Future – The Real Me

Το αποτύπωμα του Future στην trap μουσική και όχι μόνο είναι κάτι παραπάνω από μεγαλοπρεπές. Με χιλιάδες μιμητές, πετυχημένους και μη, που προσπάθησαν να πατήσουν με το flow του, να αντιγράψουν την χαρακτηριστική χροιά του, να γίνουν αυτή η σκοτεινή, μυστικοπαθής και αναίσθητη φιγούρα που έχει σκιαγραφήσει ο ίδιος για τον εαυτό του, έχει χτίσει ένα μύθο στο χώρο του,  ο οποίος ξεπερνά ίσως και το πραγματικό του δισκογραφική του resumé. Ο κατάλογός του μετράει αρκετά σπουδαία mixtapes στα 2010s, το κλασσικό πλέον DS2, και οι ηχηρές συνεργασίες με τον Drake στο "What A Time To Be Alive" και τον Metro Boomin στα σχετικά πρόσφατα "We Don’t Trust You" και "We Still Don’t Trust You", αλλά μαζί με αυτά έχει κυκλοφορήσει άλλες τόσες μετριότητες, όπου συνήθως έμοιαζε με μια ακόμη κόπια του ίδιου του εαυτού. Δυστυχώς, το The Real Me ήρθε να επιβεβαιώσει την αρκετά μονοδιάστατη καλλιτεχνική του υπόσταση και να επαναφέρει στο προσκήνιο όλες τις κριτικές τις οποίες έχουν ασκηθεί στη μουσική του.

Αρχικά, η ύπαρξη 22 τραγουδιών με διάρκεια περίπου στη 1 ώρα, σε συνδυασμό με την παντελή απουσία κάποιου feat, καθιστούν τη κυκλοφορία αυτή καταδικασμένη εξ ‘αρχής, μιας και ο ίδιος ο Future σε αυτή τη φάση δείχνει ανήμπορος να κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο για τόση ώρα. Και αυτό ήταν ήδη γνωστό από πριν, δε χρειαζόταν να ακούσεις το δίσκο για να το καταλάβεις. Μπορεί το 2015 ένας δίσκος του, με διάρκεια 1 ώρα να ήταν πιο ελκυστικός, αλλά αφενός αυτό που έκανε τότε ακουγόταν φρέσκο και ξένο, με τον ίδιο να φέρνει τις καλύτερες ερμηνείες του στο τραπέζι, και αφετέρου οι παραγωγές στις οποίες πατούσε συνόδευαν απόλυτα αυτήν την ψυχεδελική και σκοτεινή ατμόσφαιρα που του ταιριάζει. Δυστυχώς το 2026 δεν ισχύει, σχεδόν, τίποτα από τα δύο.

Υπάρχουν αρκετά κομμάτια που θυμίζουν τον παλιό καλό Future σε αυτόν τον δίσκο. Το εναρκτήριο "F*ck A Interview", το απίστευτα υπεροπτικό "Tank Top Pluto", το πιασάρικο "Konnichiwa", το αλήτικο και αμετανόητο "Snow In Skyami", το συνοδευόμενο από ένα υπέροχο ορχηστρικό sample «Weight Up» με την πιο μουδιασμένη ερμηνεία του στο δίσκο, όλα αυτά είναι αρκετά καλές προσπάθειες , συνέχειας της πατροπαράδοτης φόρμουλας που τον κατέδειξε, με ευχάριστες παραγωγές, άγρια και εγωκεντρική διάθεση, πάμπολλα ad-libs και τις πιασάρικες πινελιές του.  Δυστυχώς αυτά αποτελούν μόνο ένα μέρος του, μιας και συνυπάρχουν με πολλές άλλες προσπάθειες του να ακολουθήσει το ίδιο μονοπάτι, με το αποτέλεσμα εκεί να μοιάζει σαν να το έκανε κάποιο AI με prompt "Future Type Song", ή ακόμα και "Drake Type Song". Ιδιαίτερα κομμάτια, όπως το "California Girls" και το "Big Moments" μοιάζουν με βαρετά demos που απέρριψε ο Drake, από τις μελωδίες και τα flow στην ερμηνεία του Future, μέχρι τους στίχους και τις παραγωγές, ενώ και στα προαναφερθέντα καλά κομμάτια του δίσκου, δεν υπήρξαν τα ίδια μεγάλα ύψη σε επίπεδα πιασάρικων στοιχείων σε συνδυασμό με απροκάλυπτους στίχους. Και αυτό προδίδει αφενός μια έλλειψη προσπάθειας από τον ίδιο και αφετέρου την αδυναμία του να φέρει νέες ενδιαφέρουσες ιδέες στα κομμάτια του.

Το δεύτερο τμήμα της παραπάνω πρότασης, βέβαια, είναι πιο εμφανές από ποτέ, μιας και οποία προσπάθεια κάνει στο δίσκο να πειραματιστεί, στη μεγάλη πλειοψηφία του ακούγεται αμήχανη ή και αστεία. Στο πολυσυζητημένο "2018" για το μισό και βάλε κομμάτι χρησιμοποιεί την ενοχλητική ψιλή χροιά που μας είχε παρουσιάσει το 2018 στο κομμάτι "King’s Dead", δημιουργώντας μου την απορία ποιος έδωσε το πράσινο φως να κυκλοφορήσει αυτό. Η προσπάθεια του να κάνει τον The Weeknd στην εμπνευσμένη από 80s pop παραγωγή του "Hollywood", φαντάζει βαρετή και άχρωμη, δίχως καμία πυγμή και ενέργεια, και δίχως να μπορεί να αναγνωρίσει τις περιορισμένες δυνατότητες του στο τραγούδι, κάτι που γίνεται ακόμα πιο έντονο στο "Cast A Spell". Ακόμα και η προσπάθεια του σε μια νέα συνεργασία με τον καταξιωμένο Pharrell Williams ακούστηκε σαν κακό leak από κάποιο τυποποιημένο early 2010s pop, με ευθύνη και του Future, αλλά κυρίως λόγω της παραγωγής.

Υπάρχουν στιγμές που οι πειραματισμοί του αποφέρουν κάτι πιο ιδιαίτερα ευχάριστο στο αυτί, όπως το απίστευτα ατμοσφαιρικό "Feeling I Give", ή το αιθέριο χτίσιμο στο ευάλωτο "Misery", όπου η φωνή του Future χρησιμοποιείται προς όφελός του και καταφέρνει να ξεκλειδώσει νέα συναισθηματικά μονοπάτια στον ακροατή παράλληλα με το ψυχρό, τοξικό αρσενικό που υπηρετεί. Βέβαια, ακόμα και εδώ, οι αλχημείες στη μίξη της φωνής του το κάνει να μοιάζει κάπως μισοτελειωμένο, σα να λείπει μία ακόμα στρώση φωνής που θα αποτελέσει το κύριο πόλο προσοχής του κομματιού, πρόβλημα που παρατηρείται και στο πιο ωμό "Kick".

Καταληκτικά, η αποτίμηση του δίσκου δείχνει ένα μεγάλο αχταρμά, ο οποίος, δυστυχώς, δε σώθηκε από το εξαιρετικό outro του δίσκου, "Eye To Eye", όπου τόσο η παραγωγή, όσο και η εκτέλεση του ίδιου του  Future κατάφεραν να προσφέρουν το συναισθηματικό βάθος για το οποίο μιλούσε ο Andre 3000 στο skit του "No Misery". Ο δίσκος ακροβατούσε ανάμεσα σε καλό-εκτελεσμένες αλλά τυποποιημένες συνταγές, και σε πειραματισμούς με μεγάλη διακύμανση στο τελικό αποτέλεσμα. Σίγουρα για τους fans του υπάρχει μπόλικο υλικό που θα κατακλύσει τα playlists τους και όταν πρόκειται για το σκοτεινό και άγριο μονοπάτι της trap ο Future δύσκολα στραβοπατάει, αλλά από την άλλη η όποια προσπάθεια να χαράξει νέα μονοπάτια, με φρέσκες ιδέες, μελωδίες και flows δείχνει, κατά κύριο λόγο, λειψή και άβολη.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network