Antoine Chessex & Dave Phillips – Vrhältnis

Η πρώτη μέρα στο γραφείο μετά την καλοκαιρινή άδεια έχει πάντα κάτι από τιμωρία. Μετά από λίγες μέρες που ο χρόνος είχε χάσει τη γνώριμη επαγγελματική γεωμετρία του, ξαφνικά επιστρέφεις μπροστά σε μια οθόνη, σε emails, deadlines, καφέδες που κρυώνουν δίπλα στο πληκτρολόγιο και η ζωή προσπαθεί να ξαναμπεί στις ράγες της με εκείνη τη γνώριμη, ελαφρώς προσβλητική κανονικότητα. Σαν να μην συνέβη τίποτα. Ίσως γι' αυτό σήμερα ξεκίνησα τη δουλειά με λίγο σκληρό θόρυβο, αντί για μουσική. Γιατί, όπως ξέρουμε υπάρχει μουσική που παίζει από κάποιο ραδιόφωνο σε ένα διπλανό κομπιούτερ, σαν δημόσιος υπάλληλος που βαριέται τη ζωή του και υπάρχει (ευτυχώς) και η antimusic. Και τα δύο μπορούν να είναι τέχνη και η διαφορά τους δεν βρίσκεται απαραίτητα στον ήχο, αλλά στην πρόθεση. Γιατί, η μουσική συνήθως προσπαθεί να οργανώσει τον θόρυβο σε κάτι που μπορούμε να αναγνωρίσουμε. Η antimusic κάνει το αντίθετο: παίρνει τον θόρυβο, τον αφήνει να σταθεί όρθιος και μας ζητάει να τον αντιμετωπίσουμε χωρίς το μαξιλάρι της μελωδίας, της αρμονίας, ή της ευκολίας.

Το harsh noise είναι ίσως μια από τις πιο ακραίες εκδοχές αυτής της ιδέας. Εννοείται πως δεν σε προσκαλεί να τραγουδήσεις μαζί του και επίσης δεν δίνει δεκαρα αν θα το χαρακτηρίσεις «ωραίο». Σε βάζει μπροστά από μια ελεγχόμενη έκρηξη από παραμόρφωση, feedback, βασανιστικές συχνότητες, υφές και σιωπές, σαν να είναι η μουσική μιας ακραίας horror ταινίας που δεν γυρίστηκε ποτέ, αλλά παίζει ζωντανά από κάποιον που έχει αποφασίσει ότι το ηχητικό περιβάλλον είναι από μόνο του η παράσταση. Κι όμως, πίσω από αυτή την επίφαση του χάους υπάρχει συχνά ένας τρομακτικός βαθμός ελέγχου. Για να κατασκευάσεις σωστά τον θόρυβο πρέπει να γνωρίζεις τον ήχο. Πρέπει να ξέρεις πότε μια συχνότητα γίνεται φυσική ενόχληση, πότε η παραμόρφωση αποκτά υφή, πότε η επανάληψη μετατρέπεται σε υπνωτισμό. Γιατί, αγαπητοί μου και το χάος, τελικά, θέλει τον καλό μάστορά του, τον καλό αρχιτέκτονα.

Η συγκεκριμένη κυκλοφορία που ανοίγει τη νέα σεζόν είναι για την ακρίβεια δομημένη από δύο αρχιτέκτονες του θορύβου. Αποτελείται από δύο συνθέσεις, η ιστορία των οποίων ξεκινάει το 2005, όταν οι δύο Ελβετοί Antoine Chessex και Dave Phillip περιόδευαν μαζί στη χώρα τους. Λωζάνη, Βασιλεία, ένα studio session στο Dynamo/Popkredit Studio της Ζυρίχης. Και μετά σιωπή. Οι ηχογραφήσεις μπήκαν στο αρχείο και έμειναν εκεί σχεδόν είκοσι χρόνια, σαν δύο άνθρωποι που χωρίστηκαν χωρίς να πουν ακριβώς αντίο. Το 2025 ξαναβγήκαν στην επιφάνεια. Ο Chessex και ο Phillips τις άκουσαν ξανά με αυτιά που είχαν στο μεταξύ γεμίσει με άλλες ζωές, άλλους θορύβους, και άλλες εμμονές. Τις έκοψαν, τις παραμόρφωσαν, τις επανέφεραν, τις έθαψαν κάτω από στρώματα ήχου και τις ξαναέβγαλαν στην επιφάνεια. Από εκεί γεννήθηκαν τα δύο μεγάλης διάρκειας κομμάτια του δίσκου, "Iischtellig" και "Tüüfi". Και είναι κάπως συγκινητικό να σκέφτεσαι ότι ένα κομμάτι ήχου μπορεί να περιμένει είκοσι χρόνια για να ολοκληρωθεί.

Το Vrhältnis ακούγεται σαν αρχαιολογική ανασκαφή σε έναν πολιτισμό που δεν γνωρίζουμε αν υπήρξε. Musique concrète, harsh noise, βαριά ηλεκτρονικά, θραύσματα φωνών και υφές που μοιάζουν να έχουν ξεκολλήσει από κάποια άλλη πραγματικότητα. Όμως πίσω από την πυκνότητα υπάρχει κάτι πολύ πιο δύσκολο να ονομαστεί: μια αίσθηση φυσικότητας. Σαν ο ήχος να μην κατασκευάζεται αλλά να ανακαλύπτεται. Και τότε εμφανίζονται οι φωνές. Οι οποίες, όπως μας ενημερώνει το PR, προέρχονται από το Silvesterchlausen, μια αρχαία χειμωνιάτικη παράδοση της βορειοανατολικής Ελβετίας, όπου μεταμφιεσμένες μορφές διασχίζουν τα χωριά μέσα στον χειμώνα, και οι φωνές αυτές εστο άλμπουμ δεν λειτουργούν ως folklore διακόσμηση. Ακούγονται σαν κάτι που έρχεται από πολύ μακριά. Από ένα δάσος χωρίς χάρτη. Από μια εποχή πριν ο άνθρωπος αποφασίσει να χωρίσει τον ήχο σε μουσική και θόρυβο.

Κάπου ανάμεσα στις παραμορφώσεις και στις σκιές τους, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται: Τι ώρα έχει πάει; Ίσως αυτή να είναι η σωστή ερώτηση για έναν δίσκο που χρειάστηκε δύο δεκαετίες για να βρει τη μορφή του.

Ο Antoine Chessex κουβαλά μαζί του μια ολόκληρη ιστορία πειραματικής μουσικής. Από τα τέλη των 90s, ξεκίνησε ως αυτοσχεδιαστικός σαξοφωνίστας και σύντομα βρέθηκε βαθιά μέσα στις πιο ακραίες περιοχές του noise. Υπήρξε μέλος των MONNO, συνεργάστηκε με μορφές όπως ο Zbigniew Karkowski, ο Jérôme Noetinger και ο Valerio Tricoli και πέρασε από φεστιβάλ και χώρους όπως τα CTM, Unsound, Berghain και Café OTO. Η διαδρομή του δεν ήταν ποτέ ακριβώς από το ένα είδος στο άλλο. Ήταν περισσότερο μια διαρκής διάλυση των ορίων ανάμεσα σε performance, σύνθεση, εγκατάσταση, έρευνα και αυτοσχεδιασμό. Ο Dave Phillips έρχεται από ακόμη πιο άγρια περιοχή. Στα τέλη των 80s υπήρξε συνιδρυτής των Fear Of God, ενός από τα ονόματα που έσπρωξαν το grindcore προς την απόλυτη σωματική του έκρηξη. Αργότερα, ως βασικό μέλος της Schimpfluch-Gruppe, μαζί με τους Rudolf Eb.er και Joke Lanz, βρέθηκε στην καρδιά μιας παράδοσης που αντιμετωπίζει τον ήχο όχι ως ψυχαγωγία αλλά ως πράξη μεταφυσική, πολιτική και σωματική. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, ο Phillips εξακολουθεί να φτιάχνει μουσική που μοιάζει να δυσπιστεί απέναντι στον ίδιο τον πολιτισμό που την ακούει. Η οικολογία, η ανθρώπινη και μια "ζωώδης" κατάσταση, η βία, η αποσύνθεση, η αδυναμία του ανθρώπου να κατοικήσει χωρίς να καταστρέφει, όλα επιστρέφουν στη δουλειά του σαν επίμονα φαντάσματα.

Και κάπου εδώ, σε αυτό το άλμπουμ, οι δύο διαδρομές συναντιούνται. Όχι απαραίτητα για να δημιουργήσουν έναν "noise δίσκο". Αυτό θα ήταν υπερβολικά απλό, το καταλαβαίνουμε όλοι, φανς και μη του είδους. Αλλά το Vrhältnis μοιάζει περισσότερο με μια συνάντηση δύο διαφορετικών τρόπων να κοιτάς την άβυσσο. Ο ένας μέσα από την αρχιτεκτονική του ήχου, ο άλλος μέσα από την κατάργηση της άνεσης. Τα δύο κομμάτια δεν προχωρούν τόσο όσο μετατοπίζονται. Οι ήχοι συσσωρεύονται, εξαφανίζονται και επιστρέφουν αλλοιωμένοι. Κάτι που ακούστηκε πριν από λίγο μοιάζει ξαφνικά να έρχεται από χρόνια πριν. Το παρόν και το παρελθόν παύουν να είναι διαφορετικές χρονικές ζώνες. Γίνονται στρώσεις. Ίσως γι' αυτό το Vrhältnis να έχει αυτή την ονειρική, σχεδόν παραισθησιογόνα ποιότητα. Δεν αισθάνεσαι ότι ακούς δύο μουσικούς να επεξεργάζονται παλιές ηχογραφήσεις. Αισθάνεσαι ότι ακούς τις ίδιες τις ηχογραφήσεις να θυμούνται...

Και η μνήμη, όπως γνωρίζουμε (οι πιο τεχνικοί από εμάς), είναι ένας κακός ηχολήπτης. Κόβει, παραμορφώνει, ενισχύει λάθος πράγματα. Κρατά μια φωνή από το 2005 και πετάει όλα τα υπόλοιπα. Μετατρέπει ένα δωμάτιο σε δάσος και ένα feedback σε ανάμνηση. Και στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι η νοσταλγία για έναν ήχο είκοσι χρόνια πριν. Είναι κάτι πιο παράξενο: η αίσθηση ότι ο χρόνος δεν πέρασε ακριβώς όπως νομίζαμε. Και μερικές φορές απλώς κρύβεται και μας περιμένει μέσα στον ακραίο θόρυβο. Περιμένει, υπομονετικά, να τον ξανακούσουμε.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network