Oι Chat Pile είναι μια οργισμένη μπάντα που σε αναγκάζει να κοιτάξεις τη δυστυχία κατάματα. Από το God's Country μέχρι το Cool World, οι θορυβοποιοί από την Οκλαχόμα έχτισαν τη φήμη τους πάνω σε ιστορίες φτώχειας, κοινωνικής αποσύνθεσης, αποξένωσης και συλλογικής παράνοιας. Και με το τρίτο τους άλμπουμ, Who Loves The Sun, δεν αλλάζουν πορεία. Αντίθετα, ολοκληρώνουν κάτι που μοιάζει με άτυπη τριλογία και ταυτόχρονα παραδίδουν τον πιο φιλόδοξο και πολυδιάστατο δίσκο της μέχρι σήμερα πορείας τους.
Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται κανείς είναι πως οι Chat Pile αρνούνται να εγκλωβιστούν στον sludge ήχο που τους καθιέρωσε. Το Who Loves The Sun εξακολουθεί να είναι βαρύ, ασφυκτικό και ενοχλητικό με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αλλά ανοίγει το ηχητικό του πεδίο προς κατευθύνσεις που λίγοι θα περίμεναν. Alt-rock μελωδίες, shoegaze ομίχλη, post-punk νευρικότητα και ακόμη και διακριτικές trip-hop αποχρώσεις συνυπάρχουν με τις γνώριμες εκρήξεις θορύβου. Το αποτέλεσμα εννοείται πως δεν θυμίζει μια μπάντα που αναζητά εμπορικότερες λύσεις, αλλά ένα συγκρότημα που αντιλαμβάνεται πως η απόγνωση αποκτά μεγαλύτερη δύναμη όταν έχει περισσότερο χώρο να αναπνεύσει. Εκεί που παλιότερα οι Chat Pile σε καταπλάκωναν με τον όγκο τους, τώρα σε αφήνουν να βυθιστείς αργά στην αμηχανία και τον τρόμο.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και πάλι ο Raygun Busch. Ο τραγουδιστής των Chat Pile ερμηνεύει τους στίχους, λειτουργώντας περισσότερο σαν αφηγητής μιας σταδιακής ψυχικής κατάρρευσης. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μπορεί να περάσει από την ειρωνεία στην παράκληση και από την απόγνωση στην οργή, μετατρέποντας κάθε τραγούδι σε μικρό θεατρικό μονόπρακτο.
Το "Creature" ανοίγει τον δίσκο με εικόνες οικολογικής κατάρρευσης και κινηματογραφικής δυστοπίας, βάζοντας αμέσως τον ακροατή σε ένα περιβάλλον που δεν υπόσχεται καμία διέξοδο. Το επόμενο "Deep Blue" συγκαταλέγεται στα κορυφαία κομμάτια του άλμπουμ, εξερευνώντας τη διάβρωση της ταυτότητας μέσα από τη ρουτίνα και τις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής. Είναι από εκείνες τις στιγμές όπου οι Chat Pile αποδεικνύουν πως η τρομακτικότερη βία δεν είναι πάντα η σωματική, αλλά αυτή που ασκείται αθόρυβα στην καθημερινότητα. Το "Same Rules" θα μπορούσε να είναι μια μπαλάντα, έτσι όπως την αντιλαμβάνονται οι Chat Pile, βυθισμένο σε μια σχεδόν νεκρική μελαγχολία, μέχρι το εκρηκτικό σκάσιμό της στα 2μιση λεπτά, ενώ ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το "PEN I S MALL", ένας εξαιρετικά παραπλανητικός τίτλος για το πιο ολοκληρωμένο και καταστροφικό ίσως τραγούδι που έχουν γράψει μέχρι σήμερα. Η κομματάρα αυτή συνδυάζει τη μεταλλική βαρβαρότητα με μια πικρή παρατήρηση πάνω στην αδιέξοδη εργασία και τη χρόνια υποταγή, λειτουργώντας σαν μια γροθιά στο στομάχι που έρχεται χωρίς προειδοποίηση. Στην άκρη του φάσματος, το καταληκτικό "October All the Time" κλείνει το άλμπουμ σαν ηχητική αναπαράσταση της εποχικής κατάθλιψης. Δεν υπάρχει κάθαρση, λύτρωση ή αισιοδοξία. Υπάρχει μόνο εξάντληση. Και αυτή ακριβώς είναι η δύναμή του.
Οι συμμετοχές των Hayden Pedigo και Nightosphere ενισχύουν ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα ενός δίσκου που μοιάζει να κινείται διαρκώς ανάμεσα στον εφιάλτη και την υπνωτική παρατήρηση. Σε αρκετές στιγμές φέρνει στο μυαλό τους ύστερους Swans, ενώ αλλού διαθέτει εκείνη τη στρεβλή, ονειρική απειλή που θα ταίριαζε απόλυτα στον κόσμο του David Lynch. Και κάπως έτσι το Who Loves The Sun δεν μας παρουσιάζει εκ νέου τους Chat Pile. Δεν χρειάζεται να το κάνει. Αντίθετα, επεκτείνει το σύμπαν τους με νέες υφές, περισσότερα χρώματα και μεγαλύτερο βάθος. Η μπάντα εξακολουθεί να μιλά για την κοινωνική και ψυχολογική κατάρρευση, αλλά πλέον διαθέτει περισσότερα εργαλεία για να την αποτυπώσει. Κα σε μια χρονιά γεμάτη δυνατές κυκλοφορίες, οι Chat Pile παραδίδουν έναν δίσκο που συλλαμβάνει με τρομακτική ακρίβεια την αίσθηση του να ζεις μέσα σε έναν κόσμο που καταρρέει αργά και ασταμάτητα. Και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο επίτευγμα.










