Η πρώτη εντύπωση είναι αναμφίβολα θετική. Η καλλιτέχνιδα που υπογράφει ως ΨΗΧΟΣ επιλέγει να κινηθεί σαν σκιά που αποφεύγει το φως χωρίς ποτέ να χάνεται από το βλέμμα. Θα τιμήσω την επιθυμία της να αφήσει αυτό το project να σταθεί μόνο του, ακόμη κι αν τα αποτυπώματα που αφήνει στις παραλίες που ηχογραφεί οδηγούν σχεδόν νομοτελειακά σε ένα από τα πιο συναρπαστικά γυναικεία σχήματα της ελληνικής underground σκηνής. Η ΨΗΧΟΣ, λοιπόν, διαθέτει οξυμένη ακουστική αντίληψη και αποδεικνύει ότι γνωρίζει πώς να εντοπίζει ενδιαφέρον ηχητικό υλικό μέσα από το καθημερινό περιβάλλον. Οι συνθέσεις του Nine Lessons in Listening είναι προσεγμένες, με σαφή αίσθηση χωρικότητας και προσοχή στη λεπτομέρεια, ενώ η εναλλαγή ανάμεσα σε φυσικούς ήχους, μηχανικούς θορύβους και αδιόρατες μελωδικές ή ρυθμικές υποψίες δημιουργεί συχνά εικόνες που ξεπερνούν την κυριολεκτική καταγραφή ενός τόπου. Στη περίπτωσή μας ο τόπος είναι το Siglufjörður της Βόρειας Ισλανδίας, 40 χιλιόμετρα από τον αρκτικό κύκλο. Και σε αρκετές στιγμές, το άλμπουμ αυτό θυμίζει περισσότερο μια σειρά από μικρές ηχητικές αφηγήσεις παρά μια απλή συλλογή από field recordings.
Παρ' όλα αυτά, εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η βασική μου ένσταση. Παρότι τα επιμέρους υλικά παρουσιάζουν αδιαμφισβήτητο ενδιαφέρον, το Nine Lessons in Listening σπάνια καταφέρνει να μετατρέψει την περιέργεια σε βαθύτερη συναισθηματική ή αισθητική εμπλοκή. Συχνά αισθανόμουν ότι παρακολουθούσα μια καλοστημένη άσκηση ακρόασης, ένα επιτυχημένο πείραμα ηχητικής σύνθεσης, χωρίς όμως να αναπτύσσεται εκείνη η εσωτερική ένταση που θα με έκανε να επιστρέφω ξανά και ξανά στις ίδιες διαδρομές.
Καθώς το πρώτο κομμάτι ("Automated Nightmare") ανοίγει και αρχίζει να ξεδιπλώνεται, νέα ηχητικά ντοκουμέντα εμφανίζονται διαρκώς στο προσκήνιο, σχηματίζοντας μια αδιάκοπη ακολουθία από καταγραφές, θραύσματα και περιβαλλοντικούς ήχους. Ωστόσο, η συνύπαρξή τους μοιάζει συχνά περισσότερο παραθετική παρά οργανική. Το κολάζ δεν φαίνεται να ακολουθεί κάποια εμφανή λογική συγγένειας ή αφηγηματική διαδοχή μεταξύ των επιμέρους στοιχείων του, με αποτέλεσμα οι μεταβάσεις να δίνουν την αίσθηση μιας άναρχης συσσώρευσης υλικού. Αντί να αναπτύσσονται σχέσεις, αντιθέσεις ή μετασχηματισμοί ανάμεσα στους ήχους, τα αποσπάσματα διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς να διαμορφώνουν σαφή εσωτερικά ίχνη που να καθοδηγούν τον ακροατή μέσα στη σύνθεση.
Το επόμενο, "I Love The Sound Of Breaking Glass", ξεκινά πάνω σε ένα σχεδόν ακίνητο συνθετικό drone, το οποίο σταδιακά αποκτά βάθος μέσω συρτών χαμηλών συχνοτήτων και των αχνών ήχων ενός πιάνου που μοιάζει να ακούγεται από κάποιο διπλανό δωμάτιο. Η σύνθεση χτίζεται αργά και υπομονετικά, δημιουργώντας την αίσθηση ενός χώρου που σταδιακά αποκτά όγκο και προοπτική. Η διαδικασία αυτή διακόπτεται απότομα, αφήνοντας το drone να αναπνεύσει μόνο του μέσα από ένα ευρύ φασματικό άνοιγμα, πάνω στο οποίο αρχίζουν να προσγειώνονται μουσικά και περιβαλλοντικά θραύσματα από κάθε γωνιά του συχνοτικού πεδίου.
Το "The Clockmaker" ξεκινά από έναν σαφώς αναγνωρίσιμο πυρήνα: τον ακούραστο ρυθμό των ελατηρίων ενός παλιού ρολογιού, ο οποίος λειτουργεί αρχικά ως σημείο αναφοράς για τον ακροατή. Σταδιακά, όμως, η σύνθεση μετατρέπεται σε ένα μικρό όργιο ηχητικών συμβάντων. Φωνές, αποσπάσματα από καθημερινές δραστηριότητες αγνώστων, κύματα και άνεμοι που διαπερνούν το στερεοφωνικό πεδίο, καθώς και οξείς συνθετικοί ήχοι, εισβάλλουν διαρκώς στο προσκήνιο, διακόπτοντας και αναδιαμορφώνοντας τη μηχανική ρυθμικότητα που εγκαθιδρύουν τα ρολόγια. Το αποτέλεσμα είναι ένα πυκνό και συχνά εντυπωσιακό ηχητικό κολάζ, στο οποίο οι αεικίνητοι μηχανισμοί των ρολογιών μοιάζουν να χορεύουν αδιάκοπα στον δικό τους εσωτερικό χρόνο. Ωστόσο, και εδώ εμφανίζεται μία από τις βασικές αδυναμίες του άλμπουμ. Η σχεδόν παντελής απουσία μελωδικών ή άλλων συνεκτικών στοιχείων αφήνει τον ακροατή μετέωρο ανάμεσα σε διαδοχικές ηχητικές εικόνες που εντυπωσιάζουν περισσότερο ως μεμονωμένα ηχητικά ευρήματα παρά ως μέρη μιας ενιαίας αφήγησης. Η σύνθεση μοιάζει συχνά με μια σειρά κινηματογραφικών κομματιών κολλημένων μεταξύ τους, χωρίς κάποια εμφανή δραματουργική κλιμάκωση που να δικαιολογεί πλήρως τη διαδρομή από το ένα ηχητικό επεισόδιο στο επόμενο. Ακόμη και οι πιο ευρηματικές παρεμβάσεις, όπως η απροσδόκητη εμφάνιση της φωνής ενός περιφερόμενου ψαρά που πουλάει μπακαλιάρο, προς το τέλος του κομματιού, λειτουργούν περισσότερο ως στιγμιαίες εκπλήξεις παρά ως οργανικά στοιχεία μιας ευρύτερης συνθετικής λογικής.
Οι γλάροι και ο αέρας μιας παραθαλάσσιας τοποθεσίας ανοίγουν το επόμενο πέπλο του "For Our Lady of the Shipwrecked", προετοιμάζοντας το έδαφος για μία από τις πιο ουσιαστικές στιγμές του δίσκου. Στο κέντρο της σύνθεσης βρίσκεται η ηχογραφημένη φωνή ενός ηλικιωμένου άνδρα, ο οποίος μοιράζεται συμβουλές, αναμνήσεις και αποσπασματικές ιστορίες για τη θάλασσα, τα καράβια, με την αβίαστη σοφία της καθημερινής εμπειρίας. Είναι ίσως η πιο συγκινητική στιγμή του Nine Lessons in Listening, όχι επειδή μετατοπίζει ξαφνικά το έργο σε ένα συναισθηματικό πεδίο ή επειδή επιχειρεί να εκβιάσει κάποια συγκίνηση, αλλά επειδή φέρνει στο προσκήνιο μια ανθρώπινη παρουσία που απουσιάζει σε μεγάλο μέρος του άλμπουμ. Μέσα στην ψυχρότητα των ηχητικών κατασκευών, των περιβαλλοντικών καταγραφών και των αφηρημένων συχνοτικών επεξεργασιών, η φωνή αυτή λειτουργεί σαν σημείο αναφοράς. Υπενθυμίζει ότι πίσω από τους ήχους υπάρχουν άνθρωποι, τόποι και βιώματα, δίνοντας για λίγο στο άλμπουμ μια αίσθηση εγγύτητας που σπανίζει στα υπόλοιπα μέρη του. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πλέον αξέχαστη στιγμή του δίσκου δεν προκύπτει από κάποια περίτεχνη τεχνική επεξεργασία ούτε από κάποιο εντυπωσιακό ηχητικό εύρημα, αλλά από την απλή και ανεπιτήδευτη παρουσία μιας ανθρώπινης φωνής.
Το "Prolific Birdlife" ξεχειλίζει από φωνές πουλιών και κύματα που σβήνουν πάνω στην ακτή. Ανάμεσά τους διακρίνεται το παραδοσιακό ισλανδικό rímur "Lifnar hagur hýrnar brá", ερμηνευμένο από τους Guðný Róbertsdóttir και Örlygur Kristfinnsson στο σπίτι τους στο Siglufjörður, σαν μια φευγαλέα ανθρώπινη παρουσία μέσα σε έναν κόσμο που ανήκει σχεδόν ολοκληρωτικά στα πουλιά, τον άνεμο και τη θάλασσα. Πρόκειται για ένα από τα πιο γοητευτικά κολάζ του δίσκου, όχι τόσο λόγω της παραδοσιακής μελωδίας (την οποία δεν μπορώ να διακρίνω με τι όργανα την παίζουν), όσο επειδή κατορθώνει να θολώσει τα όρια ανάμεσα στο ανθρώπινο και το φυσικό. Εδώ τα πουλιά μοιάζουν να μιλούν τη γλώσσα του Θέου, μετατρέποντας το ηχοτοπίο σε κάτι περισσότερο από μια απλή καταγραφή του τόπου. Ίσως γι' αυτό μου ήρθε στο μυαλό εκείνη η παρατήρηση της Ρόζας Λούξεμπουργκ ότι «μόνο στ' αυτί εκείνου που είναι πραγματικά αδιάφορος το τραγούδι ενός πουλιού ακούγεται πάντοτε ίδιο». Στο "Prolific Birdlife" καμία φωνή δεν ακούγεται ίδια με την προηγούμενη, κάθε τιτίβισμα. κάθε κρώξιμο, μοιάζει να κρύβει μια διαφορετική ιστορία του ανέμου.
Το "Voices Whispering on the Wind", που κλείνει το άλμπουμ, αποτελεί για εμένα την πιο συμπαγή και ολοκληρωμένη στιγμή του Nine Lessons in Listening. Εδώ η ΨΗΧΟΣ φαίνεται να εγκαταλείπει την τάση για συνεχή παράθεση νέων ηχητικών συμβάντων και επιλέγει μια πιο συγκεντρωμένη συνθετική προσέγγιση, επιτρέποντας στα επιμέρους στοιχεία να συνυπάρξουν και να αλληλεπιδράσουν με μεγαλύτερη οργανικότητα. Το κέντρο βάρους του κομματιού είναι το ισλανδικό παραδοσιακό νανούρισμα "Móðir mín í kví, kví", το οποίο ερμηνεύει η Edda Björk Jónsdóttir μέσα στη δεξαμενή του Herring Era Museum, έναν χώρο με ιδιαίτερη ακουστική ταυτότητα που προσδίδει στη φωνή μια σχεδόν αιωρούμενη, φασματική διάσταση. Σε αντίθεση με άλλα σημεία του δίσκου, όπου οι ηχογραφήσεις πεδίου και τα ηχητικά ευρήματα διεκδικούν ισότιμα την προσοχή του ακροατή, εδώ όλα μοιάζουν να περιστρέφονται γύρω από την ανθρώπινη φωνή. Οι περιβαλλοντικοί ήχοι λειτουργούν ως αυτόνομα επεισόδια αλλά και ως υποστηρικτικό πλαίσιο που αναδεικνύει τη μελωδία και τον χώρο μέσα στον οποίο αυτή αντηχεί. Η σύνθεση αποκτά έτσι μια αίσθηση σκοπού και κατεύθυνσης που σπάνια συναντάται στα προηγούμενα κομμάτια.
Ίσως γι' αυτό το φινάλε να αφήνει και την πιο διαρκή εντύπωση. Όχι επειδή είναι το πιο σύνθετο ή το πιο ευρηματικό κομμάτι του δίσκου, αλλά επειδή πετυχαίνει την πιο ισορροπημένη συνύπαρξη ανάμεσα στην ηχογράφηση πεδίου, τη μουσική παράδοση και τη συνθετική επεξεργασία. Η ανθρώπινη παρουσία, η οποία σε μεγάλο μέρος του άλμπουμ μοιάζει να παραμένει στο περιθώριο πίσω από τους ήχους των τόπων και των αντικειμένων, έρχεται εδώ στο προσκήνιο και χαρίζει στο έργο μια συγκινητική αίσθηση κλεισίματος. Αν τα προηγούμενα οκτώ κομμάτια μοιάζουν με παρατηρήσεις πάνω στην πράξη της ακρόασης, το "Voices Whispering on the Wind" είναι η στιγμή όπου η ακρόαση μετατρέπεται τελικά σε επικοινωνία, με τον άνεμο και τη φωνή ενός γκιώνη, μπούφου ή κάποιας σκανδιναβικής κουκουβάγιας, δεν έχει πραγματικά σημασία ποιο ακριβώς πλάσμα κατοικεί το ηχοτοπίο, να σε οδηγούν σε έναν ενδιάμεσο τόπο όπου η μνήμη, ο χώρος και η ανθρώπινη παρουσία παύουν να διαχωρίζονται και συνυπάρχουν μέσα στην ίδια αντήχηση.










