Μερικές φορές κάποιοι δίσκοι αποκτούν το πραγματικό τους βάρος μόνο όταν τους τοποθετήσεις στη σωστή χρονική στιγμή.Το Marrow Deep ανήκει ξεκάθαρα σε αυτή την κατηγορία. Το πένθος και η απώλεια ρίχνουν τις βαριές σκιές τους πάνω από το ενατο πόνημα των Mastodon και αυτό δεν εξαντλείται μόνο στους στίχους και τις μελωδίες.
Ανοίγουν ξανά τον ήχο τους προς διαφορετικές κατευθύνσεις, άλλοτε με εντυπωσιακά αποτελέσματα και άλλοτε αφήνοντας τις ιδέες τους να αιωρούνται χωρίς απαραίτητα την απόλυτη επιτυχία. Είναι ένας δίσκος βαθιά πειραματικός και απρόβλεπτος, κάτι που όμως πλέον έχει γίνει δεύτερη φύση αυτών των Τιτάνων του σύγχρονου μέταλ. Η ιστορία έχει ήδη αποδείξει πόσο άβολη και ανούσια είναι κάθε προσπάθεια να τους εγκλωβίσεις σε μία συγκεκριμένη εποχή. Από το ωμό και ογκώδες Remission του 2002 και το Leviathan που τους μετέτρεψε σε μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις του σύγχρονου metal, μέχρι το πολυσχιδές Blood Mountain, το μεγαλειώδες Crack the Skye, η πρώτη περίοδος των Mastodon είναι συγκρίσιμη με την αγαπημένη μπάντα του καθενός μας. Και πάλι όμως, άργησαν να πάρουν τις αξιώσεις που τους ανήκαν δικαιωματικά. Χρειάστηκαν δίσκοι όπως το πιο άμεσο The Hunter, και τη σταδιακή διεύρυνση του ήχου τους στα Once More 'Round the Sun και έπειτα για να γίνουν το μεγαθήριο που τώρα γεμίζει ασφυκτικά τα μεγαλύτερα venues.
Ας ξεκινήσω με την προβοκάτσια. Το Marrow Deep είναι ο καλύτερός τους δίσκος από το Crack the Skye. Pause. Ακόμα και αυτό όμως, δεν μπορεί να εξηγήσει πλήρως το τι σημαίνει αυτός ο δίσκος για τους Mastodon. Η σημασία του είναι σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένη με το background, καθώς ο θάνατος του Brent Hinds είναι ένας ελέφαντας στο δωμάτιο, ή μάλλον καλύτερα ένα φάντασμα που πλανάται πάνω από το δωμάτιο. Για αυτό λοιπόν το πραγματικό διακύβευμα του Marrow Deep στα μάτια μου, ανεξάρτητα από το πού θα τοποθετηθεί τελικά μέσα στη δισκογραφία τους, αποτελεί ίσως το πιο κρίσιμο σημείο της καριέρας τους.
Το "Barbarians Blood" ανοίγει με τύμπανα πολέμου και με ένα εκπληκτικό βασικό riff. Είναι η ιδανική πρώτη εισαγωγή, με τη συνέχεια να μην απογοητεύει επίσης. Ανοίγει με τον ανατριχιαστικά ενδοσκοπικό στίχο : «We're in danger / Losing everything / As the fire / Burns all we once loved».
Η αλήθεια είναι πως η μπάντα έχει χάσει πολλά τα τελευταία χρόνια, αν κάτι έχει διατηρήσει όμως είναι τη δυναμική της και την πείνα να παραμένουν στην κορυφή του παιχνιδιού. Γι' αυτό και το κλείσιμο «Endless search to find the gold / Undeserving I destroy» είναι εξίσου σημαντικό με την αρχή.
Το "Poisonous Weapons" από την πρώτη στιγμή μου έκανε κλικ. Πέρα από την τρομερή εισαγωγή και το σαρωτικό πρώτο μισό, είναι και το καλύτερο και αρμονικότερο συνθετικά showcase των δυνατοτήτων του Brann πίσω από το μικρόφωνο και του τι μπορεί να προσφέρει αυτό το όπλο αν χρησιμοποιηθεί σωστά. Δεν γίνεται πάντα όμως, δυστυχώς, με τρανό παράδειγμα το "They're Coming For You", στο οποίο όμως έχω μεγαλύτερο πρόβλημα με τον Troy, για λόγους που θα αναλύσω παρακάτω.
Το "Your Ghost Again" είναι το συγκινητικό tribute τους στον αδικοχαμένο Brent Hinds και, όπως είναι λογικό, αποτελεί το πιο ενδοσκοπικό στιχουργικά κομμάτι. Το κλείσιμο με τη Leviathanική riffάρα όμως νομίζω είναι και ο καλύτερος τρόπος να τον τιμήσουν. Για τον Brann το βάρος είναι διπλό, καθώς παράλληλα αποτίνει φόρο τιμής και λέει αντίο στη μητέρα του την οποία έχασε πρόσφατα από καρκίνο. Το tribute συνεχίζεται με το "Snakes For Dinner", και ομολογώ πως ανατριχιάζω, όπως και κάθε ένας που γνωρίζει το background, με το ρεφρέν: «When you left you took the moon and stars / Buried them deep underneath the ocean / When you left you took our hearts and minds / All that I could find amongst the grime were memories».
Το "In The Ruins" είχε όλα τα φώτα να είναι το μεγάλο highlight του δίσκου για μένα. Η επιρροή τους από Converge (ο Kurt Ballou κάνει παραγωγή) είναι εμφανέστατη, τόσο στον ήχο της κιθάρας όσο και στη δομή. Το μοναδικό που το κρατάει πίσω είναι παραδόξως κομμάτι της παραγωγής όσο και αν τα όργανα λάμπουν, όσον αφορά την επιμονή τους να επεξεργάζονται υπερβολικά τα φωνητικά του Troy, ενώ αυτό που κάνει τη φωνή του μοναδική είναι η γήινη, ωμή του χροιά.
Απο εδώ και πέρα κάπως αισθάνομαι να χάνεται ο έλεγχος σε σημεία. Θεωρώ πως το δεύτερο μισό του δίσκου χωλαίνει λιγάκι. Αν και το "Golden Spires" ξεκινά με αξιώσεις και συγκαταλέγεται στα αδιαμφισβήτητα bangers, κάτι λείπει. Στο "Moth and Bone" από την άλλη πειραματίζονται αρκετά με πιο αέρινα prog rock ηχοτοπία,μέχρι και post/emo όσον αφορά την κατεύθυνση των φωνητικών που θα τολμήσω να πω κι ας πέσει το ταβάνι να με πλακώσει, ακούγονται σαν Brand New on steroids.
Το "A Vampire's Demeanor" είναι όμως εκείνο που μας επαναφέρει απότομα στην κανονικότητα, ευτυχώς. Μια κανονικότητα που μου είχε λείψει για σχεδόν 20 χρόνια. Ένα post sludge έπος βγαλμένο μέσα από το Precambrian. Ακούω πολλά καλά λόγια για το "The Vanishing", όμως δυστυχώς δεν μπορώ να ασπαστώ το hype. Είναι ένα mixed bag που ξεκινά με ένα παχύ μπάσο σαν από protoblack demo των Hellhammer και συνεχίζει με ένα αέρινο post/stoner σαν από ύστερους Villagers of Ioannina City, ενώ τα φωνητικά είναι τελείως "Planet Caravan". Τουλάχιστον το ξέσπασμα των τελευταίων δύο λεπτών αποζημιώνει την υπομονή. Ο δίσκος κλείνει θριαμβευτικά με άλλο ένα ιδιαίτερο κομμάτι, το "The Three Fates". Η συμμετοχή του Neil Fallon των Clutch, γνωστού φίλου τους εδώ και δεκαετίες, έρχεται σαν κερασάκι στην τούρτα. Με τη θεατρική του αφήγηση σαν από μονόλογο του Willem Dafoe στο Lighthouse εξορκίζει τα κακά πνεύματα που περιβάλλουν την μπάντα, πριν το σβήσιμο του Marrow Deep αφεθεί σε ένα πεντάλεπτο καθαρτικής κιθαριστικής πανδαισίας.
Συνολικά ο δίσκος πράγματι είναι ό,τι καλύτερο έχουν κυκλοφορήσει από το Crack the Skye. Όμως το κυριότερο είναι πως αποτελεί τη βασικότερη και πιο ουσιώδη κυκλοφορία της ύστερης περιόδου τους. Πράγματι σε πολλά σημεία νιώθω ότι έχουν πάει overboard με τους πειραματισμούς και αυτό πλήττει την ομοιογένεια του δίσκου, όμως παράλληλα είναι μια απόδειξη πως οι Mastodon μπορούν όχι μόνο να παίξουν τα πάντα, αλλά είναι τόσο καλοί σε όλα που κρίνονται απέναντι στους κορυφαίους του εκάστοτε είδους σαν να ήταν πάντα αυτό. Το Marrow Deep σίγουρα δεν μπορεί να είναι η απόλυτη άφεση και κάθαρση μετά από την τραγωδία που έζησαν. Είναι όμως ένα μικρό closure και μια μεγάλη νίκη.










