Η ισλανδική neo-classical σκηνή μοιάζει να γεννήθηκε από μια παράξενη συμφωνία ανάμεσα στο τοπίο και την εσωτερική ζωή. Σε αυτή τη χώρα η φύση δεν είναι απλώς φόντο αλλά μια καθημερινή υπενθύμιση της μικρότητας του ανθρώπου, γι' αυτό η μουσική συχνά λειτουργεί σαν ένας τρόπος να συνομιλήσεις με το κενό, το φως και τη σιωπή. Από τον μεγάλο δάσκαλο Hilmar Örn Hilmarsson, στους νεότερους εκφραστές της Jóhann Jóhannsson μέχρι τον Ólafur Arnalds, τη Hildur Guðnadóttir και τώρα δημιουργούς όπως ο Snorri Hallgrímsson, η ισλανδική neo-classical δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ ιδιαίτερα για την επίδειξη τεχνικής. Η δύναμή της βρίσκεται αλλού: στις παύσεις, στις μικρές ρωγμές ανάμεσα στις νότες, στην αίσθηση ότι ένας ήχος μπορεί να κουβαλά ολόκληρο το βάρος ενός χειμωνιάτικου ή απόκοσμου τοπίου.
Όπως και να το δεις, αντικειμενικά πρόκειται για μια μουσική που έχει γεννηθεί και έχει μεγαλώσει μακριά από τον θόρυβο του κόσμου. Γι' αυτό ίσως δεν κυνηγάει την κορύφωση, δεν ψάχνει το μεγάλο κινηματογραφικό ξέσπασμα που πολλές φορές χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ορχηστρική μουσική. Αντίθετα, προτιμά τη χαμηλή θερμοκρασία, τη λεπτομέρεια και την ανθρώπινη ατέλεια. Ένα πιάνο που ακούγεται σαν να παίζεται σε ένα ξύλινο δωμάτιο, ένα βιολί που χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει, θυμάται.
Ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της σκηνής: ενώ ο υπόλοιπος κόσμος παράγει διαρκώς περιεχόμενο, οι Ισλανδοί συνθέτες επιμένουν να δημιουργούν χώρο και σε μια εποχή υπερφόρτωσης, η σιωπή γίνεται, όπως έχουμε ξαναπεί, μια σχεδόν μια επαναστατική πράξη. Οι νότες τους δεν έρχονται για να καλύψουν το κενό, αλλά για να μας θυμίσουν ότι μέσα σε αυτό υπάρχει ακόμη κάτι ζωντανό.
Το Nowhere Sessions ηχογραφημένο σε μια απομονωμένη οικογενειακή καλύβα, κάπου βαθιά στην ισλανδική ύπαιθρο, αντιμετωπίζει τη μοναξιά όχι ως μια ρομαντική απόδραση ούτε ως κάποιο σύγχρονο υπαρξιακό αδιέξοδο, αλλά ως χώρο, έναν χώρο όπου ο χρόνος επιβραδύνεται, οι σκέψεις σταματούν να ανταγωνίζονται η μία την άλλη και η μουσική μοιάζει περισσότερο με ανάσα παρά με αφήγηση. Αναμφισβήτητα, ο Snorri Hallgrímsson ακολουθεί τη μεγάλη ισλανδική σχολή των Jóhann Jóhannsson και Ólafur Arnalds, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται στις αισθητικές της συνταγές. Το πιάνο παραμένει ο κεντρικός πυρήνας της μουσικής του, αλλά δεν λειτουργεί απαραίτητα πάντα ως πρωταγωνιστής. Αντίθετα, αφήνει χώρο στα έγχορδα, στις παύσεις, στις αντηχήσεις του ξύλου και στον αέρα που περνά ανάμεσα στις νότες. Είναι σαν αυτός ο δίσκος να καταλαβαίνει ότι η συγκίνηση γεννιέται συχνά από όσα δεν παίζονται.
Το "I Am Weary, Don't Let Me Rest" είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική στιγμή του άλμπουμ. Ξεκινά σχεδόν ψιθυριστά, για να υποδεχτεί διακριτικά φίλους και συνοδοιπόρους, σαν να ανοίγει η πόρτα ενός σπιτιού χωρίς ποτέ να διαταράσσεται η ησυχία του. Η τρομπέτα εμφανίζεται σχεδόν ντροπαλά, τα βιολιά αναπνέουν αντί να επιβάλλονται και η σύνθεση κορυφώνεται χωρίς να υψώνει ποτέ τη φωνή της. Ακόμη πιο απογυμνωμένο, το "The Stars Will Dim" μοιάζει να συνομιλεί με τη βαριά κληρονομιά του Jóhannsson. Οι μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα στις νότες δεν δείχνουν κανένα κενό αλλά τη μεγάλη σημασιά του χρόνου στη μουσική. Αυτόν που απαιτείται για να σβήσει ο ήχος, να γεννηθεί η επόμενη σκέψη και να αντιληφθείς ότι η σιωπή αποτελεί ισότιμο μέλος της ενορχήστρωσης.
Οι περισσότερες συνθέσεις ακολουθούν αυτή την οργανική αναπνοή. Ξεκινούν σχεδόν αόρατα, ανθίζουν διακριτικά και επιστρέφουν ξανά στη σιωπή, σαν κύματα που δεν ενδιαφέρονται να εντυπωσιάσουν αλλά να αφήσουν το αποτύπωμά τους στα βότσαλα της παραλίας. Ακόμη και όταν ο ίδιος τραγουδά στο "I Know You'll Follow", η φωνή λειτουργεί σαν άλλη μία υφή και όχι σαν σημείο εστίασης.
Το Nowhere Sessions θυμίζει συχνά το πνεύμα του Island Songs του Ólafur Arnalds, όχι επειδή του μοιάζει μουσικά, αλλά επειδή μοιράζεται την ίδια πίστη ότι το τοπίο, η φιλία και η συλλογική δημιουργία αποτελούν μέρος της ίδιας σύνθεσης. Η καλύβα όπου ηχογραφήθηκε δεν λειτουργεί απλώς ως στούντιο αλλά ως πέμπτο μέλος του συνόλου. Ακούς το ξύλο, τον χώρο, την ανάσα των μουσικών και καταλαβαίνεις πως η απομόνωση δεν σημαίνει μοναξιά όταν περιβάλλεσαι από ανθρώπους που ξέρουν πότε να παίξουν και, κυρίως, πότε να σωπάσουν.
O Hallgrímsson δεν ζητά την προσοχή μας με αυτό το άλμπουμ, αλλά μας προτείνει να την αφήσουμε για λίγο στην άκρη. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αρετή του Nowhere Sessions: δεν θέλει να γεμίσει τον χώρο αλλά να σου θυμίζει, όποτε του αφήνεσαι, γιατί ο υπάρχει αυτός ο χώρος.










