Η πορεία των Caelestia υπήρξε ανέκαθεν μια διαδικασία εξέλιξης και αναζήτησης. Στην πρώτη τους περίοδο, το συγκρότημα μας συστήθηκε μέσα από ένα symphonic death metal πρίσμα, μπολιασμένο με οπερετικά γυναικεία φωνητικά μέσα από τα δύο εξαιρετικά ενδιαφέροντα Beneath Abyss το 2015 και Thanatopsis το 2017. Μια πολύ προσεγμένη, λουστραρισμένη παραγωγή με βαριά ορχηστρικά backgrounds, επιβλητικά πλήκτρα και το κλασικό δίπολο “η πεντάμορφη και το τέρας” στα φωνητικά.  Η συνέχεια, ωστόσο, έφερε αλλαγές. Με την κυκλοφορία του μετέπειτα EP τους με τίτλο Infernalia , οι Caelestia στράφηκαν σε πιο περπατημένα death metal μονοπάτια, παρουσιάζοντας όμως μια σαφώς φωτεινότερη και τεχνικότερη χροιά από την πεπατημένη του είδους. Και ενώ τα τέσσερα κομμάτια εκείνης της κυκλοφορίας ήταν καταπληκτικά, άφηναν διάχυτη την αίσθηση ενός ιδιότυπου «συνδρόμου της μεσαίας περιόδου». Δηλαδή πολλές ιδέες και μια μπάντα σε μεταβατικό στάδιο που έψαχνε να στεριώσει το νέο της ύφος. 

Ευτυχώς, το Revelations in Black έρχεται να δώσει την οριστική απάντηση. Το νέο full-length θεωρώ πως είναι το απόλυτο απόσταγμα αυτής της στροφής στον ήχο του παραδοσιακού, καταστροφικού death metal.  

Υπάρχει ένας άγραφος νόμος, και όταν λέω υπάρχει εννοώ πως τον εισάγω αυτή τη στιγμή. Δεν χάνεις ποτέ με death metal δίσκο που ξεκινά με ακουστική εισαγωγή. Είτε λέγεται Considered Dead των Gorguts, Dying Remains των Morta Skuld, Where No Life Dwells των UnleashedThe Bowels Of Repugnance από Broken Hope ή το Insane Sickness των Tyrant Trooper και Endless των Disinterment (για τους λίγους και καλούς)... τα παραδείγματα είναι μπροστά στα μάτια μας και δεν μπορούμε να τα αγνοήσουμε. Είναι γνωστό τοις πάσι και οι Caelestia δείχνουν να το γνωρίζουν καλά και με το "La Morte Amoureuse" μας συστήνουν το νέο τους πόνημα. 

Το πρώτο ουσιαστικά κομμάτι του άλμπουμ έρχεται με το "Buried" και μάς εισάγει στον ανανεωμένο κόσμο των Caelestia με όλες τις αξιώσεις. Το χαρακτηριστικό riff και τα βαθιά φωνητικά είναι τα πρώτα που τραβούν την προσοχή. Όμως την πραγματική αποκάλυψη φέρνει η ρυθμικη ποικιλια και οι χορταστικές μπασσογραμμές που πρωταγωνιστούν χωρις να υποβιβαζουν τα riffs.  Ένα υποδειγματικό ξεκίνημα που προετοιμάζει το έδαφος για το σκοτάδι που ακολουθεί. H παραγωγή του Zach Ohren φέρνει έναν τελείως νέο αέρα, ή μάλλον τελείως παλιό αέρα. Είναι ο άνθρωπος που ευθύνεται για τον μεγαλειώδη ήχο των Immolation από το Majesty And Decay μέχρι σήμερα και εδώ έχει κάνει φοβερή δουλειά. Κάθε όργανο ακούγεται γεμάτο και όλα μαζί γεμίζουν τα ηχεία με ένα πραγματικά καλοπαιγμένο death metal. 

Με το "Jutland" οι ταχύτητες πέφτουν και χτίζουν αργά και βασανιστικά έναν αργόσυρτο, doom/death όλεθρο. Ένα σκοτεινό χρονικό που αφηγείται την καταστροφική ναυμαχία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στις βορειοδυτικές ακτές της Δανίας. Μετά τη doom μυσταγωγία που προηγήθηκε, η ανάγκη για κάθαρση είναι επιτακτική. Το "Wolves" είναι ένας Bolt Thrower-ικός ύμνος φτιαγμένος για live. Γιατί προφανώς δεν υπάρχει τίποτα πιο λυτρωτικό από το να ουρλιάζεις «no surrender, no retreat», την ώρα που από πίσω ξεδιπλώνεται μια μπετόν αρμέ, ισοπεδωτική γκρούβα. Τρομερή δουλειά έχει γίνει επίσης και από την νέα προσθήκη, τον Marc Reign πίσω από το drumkit. Ο πρώην drummer των Morgoth και των Destruction φέρνει μια στιβαρότητα και μια ρυθμική τεχνογνωσία που σίγουρα έχει συντελέσει σε αυτό το τρομερό αποτέλεσμα. 

Ακολουθεί το απόλυτο masterpiece του δίσκου, και της καριέρας των Caelestia συνολικά. Το "The Slopes of Tenmpkuzan" μετά από μια σύντομη ακουστική εισαγωγή μας βυθίζει σε ασταμάτητες κιθαριστικές δίνες και ακροβατεί τέλεια ανάμεσα σε μελαγχολικά leads, βίαιες επιθέσεις και θανάσιμες γκρούβες. Ακριβώς όπως και οι Σαμουράι το 1500, οι Caelestia πολεμούν για να κρατήσουν ζωντανό τον ήχο της παλιάς σχολής, την ώρα που γύρω τους υψώνονται τα τείχη της μοντέρνας εποχής, των πλαστικών παραγωγών και των cookie-cutter ήχων. 

Άλλη μια ισοπεδωτική επίθεση παλαιάς κοπής, χωρίς καμία διάθεση για συμβιβασμούς ή εκπτώσεις στην αγριάδα φέρνει το "Fall of the Demon King". Μοναδικό παράπονο μου πως δεν αναπτύχθηκε αρκετά το δεύτερο μισό του κομματιού γιατί το μελωδικό του ξέσπασμα ήταν πραγματικά αποθεωτικό. 

Δεύτερο ιντερλούδιο του άλμπουμ με το "Five Unicorns and a Pearl". Ενώ τέτοιες ανάπαυλες είναι πάντα ευπρόσδεκτες στο death metal (και καμιά φορά απαραίτητες), η αλήθεια είναι πως το Revelations in Black διαθέτει ήδη τόση συνθετική ποικιλία και κυλάει τόσο αρμονικά, που η συγκεκριμένη παύση δεν ήταν καθόλου απαραίτητη για την οικονομία του δίσκου. Το ομώνυμο φέρνει άλλη μια ωμή death metal λαίλαπα και έναν συρφετό από blasts, συνοδευόμενα μονάχα από τις απολύτως απαραίτητες πινελιές μελωδίας για να σπάει η μονοτονία ενώ το "Reflection of the Beast" είναι βγαλμένο απευθείας από το συνθετικό playbook της ύστερης περιόδου των At The Gates

Τέλος, το "Dead Eternal", ήταν το βασικό single και ο καλύτερος τρόπος να εισαχθεί κανείς στον κόσμο του Revelations in Black. Όλη η συνταγή των Caelestia δίνει βροντερό παρόν. Βαρβάτο βασικό riff, βρυχηθμοί από τα βάθη της αβύσσου και το groove να πρωταγωνιστεί. Αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στον Per Ohlin, με τους στίχους να είναι αποσπάσματα από τις ποιητικές του συλλογές έρχεται ως ιδανική εξόδιος ακολουθία σε έναν καταπληκτικό δίσκο. 

Το Revelations in Black είναι 44 λεπτά αγνού, ανόθευτου death metal. Οι Caelestia ξεπέρασαν όλες τις δημιουργικές συμπληγάδες (μιας και είμαστε σε mood Οδύσσειας), βρήκαν την ακριβή τους ταυτότητα και παραδίδουν έναν δίσκο υπόδειγμα. Ο ήχος ο παλιός, ο ορθόδοξος είναι εδώ, ζωντανός και πιο συμπαγής από ποτέ. 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network