Full Metal Bracket: 4 extreme metal δίσκοι του Αυγούστου

Maȟpíya Lúta – Wówalitake 

Η κραυγή της μνήμης, το πένθος της Γης και η οργή της αντίστασης. Νέος δίσκος από τους Αμερικάνους black metalers Maȟpíya Lúta που έρχονται με το τρίτο τους πόνημα και είναι άλλος ένας αβάσταχτος θρήνος για την πολιτισμική γενοκτονία και την αποικιοκρατική καταστροφή των αυτόχθονων λαών της Βόρειας Αμερικής. 

Πίσω από το όνομα Maȟpíya Lúta το οποίο μεταφράζεται ως Κόκκινο Σύννεφο στη γλώσσα Lakota, προς τιμήν του θρυλικού ηγέτη των Oglala Lakota, η μπάντα έρχεται με το πρώτο της full length μετά από 2 EP να ενταχθεί οργανικά στο ανερχόμενο και εξαιρετικά σημαντικό ρεύμα του Indigenous Black Metal που έχει λάβει αρκετή ορατότητα τα τελευταία χρόνια. Η θεματική στο Wówalitake, όπως διάβασα στον μαγικό κόσμο του internet φυσικά, γιατί δεν υπάρχουν επίσημα αναρτημένοι στίχοι πουθενά, κινούνται στο πεδίο της ιστορικής καταγραφής και της αντιαποικιοκρατικής κάθαρσης. Απομακρύνεται πλήρως δηλαδή από τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά πρότυπα του black metal, που έχουμε συνηθίσει την χρήση της αντιχριστιανικής θεματικής να προσφέρει shock value. Οι αυτόχθονες είναι ίσως ο κατ εξοχήν λαός που έχει κάθε δικαίωμα στον αντιχριστιανισμό, που τους έχει αφήσει μια ανοιχτή, αιμορραγούσα πληγή με το ανεπανόρθωτο ιστορικό τραύμα. Αθετημένες συνθήκες, αναγκαστική εκτοπίση, σφαγές και συστηματική προσπάθεια εξάλειψης των παραδόσεων και της γλώσσας από τους “πολιτισμένους λευκούς”. Μουσικά κινούμαστε στον άξονα του του Atmospheric Black Metal, με folk πινελιές διατηρώντας όμως μια ωμή, lo-fi παραγωγή και αισθητική. Θα περίμενε κανείς πατώντας τον δίσκο μονάχα από το εξώφυλλο (o γερασμένος Maȟpíya Lúta) να κάνουν lean περισσότερο στη folk μεριά τους, όμως αυτό δεν συμβαίνει. Είναι ένας raw black metal δίσκος, με αρκετά χαμηλό tempo στο μεγαλύτερο του μέρος, αν και στο δεύτερο μισό αλλάζει αρκετά αυτό, και τις κιθάρες να είναι ο κύριος αφηγηματικός φορέας. Υπάρχουν αρκετές μελωδίες, που φέρουν μια εγγενή τραγικότητα και φωνητικά που είναι σπαρακτικά και θαμμένα ελαφρώς στο μιξ, σαν ηχώ από το παρελθόν. Μου θυμίζουν αρκετά το 90s black metal της Βαλτικής, ειδικά όσον αφορά την διακριτική χρήση των folk στοιχείων. Είχα αρκετά member berries από Behemoth εποχής The Return of the Northern Moon, αν και καταλαβαίνω πως είναι λίγο περίεργο να συγκρίνω την πιο εμπορική μπάντα του είδους με το άκρον άωτον του underground. Το Wówalitake χωρίζεται σε 4 κομμάτια, και 4 θέματα. Ας περάσουμε στα ελληνικα, καθώς το να υποκρίνομαι πως θυμάμαι τις διαφορές μεταξύ των λέξεων θα ήταν τουλάχιστον κωμικοτραγικό cultural appropriation. “Συγγένεια”, “Κουράγιο”, “Προσευχή” και κλείνει με την “Αλήθεια”.  Το ταξίδι, όπως και κάθε ταξίδι ξεκινά από το “ανήκειν”, ή έστω την ανάγκη για “ανήκειν”. Η ιερή φράση των Λακότα είναι “Mitakuye Oyasin”, το οποίο σημαίνει εν ολίγοις, “Είμαστε όλοι συγγενείς”. Το Κουράγιο είναι φυσικά η άρνηση της υποταγής, όταν απειλείται το θεμέλιο της κοινωνίας. Η σωματική αντοχή και η πολεμική οργή εξαντλούνται αν δεν τροφοδοτηθούν από το Πνεύμα. Είτε αυτό είναι μέσω κάποιου θεού, είτε αντλείται εσωτερικά. Τέλος, η Αλήθεια είναι η αδιάψευστη ιστορική μνήμη που δεν μπορεί να σβηστεί από κανέναν κατακτητή. 

Με μπάντες όπως οι Blackbraid, Pan-Amerikan Native Front, και ως ένα βαθμό οι Wayfarer, οι Maȟpíya Lúta έχουν μείνει κάπως στην απέξω όσον αφορά την αναγνωρισιμότητα. Λίγο η ανυπαρξία τους από τα μεγάλα μέσα (ακόμα ο δίσκος δεν έχει ανέβει καν στο Spotify και το Apple Music), λίγο πως δεν είναι και το πιο εύπεπτο θέμα για τους Αμερικάνους και τους λοιπούς blackmetalάδες όταν μια μπάντα παίρνει τόσο ευθέως θέση για την θεματική της κατεύθυνση, λίγο το ωμό τους και πρώιμο black metal, το αποτέλεσμα είναι πως δεν έχουν λάβει την αναγνώριση που θα τους άρμοζε. Προσωπικά, μαζί με τους Vital Spirit τους θεωρώ τους αγαπημένους μου εκπροσώπους του είδους. 

Coma Control – Shed the Sleep 

Ghost Reveries meets Colours II. Το να επιχειρήσει μια μπάντα να συζεύξει δύο τόσο τεράστια και διακριτά ορόσημα του προοδευτικού ακραίου ήχου. Από την μία έχουμε την οκάλτ μεγαλοπρέπεια ενός από τους σημαντικότερους δίσκους στο ιδίωμα (και σε κάθε ιδίωμα αν ο κόσμος αυτός ήταν δίκαιος) και την υπερ-τεχνική, καλειδοσκοπική μα μελωδική χαοτικότητα των Between the Buried and Me. Ακούγεται σαν αυτοκτονία στο πεντάγραμμο. Όμως δουλεύει τόσο καλά… Οι Coma Control πετυχαίνουν όχι μόνο να επιβιώσουν από αυτό το συνθετικό πείραμα, αλλά να παραδώσουν ένα από τα πιο ώριμα συνθετικά άλμπουμ στο progressive death metal των 2020s. 

Η εκκίνηση, μετά το σύντομο intro του “Transience” είναι μια απροκάλυπτη μνεία και love letter στην μεσαία/ύστερη εποχή των Opeth. Τόσο τα πλήκτρα (που δεν ξέρω αν χρησιμοποιούν hammond ή mellotron αλλά δημιουργούν σίγουρα αυτό το χαρακτηριστικό εφέ) δημιουργούν μια ominous ατμόσφαιρα που δεσπόζει και αποσπά ελαφρώς από τα τεχνικά riffs πριν μας διαλύσουν με ένα καταστροφική γκρούβα και blast beats σε συνδυασμό με τα βαθιά growls στο “Seething Hunger”. Πάντως και εδώ τα πλήκτρα, δεν είναι μονάχα διακοσμητικά. Θα έλεγα πως λειτουργούν ως αυτόνομη συνθετική γραμμή που καθοδηγεί τη μελωδική εξέλιξη των κομματιών, ακριβώς όπως έκανε ο Per Wiberg στη μέση περίοδο των Σουηδών. Είναι αρκετά worship η φασούλα, σε σημεία που έπιασα τον εαυτό μου να τραγουδάει «Devil cracked the earthly shell, foretold she was the one…» κάπου στο τρίτο λεπτό. Βέβαια, αν είναι να εμπνευστείς, τουλάχιστον ας το κάνεις από καλή πηγή!

Στο ίδιο κλίμα συνεχίζουμε και στο “Inherently Unmet” όμως με πολύ ανεβασμένες ταχύτητες και αρκετά πιο μοντέρνα οπτική. Ενώ το ατμοσφαιρικό υπόβαθρο έχει εδραιωθεί, η συνέχεια μας βρίσκει σε μια θεαματική στροφή προς το τεχνικό progressive death metal, γέρνοντας αποφασιστικά προς την προσέγγιση των Between the Buried and Me. Τα growls είναι βαθιά, αβυσσαλέα, με μια χαρακτηριστική οργανική βραχνάδα και όγκο που φέρνουν αμέσως στο μυαλό τον Μιχάλη. Βγάζουν μια εξουσία πάνω στο κομμάτι που είναι πραγματικά αφοπλιστική. Από την άλλη τα καθαρά φωνητικά είναι πολύ κοντά στον Tommy Rogers, τόσο στην χροιά αλλά και στην επεξεργασία των BTBAM

Δεν θα έλεγα πως η μετάλλαξη γίνεται βίαια, αντιθέτως μέσα σε αυτό το πεδίο συνεχών πολυρυθμικών ασκήσεων και της πυκνότητας των πληροφοριών με βρίσκω να διασκεδάζω υπερβολικά. Το ότι όλα αυτά συμβαίνουν από ΈΝΑΝ ΆΝΘΡΩΠΟ, το κάνει ακόμα πιο εντπωσιακό. Το “Wall of Absence” γέρνει ακόμα περισσότερο στην μοντέρνα πλευρά, με μια οριακά Townsend εσάνς. Το πιο μελωδικό και συναισθηματικό κομμάτι του δίσκου. Ένα διάλειμμα θα έλεγε κανείς, πριν το “Post-Aware” φέρει ξανά το χάος με την φρενίτιδα του. Αρχικά μου πήρα τουλάχιστον 5 ακροάσεις για να συνειδητοποιήσω πως δεν έχει στίχους… μιλάμε για τόσο γεμάτο τραγούδι. Στο “Apathy's Abundance” βάζουμε για λίγο στην άκρη την υπερ-τεχνικότητα γιατί καμιά φορά απλώς χρειάζεσαι ένα certified hood classic. Τεράστιο banger, που προφανώς κάποια στιγμή ξετυλίγεται σε άλλο ένα note-vomit, χωρίς ευτυχώς να θυσιάζει την συνοχή του. Ο 10λεπτος επίλογος του δίσκου με το “Immersed in Whispers” συμπυκνώνει τα πάντα σε μια επιβλητική τελική αυλαία. Ένα καθηλωτικό έπος που περνάει από όλα τα στάδια της βίας, της μελωδίας και του avant-garde. Είναι αδύνατο να περιγραφεί. Κρατάω και μοιράζομαι μονάχα τον στίχο που μου έμεινε περισσότερο και επαναλαμβάνεται με όλες τις ηχητικές εκφάνσεις.

«I am the sum of all dreams

Composite, yet free»

Το Shed the Sleep είναι ένας οργανισμός που αναπνέει, μεταλλάσσεται και εξελίσσεται. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των επιρροών του, και σίγουρα αξίζει την θέση του ως ένας από τους κορυφαίους prog δίσκους της χρονιάς. 

Observers – The Emerald

 Πόσες μπάντες ξέρεις από την Τασμανία; Αν οι Psycroptic δεν μετράνε, τότε βάζω το χέρι μου στην φωτία πως η απάντηση θα ήταν 0. Ήρθε η ώρα αυτό να αλλάξει όμως. 

Οι συντοπίτες των προαναφερθέντων, Observers είναι μια αρκετά νεοσύστατη μπάντα από το Hobart της Τασμανίας, που δραστηριοποιείται στον χώρο του progressive death/doom metal, με μια εντελώς instrumental προσέγγιση. Αυτό σημαίνει πως τον δίσκολο ρόλο της αφήγησης τον έχουν αφήσει στα όργανα, και ευτυχώς οι κιθάρες, οι πολυρυθμοί και τα ambient υποστρώματα καταφέρνουν και το φέρνουν εις πέρας με αξιώσεις. Οι Observers καταφέρνουν σε αυτό το άλμπουμ κάτι εξαιρετικά σπάνιο για το αμιγώς instrumental metal. Να πουν μια συναισθηματική και γεμάτη όραμα ιστορία χωρίς ούτε καν να ψιθυρίσουν μία λέξη. Αυτή η πρόκληση θα έλεγα μετά από 4 ακροάσεις πως έγινε και το μεγαλύτερο τους πλεονέκτημα. Κατάφεραν να με κάνουν να αφεθώ τόσο αρμονικά στους ήχους που σχεδόν πλέον αισθάνομαι πως τους βλέπω, χωρίς να με αποσπά τίποτα αχρείαστο. Η συνολική εμπειρία είναι εντελώς βυθιστική. Ο δίσκος ξεκινά με το ομότιτλο με μια επιδρομή από γκρούβες σαν ένας στρατός από Stormtroopers στο Outer Rim. Μετά την επέλαση του "The Emerald" από πάνω μου και το αδιανόητο solo που το σβήνει, συνεχίζουμε με αστρικές μελωδίες που αιωρούνται πάνω από μονολιθικά, αργόσυρτα riffs στο "The Eye Tree" ενώ το "Forest of Doom" αφήνεται πλήρως στο συναίσθημα.

Η “Asterophora” κρατάει μόλις 3 λεπτά, όσο ακριβώς και η “Αστερομάτα” δηλαδή και αναρωτιέμαι πόσο καλύτερος θα ήταν ο κόσμος αν είχαμε στείλει ένα τέτοιο συνονθύλευμα από μαγικά solo στην Eurovision. Ξεφεύγω όμως και βγαίνω από το cosmic journey mood. Κάπου εδώ στα μέσα του δίσκου η αίσθηση του ονειρικού στοιχείου φτάνει στο απόγειό της. Τα solo θα έλεγα επίσης πως είναι το στοιχείο που χρήζουν μεγαλύτερης μνείας. Η τεχνική κατάρτιση των τύπων είναι αδιαμφισβήτητη, όμως στέκομαι περισσότερο στην ικανότητά τους να μεταφέρουν συναισθήματα. Το “Predestination” αποτίνει έναν εκπληκτικό φόρο τιμής στους King Crimson, ενώ το “Boreal World” που ακολουθεί είναι το βαρύτερο και πιο doom κομμάτι στο δίσκο και επιβάλλει μια ονειρική, υπνωτιστική ατμόσφαιρα πριν έρθει το “Voices Within” και χαθώ μαζί του στην αιθέρια του κομψότητα.

Λατρεύω αυτήν την ικανότητά τους να διατηρούν τόσο τον όγκο όσο και την επιθετικότητα σε στιγμές χωρίς να χάνουν την ποιητικό τους φύση και τα κινηματογραφικά, ονειρικά και κοσμικά ηχοτοπία. Το πράσινο φως της σμαραγδένιας πέτρας που δίνει τον τίτλο στο άλμπουμ λειτουργεί ως ο μοναδικός οδηγός σε ένα ταξίδι μέσα από αχανή νεφελώματα στο μυστικιστικό υπερπέραν. Νομίζω είναι ο πιο διαφορετικός δίσκος που έχω αναδείξει μέσα από αυτή τη στήλη, και χαίρομαι πάρα πολύ που τον μοιράζομαι. 

 

Ninth Realm – Damnation's Veil 

 Προσπαθούσα να σκεφτώ έναν catchy υπότιτλο για το Damnation's Veil των Ninth Realm και απέτυχα παταγωδώς. Ήθελα να κινηθώ σε κάτι που να τους χαρακτηρίζει revival του thrash. Η αλήθεια είναι άλλη όμως δυστυχώς. ​Το thrash έχει πεθάνει, και ήδη το έχουμε κηδεύσει. Μην αφήσετε κανέναν να σας πείσει για το αντίθετο. Προσπαθώντας να γράψω για τις μπάντες που θα συμπλήρωναν αυτό το νοητό κίνημα επαναφοράς και επαναπροσδιορισμού του ήχου, είτε θα μιλούσα για μπάντες με 15+ χρόνια στο κουρμπέτι, είτε που έχουν ήδη διαλυθεί (RIP Riley Gale), είτε για μπάντες που παίζουν κάτι που καμία σχέση δεν έχει με το ιδίωμα και απλώς παίζουν black metal με θρας ριφολογία (βλ. Midnight & Hellripper). ​Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο οι γραμμές που θα διαβάσετε παρακάτω είναι ένα τρομερό παράδοξο που σπάει κάθε αλγόριθμο και λογική.

​Και όμως λοιπόν, αυτοί οι 5 μαχητές του σιδήρου από το Maryland κατάφεραν να παραδώσουν έναν δίσκο που καταπίνει ολοσχερώς κάθε παλιοσχολίτικη αγκύλωση, και μετατρέπουν την underwhelming πρόσφατη κληρονομιά του είδους σε μια ασταμάτητη πολεμική ριφφομηχανή. ​Ενώ ο ήχος είναι old school όσο δεν πάει, το Damnation's Veil δεν προσπαθεί να αναστήσει το νεκρό πτώμα του thrash με φτηνές νοσταλγικές ενέσεις αδρεναλίνης. Παίρνει την ενέργεια του crossover, την σκοτεινή high-fantasy επικότητα του πρόσφατου αμερικανικού power, την βία των 80s Slayer και τόσο όσο Death Metal για να συνθέσει τον ογκο του εφιάλτη. 

Το "Valigeth" λειτουργεί ως μια σκοτεινή, τελετουργική εισαγωγή σε μια ατμόσφαιρα επικείμενης καταστροφής που δένει άψογα με τα βαριά κιθαριστικά θέματα και τα πολεμικά τύμπανα του εκπληκτικού ομότιτλου. Συνεχίζει με ένα καταιγιστικό mid-tempo thrash σφυροκόπημα που παντρεύει την επιθετικότητα των Power Trip με την κοφτερή ριφολογία των Slayer, σχεδιασμένο αποκλειστικά για να σπάει αυχένες με μαθηματική ακρίβεια. 

Στο “Cohorts of the Abyss” οι ταχύτητες ανεβαίνουν και τα riffs καλπάζουν στη μάχη αδιάκοπα και δεν αφήνουν τίποτα στο διάβα τους με το breakdown στο σβήσιμο να μαζεύει απλώς τα σωριασμένα μας κουφάρια. To “Imbued in Hellfire” επαναφέρει αυτήν τη λύσσα στον απόλυτο βαθμό. Το hardcore συναντά το death metal και ο Ben Hageage βρυχάται τους στίχους με απόλυτη οργή. Δεν ξέρω τι είναι το Thar'amath, και ο θαυμαστός κόσμος του internet δεν με βοήθησε ιδιαίτερα, όμως η τελετή του είναι ίσως το highlight του δίσκου.

Μέσα στα πρώτα 30 δευτερόλεπτα μας έχει εξαπολύσει ήδη 2 ριφάρες, με την δεύτερη να είναι ίσως ό,τι καλύτερο έχω ακούσει στο thrash μετά το 2020. Στη μέση έχουμε και την δεύτερη ανάπαυλα με ένα ακόμα ιντερλούδιο, για να εντύνει αυτήν την φαντασιακή ατμόσφαιρα που προϊδεάζει  και το εκπληκτικό εξώφυλλο του Jerry Hionis (παντού υπάρχει ένας Έλληνας) ο οποίος είχε δουλέψει μαζί τους ξανά στο ντεμπούτο. ​Μετά το διάλειμμα για interdimensional cable διαφημίσεις, το “Wyrd of Strideborne” εισβάλλει με ορμή και βρίσκουμε τους κιθαρίστες Charles House και Liam McMahon σε σεμινάριο στο πως να συνδυάσεις την μελωδικότητα του NWOBHM με τη βία του crossover ενώ ξεχωρίζω το “Beyond the Void” για το drum solo στην αρχή και το “Vengeance Unto Rot” για το ταβερνίσιο death metal του. 

​Ο δίσκος κλείνει με τον πιο επιβλητικό τρόπο. Το “Twillight's Blade” είναι μελωδικό, είναι επικό, είναι σκοτεινό και φυσικά είναι βίαιο. Οι διπλές κιθάρες στο τέλος είναι το απόλυτο αποκορύφωμα. Το καταλληλότερο κρεσέντο για έναν δίσκο που παίρνει τα συντρίμμια ενός πεθαμένου ιδιώματος, τα λιώνει στο καζάνι του Maryland και σφυρηλατει ένα δικό του, ολοκαίνουργιο σπαθί. Αν το thrash πρόκειται να έχει μέλλον, ελπίζω να μοιάζει ακριβώς με αυτό.


 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network