Από τότε που εμφανίστηκε σαν μια σκιά πίσω από το Blue Lines των Massive Attack μέχρι τη στιγμή που το Maxinquaye άλλαξε για πάντα το λεξιλόγιο της σύγχρονης μουσικής, o Tricky δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να υπηρετήσει κάποιο είδος. Δημιούργησε έναν χώρο, έναν δικό του τόπο όπου η hip hop, η dub, η post-punk, η soul και η electronica έμοιαζαν σαν αναμνήσεις που είχαν ήδη αρχίσει να ξεθωριάζουν.
Ίσως γι' αυτό και κάθε νέος δίσκος του ακούγεται σαν μια επιστροφή σε κάποιο σπίτι που δεν υπάρχει πια. Το Different When It's Silent, το δέκατο πέμπτο προσωπικό του άλμπουμ και πρώτο έπειτα από έξι χρόνια, δεν επιχειρεί να αναστήσει το παρελθόν ούτε να αποδείξει ότι ο Tricky παραμένει επίκαιρος. Όλοι ξέρουμε ότι ποτέ δεν έτρεφε τέτοιες ανασφάλειες. Αντίθετα, τώρα μοιάζει με έναν άνθρωπο που περπατά μόνος μέσα σε μια άδεια πόλη, αφήνοντας τους ήχους να μιλήσουν εκεί όπου οι λέξεις αποτυγχάνουν.
Από τις πρώτες νότες του "I Still See Me There", οι κιθάρες χτυπούν βαριά σαν βρεγμένο τσιμέντο, ενώ ο ρυθμός με το μπάσο κουβαλάει μια παράξενη αίσθηση επικείμενης κατάρρευσης. Η παρουσία του Mitch Sanders αποδεικνύεται καταλυτική. Η φωνή του νεαρού τραγουδιστή δεν λειτουργεί ως αντίβαρο στον Tricky, αλλά σαν μια δεύτερη σκιά που περπατά δίπλα του. Οι δυο τους δεν τραγουδούν πάντα. Ψιθυρίζουν, αναπνέουν, αφήνουν τα κενά να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία από τις ίδιες τις νότες.
Το εντυπωσιακό είναι πως, παρά τη συνεργασία, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για έναν καθαρά προσωπικό δίσκο του Tricky. Οι ηλεκτρονικές υφές που κάποτε βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή έχουν πλέον υποχωρήσει. Τη θέση τους παίρνουν κιθάρες, ζωντανές ενορχηστρώσεις και μελωδίες που μοιάζουν περισσότερο με εξομολογήσεις παρά με συνθέσεις. Θα έλεγα ότι είναι ένας δίσκος λιγότερο "trip hop" και περισσότερο υπαρξιακός.
Κάτω όμως από αυτή τη σχετική μουσική απλότητα κρύβεται κάτι πολύ πιο σύνθετο. Ο Tricky δεν γράφει για την απώλεια σαν μια αφηρημένη έννοια. Την έχει γνωρίσει με τον πιο βίαιο τρόπο. Ο θάνατος της κόρης του το 2019 άλλαξε ανεξίτηλα τον τρόπο που ακούει και δημιουργεί μουσική. Και αυτό διαπερνά σχεδόν κάθε στιγμή του Different When It's Silent. Έτσι, η θλίψη εδώ δεν παρουσιάζεται ποτέ ως παθητική κατάσταση, αλλά συνυπάρχει με θυμό, ενοχή, αδυναμία και μια επίμονη προσπάθεια να συνεχίσει κανείς να αναπνέει όταν ο κόσμος έχει ήδη μετακινηθεί από τη θέση του.
Το "So Cold" μοιάζει στιγμιαία να ανοίγει ένα παράθυρο φωτός, μόνο που οι υπόγειες λέξεις που φέρνει ο Tricky δεν σε αφήνουν ποτέ να πιστέψεις πραγματικά στην αισιοδοξία του. Γιατί ο Tricky ξέρει πως ακόμη και οι πιο φωτεινές αναμνήσεις κουβαλούν μέσα τους μια σκιά. Και όσο ο δίσκος προχωρά, αυτή η σκιά μεγαλώνει διακριτικά, χωρίς μελοδραματισμούς.
Η κορύφωση έρχεται με το "Out Of Place". Εδώ ο Mitch Sanders αποσύρεται και η γνώριμη συνεργάτιδά του Marta επιστρέφει για να συνοδεύσει τον Tricky σε ένα από τα πιο γυμνά και οδυνηρά τραγούδια που έχει γράψει τα τελευταία χρόνια. Δεν υπάρχει καμία προσπάθεια εξιδανίκευσης του πένθους. Υπάρχει μόνο ο ωμός του παλμός. Οι ήχοι συσσωρεύονται σαν κύματα μνήμης, οι φωνές μπλέκονται μεταξύ τους και η οργή γίνεται σχεδόν απτή.
Αυτό ήταν πάντοτε το μεγάλο χάρισμα του Tricky. Δεν χρησιμοποιεί τη μουσική για να περιγράψει συναισθήματα. Τη χρησιμοποιεί για να τα κατασκευάσει μέσα στο σώμα του ακροατή. Όπως ένας ζωγράφος δουλεύει με το φως και τη σκιά αντί για τις μορφές, έτσι κι εκείνος χτίζει ψυχολογικά τοπία όπου ο ήχος προηγείται της λογικής. Δεν υπάρχουν εύκολα ρεφρέν ούτε στιγμές κάθαρσης. Υπάρχουν μόνο δωμάτια γεμάτα αντίλαλους. Και η σύμπραξη με τον Mitch Sanders αποδεικνύεται ιδανική, χαρίζοντας στον Tricky έναν από τους πιο ουσιαστικούς και συναισθηματικά φορτισμένους δίσκους της ύστερης δημιουργικής του περιόδου.
Τρεις δεκαετίες μετά το Maxinquaye, ο Tricky εξακολουθεί να παραμένει ένας από τους ελάχιστους δημιουργούς που δεν ακούγονται σαν κανέναν άλλον, ούτε καν σαν τον νεότερο εαυτό τους. Το Different When It's Silent δεν είναι μια νοσταλγική επιστροφή ούτε μια προσπάθεια αναβίωσης μιας ένδοξης εποχής. Είναι ένας δίσκος που αποδέχεται ότι κάποιες πληγές δεν κλείνουν ποτέ και απλώς μαθαίνουν να τραγουδούν.
Και όταν το άλμπουμ τελειώσει, δεν μένει η αίσθηση ότι άκουσες μια συλλογή τραγουδιών. Μένει η εντύπωση πως πέρασες για σαράντα περίπου λεπτά μέσα από το όνειρο κάποιου άλλου. Ένα όνειρο σκοτεινό, εύθραυστο και παράξενα παρηγορητικό, που συνεχίζει να ηχεί ακόμη κι όταν η σιωπή επιστρέψει.










