Πριν από τέσσερα χρόνια, με το The Other Side of Make-Believe, οι Interpol παρέδωσαν έναν δίσκο αξιοπρεπή αλλά αποστασιοποιημένο, προϊόν μιας εποχής εγκλεισμού και αβεβαιότητας. Ήταν εύκολο τότε να υποθέσει κανείς ότι η δημιουργική ορμή της μπάντας είχε αρχίσει να εξαντλείται. Άλλωστε, λίγα συγκροτήματα μπορούν να παραμείνουν ουσιαστικά μετά από είκοσι πέντε χρόνια πορείας χωρίς να γίνουν απλώς μια σκιά του εαυτού τους. Το This Mirror Weighs a Ton, όγδοο άλμπουμ των Νεοϋορκέζων και πρώτο για την Partisan Records, δεν διαψεύδει πλήρως αυτή την αίσθηση, αλλά σίγουρα την αμφισβητεί.
Η σημαντικότερη αλλαγή είναι αρχικά πρακτική και έπειτα καλλιτεχνική. Για πρώτη φορά μετά το El Pintor (2014), οι Interpol επέστρεψαν στη Νέα Υόρκη για τις ηχογραφήσεις, συνεργαζόμενοι με τον Andrew Wyatt, έναν παραγωγό περισσότερο γνωστό από τις δουλειές του με την Charli XCX και τη Rosalía παρά με συγκροτήματα του post-punk ήχου. Η παρουσία του γίνεται αισθητή σχεδόν παντού: έγχορδα, πνευστά και πιο σύνθετες ενορχηστρώσεις προσδίδουν στα τραγούδια μια αίσθηση βάθους που έλειπε από τις πρόσφατες κυκλοφορίες τους. Παράλληλα, η ενεργή συμμετοχή του πληκτρά Brandon Curtis και του μπασίστα Brad Truax στη διαδικασία σύνθεσης διευρύνει το ηχητικό πεδίο του συγκροτήματος.
Το ομώνυμο εναρκτήριο κομμάτι λειτουργεί ως μια απρόσμενη δήλωση προθέσεων. Ένας υπνωτικός ρυθμός, σχεδόν τελετουργικά κρουστά και τα στοιχειωμένα πίσω φωνητικά της Juliet Seger-Banks συνθέτουν ένα κομμάτι που φλερτάρει ανοιχτά με την trip-hop αισθητική. Για μια στιγμή, οι κιθάρες, το θεμέλιο του ήχου των Interpol, περνούν σε δεύτερο πλάνο. Είναι ίσως η πιο τολμηρή εισαγωγή που έχουν επιχειρήσει εδώ και χρόνια.
Κι όμως, ο δίσκος δεν συνεχίζει αποκλειστικά προς αυτή την κατεύθυνση. Αντίθετα, επιλέγει να θέσει τη νέα του γλώσσα σε διάλογο με όλα όσα αγαπήσαμε στο παρελθόν τους. Οι χαρακτηριστικές σκοτεινές κιθάρες, τα πολυεπίπεδα ρεφρέν και η μελαγχολική πολυτέλεια που ανέκαθεν χαρακτήριζε το συγκρότημα παραμένουν παρόντα, αλλά δέχονται και αρκετές νέες επιρροές. Το "Iron City" μετατρέπει μια μοναχική περιπλάνηση στο Central Park σε στοχασμό πάνω στην τεχνητή νοημοσύνη. Το "Wake Up" εκπλήσσει με μια σχεδόν παιγνιώδη ρυθμική προσέγγιση, ενώ το "See Out Loud" εξερευνά τη σύγχρονη αποξένωση μέσα από το πρίσμα μιας ψηφιακής κατακερματισμένης ταυτότητας. Στο "Wounded Soldier", η βία παρουσιάζεται ως εμπειρία που βιώνεται κυρίως μέσα από οθόνες και όχι στα πεδία των μαχών.
Το νήμα όλων αυτών των θεματικών δένεται στο κλείσιμο του δίσκου, το εξαιρετικό "Sudden". Εκεί αποκαλύπτεται ότι ο πόνος που διατρέχει το άλμπουμ δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Είναι ένας πόνος παλιός, συσσωρευμένος, που ωρίμαζε αργά μέσα στα χρόνια και ο «καθρέφτης» του τίτλου ζυγίζει έναν τόνο γιατί κουβαλά κάθε εικόνα, κάθε συμβιβασμό, και κάθε μετάνοια. Η ιδέα αυτή αποτυπώνεται και στο εξώφυλλο. Αντί για έναν καθρέφτη, βλέπουμε κάμερες παρακολούθησης. Η εικόνα είναι εύστοχη: σήμερα η ταυτότητά μας ορίζεται λιγότερο από το πώς βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας και περισσότερο από το πώς μας καταγράφουν οι άλλοι. Ο καθρέφτης γίνεται μια νοσταλγική ανάμνηση μιας εποχής όπου η αυτοεικόνα ήταν προσωπική υπόθεση. Το πραγματικό βάρος του δίσκου βρίσκεται στη συνειδητοποίηση ότι ζούμε διαρκώς υπό το βλέμμα κάποιου άλλου.
Το This Mirror Weighs a Ton δεν πρόκειται να επαναφέρει τους Interpol στη θέση που κατείχαν στις αρχές των 00s, αλλά ούτε έχει και ανάγκη να το κάνει. Η αξία του βρίσκεται αλλού: είναι ένας δίσκος που αρνείται να αναμασήσει το παρελθόν και προτιμά να διευρύνει το λεξιλόγιό της μπάντας. Οι ηλεκτρονικές πινελιές, οι πιο φιλόδοξες ενορχηστρώσεις και η θεματική του ωριμότητα συνθέτουν το πιο ενδιαφέρον έργο τους εδώ και πολλά χρόνια. Γιατί όταν σήμερα ένα μεγάλο μέρος του σύγχρονου ροκ αρκείται στην ανακύκλωση δοκιμασμένων συνταγών, οι Interpol εξακολουθούν να αναζητούν νέους δρόμους μέσα στο δικό τους σκοτεινό σύμπαν. Και μόνο γι’ αυτό, το This Mirror Weighs a Ton αξίζει κάτι παραπάνω από την προσοχή μας.










