Το απόγευμα της 9ης Σεπτεμβρίου έγινε η αφορμή για να σταματήσουμε για λίγο τις μεταξύ μας διαμάχες και οτιδήποτε άλλο υπήρχε στην επικαιρότητα. Βιώσαμε όλοι μαζί το συλλογικό πένθος που έφερε ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, στα 54 του χρόνια.
Στα 15 μου, στην Πάρο, χόρευα το «Όπου Κοιτάξεις», στα 17 μου λυσσάγαμε με το «Gucci φόρεμα» εμείς των δυτικών προαστίων, στα 25 μου άρχισα να καταλαβαίνω γιατί ο έρωτας σε κάνει να παρανοείς και γιατί τα βράδια του Σαββάτου πονάνε περισσότερο από της Τρίτης. Τα τελευταία χρόνια έβαζα σχεδόν πάντα στο αμάξι το «Διανυκτερεύω». Λίγη χαρά, λίγος πόνος, σε ισόποσες δόσεις. Ακόμα και αν είσαι σε μία υγιή, χαρούμενη σχέση, θα βρεις λόγο να πονέσεις. Αρκεί να βάλεις Μαζωνάκη.
Δεν είχε καμία σημασία αν πήγαινες να τον δεις στα μπουζούκια κάθε δεύτερο Σάββατο, αν τον άκουγες κρυφά μα κλειστά τα παράθυρα για να μην σε πουν «λαϊκό» στη γειτονιά, αν τον συμπαθούσες ή αν έχεις motto το «όσο ζω Μαζώ». Είναι πολύ πιο απλό από αυτό. Τα social media, τα σαλόνια των σπιτιών και κάποια μαγαζιά έβαλαν να παίξει το playlist με Γιώργο Μαζωνάκη, μαζί με λίγο αλκοόλ, στη μνήμη του.
Μία λίστα που μοιάζει να μην έχει τέλος. Τραγούδια που έχουν αφετηρία τη δεκαετία του ’90 και που ήταν εκεί για εμάς σε κάθε καψούρα, χωρισμό ή απλή νοσταλγία για τη γειτονιά μας. Δεν ήταν μόνο η μουσική ή οι στίχοι. Ήταν η φωνή του, που έμοιαζε να έχει ζήσει κάθε ιστορία που έλεγε. Και ίσως για αυτό ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν κάτι παραπάνω από ένας λαϊκός τραγουδιστής.
Γεννημένος στη Νίκαια το 1972, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου το λαϊκό τραγούδι ήταν μέρος της καθημερινότητας. Οι φωνές των μεγάλων του ελληνικού τραγουδιού αποτέλεσαν τα πρώτα του ακούσματα, την ίδια στιγμή όμως που ο ίδιος άνοιγε τα αυτιά του και σε διαφορετικούς ήχους, από το ροκ μέχρι την ξένη ποπ μουσική.
Ήταν ακόμη έφηβος όταν αποφάσισε ότι θέλει να γίνει τραγουδιστής. Οι πρώτες του εμφανίσεις ήρθαν σε μικρά μαγαζιά, πριν περάσει από τις πίστες της επαρχίας. Η Πάτρα θα αποτελούσε έναν από τους σημαντικούς σταθμούς της πρώτης του περιόδου. Εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, τον εντόπισαν άνθρωποι της δισκογραφίας και σύντομα ήρθε η στιγμή για το πρώτο μεγάλο βήμα.
Το 1993 κυκλοφόρησε το Μεσάνυχτα και κάτι. Ήταν μόνο η αρχή. Ο Μαζωνάκης μπήκε στη δισκογραφία σε μια περίοδο κατά την οποία το ελληνικό λαϊκό τραγούδι περνούσε σε μια νέα φάση. Η δεκαετία του ’90 ήταν η εποχή των μεγάλων νυχτερινών κέντρων, των χρυσών και πλατινένιων δίσκων, των τραγουδιών που περνούσαν από την πίστα στο ραδιόφωνο και από εκεί στην καθημερινότητα. Και ο Μαζωνάκης ήξερε να εκμεταλλεύεται αυτή τη συγκυρία.
Το «Με τα μάτια να το λες», που ακολούθησε, άρχισε να τον καθιερώνει. Τραγούδια όπως το «3 το πρωί», το «Ανήκω σε μένα» και το «Μη μου ζητάς» τον έφεραν πιο κοντά στο ευρύ κοινό και άρχισαν να διαμορφώνουν αυτό που σύντομα θα γινόταν το προσωπικό του στίγμα.
Αλλά φυσικά και δεν ήταν μόνο τα τραγούδια. Ήταν ο τρόπος που στεκόταν στη σκηνή. Τα ρούχα του. Οι κινήσεις του. Η αισθητική του. Η διάθεσή του να μην κρύψει την εκκεντρικότητα που άλλοι καλλιτέχνες ίσως θα προσπαθούσαν να περιορίσουν. Ο Γιώργος Μαζωνάκης κατάλαβε νωρίς κάτι σημαντικό: στον κόσμο της πίστας δεν αρκεί να έχεις επιτυχίες. Πρέπει να έχεις χαρακτήρα.
Στα μέσα και τα τέλη των ’90s, η παρουσία του έγινε ολοένα και πιο έντονη. Το Μου λείπεις, το Παιδί της Νύχτας, το Μπροστά σ’ ένα μικρόφωνο και οι επόμενες δισκογραφικές δουλειές του έφτιαξαν ένα ρεπερτόριο που μπορούσε να λειτουργήσει εξίσου καλά σε ένα νυχτερινό κέντρο, στο ραδιόφωνο ή στα ακουστικά κάποιου που άκουγε μόνος του ένα τραγούδι αργά τη νύχτα.
Ο Μαζωνάκης εξέφραζε μια πλευρά της ελληνικής νυχτερινής ζωής που δεν ήταν απαραίτητα κομψή, τακτοποιημένη ή προβλέψιμη. Είχε μέσα της υπερβολή, πάθος, μελαγχολία, ερωτισμό, βουτιές στο υπαρξιακό σκοτάδι, θεατρικότητα και, κυρίως, μια αίσθηση ελευθερίας. Αυτό ήταν και το μεγάλο του πλεονέκτημα.
Μπορούσε να τραγουδήσει ένα καθαρόαιμο λαϊκό κομμάτι και την επόμενη στιγμή να κινηθεί σε πιο pop ή χορευτικά μονοπάτια χωρίς να μοιάζει ότι αλλάζει ταυτότητα. Και αυτό ήταν σίγουρα το μυστικό για να «μιλήσεις» σε ένα μεγάλο κοινό. Το να μην φορέσεις την ταυτότητα του λαϊκού τραγουδιστή της πίστας.
Είμαστε πια στα 00s ο Γιώργος Μαζωνάκης έχει πλέον γίνει πρωταγωνιστής. Οι εμφανίσεις του στις μεγάλες πίστες της Αθήνας τον έφεραν στην κορυφή της νυχτερινής διασκέδασης, ενώ η δισκογραφία του συνέχιζε να τροφοδοτείται από τραγούδια που έγιναν σημεία αναφοράς για το κοινό του.
Η εικόνα του γινόταν όλο και πιο τολμηρή. Η σκηνική του παρουσία όλο και πιο θεατρική. Και η μουσική του όλο και περισσότερο ανοιχτή σε επιρροές που ξεπερνούσαν τα στενά όρια του λαϊκού. Αυτός ο συνδυασμός ήταν που τον έκανε ξεχωριστό.
Η γκάμα του Μαζωνάκη φαίνεται ίσως ακόμη πιο καθαρά όταν κοιτάξει κανείς τους δημιουργούς που βρέθηκαν πίσω από τα τραγούδια του. Στην πορεία του συνεργάστηκε με σημαντικούς συνθέτες και στιχουργούς διαφορετικών γενεών και αισθητικών, από τον Φοίβο, τον Γιώργο Θεοφάνους και τον Νίκο Αντύπα μέχρι τον Χρήστο Δάντη, τον Σταμάτη Κραουνάκη, Κυριάκο Παπαδόπουλο, τον Γιώργο Σαμπάνη και νεότερους δημιουργούς. Δίπλα τους, οι στίχοι ανθρώπων όπως ο Νίκος Γρίτσης, η Εύη Δρούτσα και ο Βασίλης Γιαννόπουλος έδωσαν διαφορετικές διαστάσεις στο ρεπερτόριό του.
Τραγούδησε με τους Goin’ Through, τη Δέσποινα Βανδή, τη Μαίρη Λίντα και πολλούς ακόμη. Αυτή η πολυσυλλεκτικότητα υπήρξε ένα από τα μυστικά της μακροβιότητάς του. Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν φοβήθηκε να δοκιμαστεί σε διαφορετικά υλικά ούτε να βάλει τη δική του προσωπικότητα πάνω σε τραγούδια που προέρχονταν από διαφορετικούς μουσικούς κόσμους. Από τις μεγάλες λαϊκές επιτυχίες των ’90s μέχρι τις πιο pop και σύγχρονες παραγωγές των επόμενων δεκαετιών, είχε την ικανότητα να κάνει διαφορετικούς δημιουργούς να περνούν μέσα από το δικό του ερμηνευτικό φίλτρο.
Κι αυτό εξηγεί γιατί θα βρεις κομμάτια του δικού σου εαυτού στη μουσική του. Και γιατί μας ένωσε όλους μία Τετάρτη, να αποχαιρετάμε όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και μερικές από τις πιο προσωπικές μας στιγμές.










