Τις έχω γράψει αρκετές φορές τις σκέψεις μου για την ambient μουσική. Όχι γιατί πιστεύω ότι χρειάζονται επιβεβαίωση, αλλά γιατί κάθε τόσο εμφανίζεται ένας δίσκος που τις μετακινεί ελαφρώς και το Dark Triad του fraye είναι ένας από αυτούς. Η νέα κυκλοφορία της Same Difference, του πιο ανήσυχου sublabel της Inner Ear, δεν χρησιμοποιεί τη σιωπή ως απουσία, αλλά ως υλικό. Κι εκεί, ανάμεσα στις λεπτές του συχνότητες, αφήνει να φανεί κάτι σχεδόν ξεχασμένο: πως η ευαλωτότητα εξακολουθεί να αποτελεί μια πράξη αντίστασης απέναντι σε έναν κόσμο που εκπαιδεύεται καθημερινά να μην αισθάνεται.
Βέβαια, αυτές οι σκέψεις, όπως και η πληθώρα των νέων ambient ήχων που αναδύονται στην επιφάνεια του σύγχρονου ωκεανού της μουσικής, δύσκολα θα έλεγα πως κρύβουν μέσα στη μελαγχολία τους κάποια ουσιαστική ελπίδα για την ανθρωπότητα. Περισσότερο μοιάζουν να την παρατηρούν από απόσταση, να την τυλίγουν με έναν πένθιμο μανδύα και να καταγράφουν ατάραχα τη αργή της φθορά. Σαν να έχουν αποδεχθεί ότι είναι εδώ για να διασώσουν την αίσθηση εκείνου που χάνεται. Ειδικά όταν μοιάζουν να διαμορφώνουν ένα ηχητικό περιβάλλον όπου η ενσυναίσθηση δεν παρουσιάζεται ως δεδομένη ανθρώπινη ιδιότητα, αλλά ως κάτι εύθραυστο, σχεδόν απειλούμενο. Σαν κάθε νότα να προσπαθεί να διασώσει ένα τελευταίο ίχνος ανθρωπιάς πριν αυτό χαθεί οριστικά μέσα στον θόρυβο της εποχής.
Ο Έλληνας συνθέτης με έδρα το Λονδίνο, έπειτα από περισσότερες από δύο δεκαετίες παρουσίας σε διαφορετικά μουσικά σχήματα και ψευδώνυμα (κάποιοι μπορεί να θυμούνται το πανέμορφο A Summer She Has Never Been, A Winter She Fears που είχε βγάλει ως Théodore πίσω στο 2004) παρουσιάζει τον πρώτο του προσωπικό δίσκο ως fraye. Με αφετηρία το πιάνο, τις διακριτικές ορχηστρικές ενορχηστρώσεις και τις σχεδόν ακίνητες drone μάζες, συνθέτει κάτι που μοιάζει λιγότερο με μουσική αφήγηση και περισσότερο με μια εσωτερική συνομιλία.
Ο τίτλος Dark Triad δεν αναφέρεται απλώς σε μια ψυχολογική θεωρία. Χρησιμοποιεί τα χαρακτηριστικά της σκοτεινής τριάδας, τον ναρκισσισμό, τον μακιαβελισμό και την ψυχοπάθεια, ως αφορμή για να μιλήσει για έναν κόσμο όπου η ενσυναίσθηση μοιάζει να γίνεται ολοένα πιο σπάνια. Ο δίσκος, όμως, δεν επιλέγει την καταγγελία. Επιλέγει τη σιωπή και τις ήσυχες ανάσες. Οι δύο επιρροές, οι οποίες αναφέρονται στο Δελτίο Τύπου (Ryuichi Sakamoto και This Mortal Coil) λειτουργούν περισσότερο σαν μακρινές αναμνήσεις παρά ως αισθητικές αναφορές. Το Dark Triad δεν ενδιαφέρεται να δημιουργήσει εικόνες. Προσπαθεί να δημιουργήσει χρόνο. Εκείνον τον σπάνιο χρόνο όπου δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα, κι όμως αλλάζουν τα πάντα.
Με κορυφαίες τις δύο συνεχόμενες συνθέσεις στο κέντρο του άλμπουμ ("Companion" και "Embers") το Dark Triad είναι ένα έργο που παίζει από την αρχή μέχρι το τέλος του σαν μια μια αργή υπενθύμιση ότι η σιωπή έχει ακόμη πράγματα να μας πει. Σαν μια αργή εσωτερική μετατόπιση. Δεν κορυφώνεται, δεν εκτονώνεται, δεν ζητά την προσοχή σου (με εξαίρεση το "The Eternal" με τις πιο ζωηρές νότες και ανάσες του). Απλώς μετακινεί ανεπαίσθητα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τον χρόνο και, μαζί του, τον εαυτό σου. Όταν λοιπόν μια μουσική έχει την ικανότητα να σε δονεί από μέσα, δεν αναζητά την κάθαρση ούτε την εντύπωση, απλά σου υπενθυμίζει ότι, κάτω από τα στρώματα του θορύβου, υπάρχει ακόμη ένας άνθρωπος που αισθάνεται.
Και κάπου εκεί, λίγο πριν πέσει η τελευταία νότα, ένα τζιτζίκι άρχισε να τραγουδά έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν ήταν από τον δίσκο ή ανήκε στο καυτό καλοκαίρι εκεί έξω. Κι αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του Dark Triad. Δεν σε απομακρύνει από τον κόσμο για να τον ξεχάσεις. Σε φέρνει σε αυτόν λίγο πιο αργό, λίγο πιο ευάλωτο, λίγο πιο πρόθυμο να ακούσεις ακόμη και τους πιο μικρούς του ήχους. Εκεί όπου τα απλωμένα ακόρντα του fraye και το επίμονο τραγούδι ενός τζιτζικιού συναντιούνται για μια στιγμή, χωρίς να διεκδικεί κανένα από τα δύο τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Σαν να θυμίζουν πως, όσο υπάρχει ακόμη κάτι που επιμένει να ηχεί μέσα στο καλοκαίρι, ίσως να μην έχουν χαθεί όλα.










