for Eternity: The Triumph με άνεση, και πιθανότατα για αυτούς αυτό είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο. Το Infinitude's Passage είναι μια δήλωση ισχύος για το αμερικανικό underground death metal και μια κυκλοφορία σημείο αναφοράς για κάθε οπαδό του είδους σφραγίζοντας την εξέλιξη στο συναισθηματικό ξέσπασμα του ομώνυμου. Ίσως η death metal κυκλοφορία της χρονιάς.
Emptiness – Nowhere Speaks
Στο πέρασμα των ετών, οι Emptiness από τις Βρυξέλλες έχουν καταφέρει να απογυμνώσουν το blackened death metal των πρώιμων ημερών τους ( μέσα από τα Oblivion, Error και φυσικά τον ωμό οδοστρωτήρα Guilty to Exist) από κάθε συμβατικό κλισέ, και έχουν πλέον μετατρέψει την μουσική τους σε μια τελείως άλλη διάσταση του ακραίου ήχου. Αυτό που έχουν πετύχει τα τελευταία 10 και πλέον χρόνια είναι μια εγκεφαλική, ψυχολογική εμπειρία. Το σημείο καμπής αυτής της διαδρομής υπήρξε αναμφίβολα το εμβληματικό Nothing But the Whole του 2014, για πολλούς (και εμένα μαζί) το magnum opus τους, και ένας δίσκος που πήγε πολλά βήματα πέρα την έννοια της ατμοσφαιρικής απειλής. Ένα δυστοπικό, αρχιτεκτονικό οικοδόμημα, όπου κάθε νέα κυκλοφορία αποτελεί έναν αινιγματικό διάδρομο προς ένα βαθύτερο επίπεδο υπαρξιακής απομόνωσης. Έπειτα όμως, απομακρύνθηκαν από αυτό, και ακολούθησαν οι πειραματισμοί του Not for Music και η ακουστικά κλειστοφοβική εσωστρέφεια του Vide. Ωστόσο, η επιστροφή τους φέτος με το έβδομο full-length ήρθε να ανοίξει ξανά μια παλιά πληγή, και να κλείσει έναν κύκλο. Εξηγούμαι. Το 2014, όσοι ακούσαμε το κορυφαίο, τουλάχιστον ως τότε πόνημά τους είχαμε βρεθεί αντιμέτωποι με μια αιφνίδια, σχεδόν βίαιη διακοπή.
Το Nothing But the Whole δεν ολοκληρωνόταν με κάποιο τυπικό fade-out ή μια ηχητική κορύφωση, αλλά σταματούσε απότομα στη μέση ενός μέτρου, χωρίς εξήγηση, χωρίς κάθαρση, χωρίς payoff. Ένας μουσικός ακρωτηριασμός. Στο Nowhere Speaks, οι Emptiness αποκαλύπτουν πως εκείνη η διακοπή δεν ήταν ένα τυχαίο τερτίπι, αλλά η προετοιμασία μιας ηχητικής χρονοκάψουλας. Το εναρκτήριο κομμάτιο του νέου άλμπουμ "Nothing But The Whole (Part 2)", πιάνει το νήμα ακριβώς από την ίδια συχνότητα, το ίδιο μέτρο και την ίδια αναπνοή όπου το άλμπουμ του 2014 σίγησε. Η μετάβαση είναι τόσο ακριβής, που αν τοποθετήσει κανείς τους δύο δίσκους στη σειρά, η αίσθηση του χρόνου που μεσολάβησε εξαφανίζεται ακαριαία.
Η εικαστική ταυτότητα των δύο δίσκων επίσης ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό. Στο εξώφυλλο του Nothing But the Whole, ήρθαμε για πρώτη φορά αντιμέτωποι με εκείνη την αλλόκοτη φιγούρα με τα παράξενα, out of place, άδεια και διεσταλμένα μάτια. Στο εξώφυλλο του Nowhere Speaks, η ίδια ακριβώς φιγούρα επιστρέφει, αλλά η κατάστασή της έχει μεταλλαχθεί ανεπιστρεπτί. Δεν στέκεται πλέον στο αφηρημένο κενό· τώρα καταπίνεται, αφομοιώνεται και συνθλίβεται μέσα σε έναν ψυχρό, αμείλικτο βιομηχανικό μηχανισμό.


Μουσικά, το Nowhere Speaks αποτυπώνει αυτήν ακριβώς την εικαστική μετάλλαξη. Μετά την απόλυτη απουσία παραμόρφωσης του Vide, εδώ κινούνται υπό ένα τελείως διαφορετικό πρίσμα. Αρχικά ο δίσκος είναι εξ ολοκλήρου ηχογραφημένος στο studio, μετά από 4 σχεδόν χρόνια προετοιμασίας και σωματικοποιεί άψογα το concept. Τα βαριά θέματα, σε συνδιασμό με το υπόκωφο industrial χάος και τα παγωμένα ατσάλινα synths στο background αφαιρούν τον αέρα και με πνίγουν για 40 λεπτά. Το εφιαλτικό "The Threat" είναι το πρώτο ουσιαστικό κομμάτι του δίσκου και μας παρασύρει στη δίνη του. Τα drums ακούγονται σαν μέταλλο που χτυπάει σε άδειες δεξαμενές ενώ η ερμηνεία του Jérémie Bézier παραμένει ένα από τα ισχυρότερά τους όπλα. Αποκομμένος πλέον από τα τυπικά growls και ουρλιαχτά, πλέον κινείται ανάμεσα σε υπόκωφους ψιθύρους, παγωμένες απαγγελίες και πνιγμένους βρυχηθμούς. Στο μυαλό μου φέρνει έντονα τα φωνητικά του Metatron των Meads of Asphodel, ή τουλάχιστον το πως θα ακουγόταν αν εκπέμπονται μέσα από gasmask.
To ομότιτλο είναι το πιο προσβάσιμο κομμάτι, καθώς είναι guitar driven, όμως παραμένει πολύ μακριά από την περπατημένη και στο δεύτερο μισό αφήνεται σε μια industrial trip hop κάθαρση. Τα "Words to Worlds" και "The Clash of Forces" είναι οι πιο δυναμικές συνθέσεις του δίσκου, με το πρώτο να αποτελεί και την πιο πολυεπίπεδη, όπου το οργανικό παρελθόν των Emptiness συγκρούεται με το βιομηχανικό τους παρόν. Βίαια ξεσπάσματα ακραίου ήχου διαδέχονται στιγμές απόλυτης, μηχανικής ακινησίας. Από την άλλη το "Next In Line" είναι ένας δυστοπικός βηματισμός προς την ολοκλήρωση, λίγο πριν την τελική ευθεία του "All For Nothing". Εάν στο Nothing But the Whole ο τρόμος ήταν ακόμα ανθρώπινος, σωματικός και υπαρξιακός, στο Nowhere Speaks μεταλλάσσεται σε κάτι πλήρως αλλοτριωμένο, μακριά από όλα όσα θυμίζουν την ανθρώπινή του φύση. Η σάρκα δεν υποφέρει πλέον από τις δικές της εσωτερικές φοβίες, αλλά συνθλίβεται από τις λαμαρίνες και τα έμβολα μιας απρόσωπης μηχανής.Ο δίσκος που έφερε την ολοκλήρωση ενός σκοτεινού, αριστοτεχνικά σχεδιασμένου σχεδίου που παρέμενε αδρανές και ανεξήγητο για δώδεκα ολόκληρα χρόνια έρχεται στο τέλος του, ή μήπως όχι; Καθώς το "All For Nothing" οδεύει προς την ολοκλήρωσή του, οι ηχητικές συχνότητες κορυφώνονται στην απόλυτη έκσταση και οι νότες διολισθαίνουν με απόλυτη μαθηματική ακρίβεια στους μακρινούς, απόκοσμους κιθαριστικούς ήχους από την αρχή του "Go And Hope" του Nothing But the Whole.
Οι Emptiness κατασκευάζουν έναν αληθινό, ατέρμονα βρόγχο. Το τέλος του Nowhere Speaks πυροδοτεί την αρχή του Nothing But the Whole, και το τέλος εκείνου οδηγεί εκ νέου στην αρχή του Nowhere Speaks. Μας εγκλωβίζουν σε έναν κυκλικό, υπνωτικό εφιάλτη χωρίς διέξοδο. Μια αέναη φυλακη. Ένα Möbius strip για τους 2-3 μορφωμένους. Δεν είμαι σίγουρος πως θα μπορούσα να συνοψίσω έναν τέτοιο δίσκο χωρίς να το αδικήσω. Είναι ένα σκοτεινό, εγκεφαλικό αρχιτεκτόνημα και παράλληλα μια εικαστική δίνη. Μια τολμηρή, αμετανόητα avant-garde κατάθεση ψυχής, και πλέον μπορούμε με ευκολία να κατατάσσουμε αυτούς τους δύο αλληλένδετους δίσκους στα κορυφαία concept albums του ακραίου ήχου.










