Περίεργα συμβαίνουν τα πράγματα καμιά φορά, και γράφω αυτές τις λέξεις μετά το σφύριγμα λήξης. Το καλοκαίρι θέλει παύση, ξεκούραση και αναθεώρηση στόχων, ή έτσι λένε. Τις γράφω με μια περίεργη γλυκόπικρη αίσθηση, την αίσθηση που έχεις μέσα σου όταν ξέρεις πως λίγο μεγάλωσες. Την αίσθηση που μου αφήνει και το ντεμπούτο του Bonfire Realm, κατά κόσμον Θοδωρή Δοδούση.
Το EGO (Μέρος Α’) έρχεται έπειτα από μια πολυετή ενασχόληση του με τη μουσική, μέσα από συγκροτήματα, προσωπικές κυκλοφορίες και τη συμμετοχή του στο σχήμα του Libys, όπου τον συνάντησα για πρώτη φορά. Από τότε μου είχε τραβήξει το ενδιαφέρον η διακριτική, σχεδόν ρετρό παρουσία του, η οποία με οδήγησε να αναζητήσω ό,τι υλικό μπορούσα να βρω: από τις αγγλόφωνες κυκλοφορίες με τις έντονες βρετανικές pop rock επιρροές μέχρι το ελληνόφωνο, lo-fi pop punk “Τραπεζάκι”. Τίποτα, όμως, δεν προϊδέαζε για την έκταση και τη φιλοδοξία του έργου που παρουσιάζει σήμερα.
Το πρώτο μέρος του έργου EGO, του οποίου η δημιουργία ξεκινά πίσω στο 2020, περιλαμβάνει 11 κομμάτια που εξερευνούν την έννοια του Εγώ ψυχολογικά αλλά και προσωπικά, μέσα από κατακλυσμιαίες σκέψεις, μουσικές και συναισθηματικές εναλλαγές και πολλές, πολλές εικόνες. Στα σαράντα ένα λεπτά του, το άλμπουμ μοιάζει σαν να ξεφυλλίζει το ίδιο όνειρο, ανακατεύοντας παιδικές αναμνήσεις, την κουλτούρα του διαδικτύου, τις φρίκες της ενηλικίωσης, το ερωτικό άγχος και τις κρίσεις πανικού με τη μυθολογία και ψυχαναλυτικές αναφορές σε ένα ρευστό, υδάτινο κόσμο. Πράγμα καθόλου τυχαίο, αν σκεφτεί κανείς πως στην ψυχανάλυση το νερό συμβολίζει το ασυνείδητο.
Το σύμβολο αυτό διαπερνά κάθε τραγούδι-κεφάλαιο του δίσκου, είτε με τη μορφή των κυμάτων, της άμμου, του αλατιού και της βουτιάς είτε μέσα από μορφές όπως ο Ποσειδώνας και ο Λεβιάθαν, δημιουργώντας την αίσθηση μιας συνεχούς κατάδυσης σε έναν εσωτερικό κόσμο. Άλλωστε, η αναζήτηση του εαυτού μέσα στον καθρέφτη, η αδυναμία αναγνώρισης ενός σταθερού προσώπου και η αίσθηση ότι το παρελθόν παρακολουθεί διαρκώς κάθε βήμα του αφηγητή δημιουργούν από νωρίς μια αίσθηση υπαρξιακή αβεβαιότητα, η οποία διατρέχει ολόκληρο το άλμπουμ και δίνει πραγματικό περιεχόμενο στον τίτλο EGO.
Το εναρκτήριο punk rock “Ιστορία” θέτει ξεκάθαρα τον τόνο. Αυτός δεν είναι ένας δίσκος αυτοπεποίθησης, αλλά ένας δίσκος για να την συγκρότηση του εαυτού, σε μια μάχη που αντίπαλος είναι ο χρόνος. Το “Ποσειδώνας”, που ακολουθεί, υιοθετεί μία εντελώς διαφορετική γλώσσα, στιχουργικά και μουσικά, με ambient υφές και spoken word. Η χρήση της ερμητικής ρήσης «ως άνω ούτως κάτω» και η παρουσία αλχημικών συμβόλων, όπως ο μόλυβδος, το ασήμι, ο χαλκός και ο χρυσός, επεκτείνουν τη συμβολική γλώσσα, μετατρέποντας το προσωπικό βίωμα σε μια διαδικασία εσωτερικής μεταμόρφωσης.
Εκεί, άλλωστε, βρίσκεται και η μεγαλύτερη συγγραφική αρετή του Δοδούση, ο οποίος δεν ακολουθεί μια γραμμική αφήγηση, αλλά επιλέγει να οργανώσει τον λόγο του όπως ακριβώς λειτουργεί η μνήμη, μέσα από συνειρμούς, επαναλήψεις και εικόνες που ενώ εκ πρώτης όψεως μοιάζουν ασύνδετες, αποκτούν σταδιακά συνοχή όσο προχωρά η ακρόαση. Στο ίδιο σύμπαν συνυπάρχουν η Εγνατία, το "Freestyler", ο Τιτανικός, η γιουνγκιανή σκιά, οι εξετάσεις βιοχημείας και η ελληνική καθημερινότητα, ως ψηφίδες μιας προσωπικής μυθολογίας που διαρκώς διευρύνεται και τελικά αποκτά μια σχεδόν καθολική διάσταση.
Στην “Άμμο” οι σκέψεις γίνονται εκατομμύρια κόκκοι, και η εγγύτητα συνοδεύεται από τον φόβο της απώλειας, ενώ στο επτάλεπτο “Φαντασία”, ένα indie / dream pop κομμάτι εμπειρίες και εικόνες μπαίνουν στο ίδιο επίπεδο, συνειρμικά, όπως ακριβώς λειτουργεί και η μνήμη. Το ονειρικό στοιχείο βρίσκεται, βέβαια, στην αίσθηση, μιας και η φωνή του Δοδούση ακούγεται καθαρή, σίγουρη, χωρίς εφέ. Ακριβώς σαν ο καλλιτέχνης να μας δίνει full pass στον εσωτερικό του κόσμου, τη στιγμή που ο ίδιος τον επεξεργάζεται.
Στο μέσο του δίσκου βρίσκονται τρία εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους κομμάτια, τα field recordings του “Φαρμακίδα”, η synthwave “Ανάσα”, και το κιθαριστικό “4003”, που οδηγεί στο highlight του άλμπουμ. Στην “Καρδιά” ο έρωτας ταυτόχρονα θεραπεύει και αποδιοργανώνει, και επιστρέφει στo punk rock – και το κάνει με τρόπο που αποκαθιστά την πίστη μας στο ιδίωμα, με σύγχρονα ηλεκτρονικά στοιχεία, με ένα πιασάρικο ρεφρέν, αλλά και με στίχους που δεν επαναπαύονται στην ευκολία της θεματολογίας τους. Ο “Κύκλος του Κρεμπς” συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από κάθε άλλο σημείο του δίσκου τη χαοτική λειτουργία της ανθρώπινης σκέψης, αφήνοντας καθημερινές εικόνες, χιούμορ, τραύματα, ποπ αναφορές και υπαρξιακές αγωνίες να συγκρούονται αδιάκοπα, σαν ένας εσωτερικός μεταβολισμός που μετατρέπει κάθε εμπειρία σε καινούργια ψυχική ύλη. Έτσι, όταν το άλμπουμ ολοκληρώνεται με το πρώτο μέρος του «Λεβιάθαν», η αίσθηση που απομένει δεν είναι εκείνη μιας αφήγησης που έκλεισε τον κύκλο της, αλλά ενός ταξιδιού που μόλις άρχισε να αποκαλύπτει το πραγματικό του εύρος.
Η μουσική ακολουθεί με συνέπεια αυτή την αφηγηματική λογική, αποφεύγοντας να εγκλωβιστεί σε ένα συγκεκριμένο είδος και επιλέγοντας να κινείται με άνεση ανάμεσα σε εναλλακτικό rock, ambient ηχοτοπία και field recordings, spoken word περάσματα και κινηματογραφικές ενορχηστρώσεις, με τις στερεοφωνικές λεπτομέρειες να παίζουν ουσιαστικό ρόλο. Τα σύντομα ενδιάμεσα κομμάτια λειτουργούν ως ανάσες ανάμεσα στα μεγαλύτερα κεφάλαια, διατηρώντας αδιάκοπη τη ροή του έργου.
Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία του EGO (Μέρος Α’). Παρότι πρόκειται για ένα έργο γεμάτο συμβολισμούς, ψυχαναλυτικές αναφορές και προσωπικά βιώματα, δεν εγκλωβίζεται ποτέ στην αυτάρεσκη εσωστρέφεια που συχνά συνοδεύει αντίστοιχες απόπειρες. Ο Δοδούσης διαθέτει σαφή αισθητική ταυτότητα, ξέρει πότε να αφήσει μια ιδέα να αναπνεύσει και πότε να τη μετατρέψει σε τραγούδι, ενώ η παραγωγή κατορθώνει να αγκαλιάσει όλες τις διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις χωρίς να χάνεται η συνοχή του έργου. Κυρίως, όμως, καταφέρνει να μετατρέψει μια βαθιά προσωπική αφήγηση σε κάτι που αφορά τον καθένα, γιατί πίσω από τη μυθολογία, τα σύμβολα και τις εικόνες κρύβονται διαρκώς ο φόβος του χρόνου, η αγωνία της ενηλικίωσης, η ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε και η διαρκής προσπάθεια να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας.
Περίεργα συμβαίνουν, τελικά, τα πράγματα καμιά φορά. Ένας δίσκος που γεννήθηκε μέσα σε μια εξαετία προσωπικής αναζήτησης καταφέρνει να γίνει ο ιδανικός συνοδοιπόρος μιας εποχής που προσφέρεται για παύσεις, απολογισμούς και μικρές αναθεωρήσεις. Κι όταν πέφτουν οι τελευταίες νότες του πρώτου μέρους του EGO, η γλυκόπικρη αίσθηση της αρχής επιστρέφει σχεδόν αυτούσια, μόνο που τώρα αποκτά μορφή και όνομα. Αναμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον τη συνέχεια.










