Euan Dalgarno

Μετά το εξαιρετικό uoying που κυκλοφόρησε πέρυσι το καλοκαίρι από την Frosti, ο Σκωτσέζος συνθέτης διευρύνει ακόμη περισσότερο το προσωπικό του ηχητικό λεξιλόγιο. Η ambient αν και φαινομενικά λειτουργεί εδώ ως φόντο, και η ηλεκτρονική μουσική γίνεται μια ακόμη άσκηση μινιμαλισμού, ωστόσο οι συνθέσεις κινούνται ανάμεσα σε αφαιρετικές drone επιφάνειες, σύγχρονη κλασική μουσική, ορχηστρικό post-rock και αρκετά θραύσματα shoegaze που εμφανίζονται σαν ξαφνικές εκλάμψεις μέσα στην ομίχλη του ήχου. Το αποτέλεσμα έτσι δεν θυμίζει μια απλή συλλογή ορχηστρικών κομματιών αλλά μια διαρκή μεταβολή τοπίων.

Γνωρίζοντας πως το άλμπουμ γράφτηκε την περίοδο που ο Dalgarno ανάρρωνε έπειτα από ένα σοβαρό ατύχημα, πολλές από τις ηχητικές του αποφάσεις αποκτούν μεγαλύτερο βάθος. Δεν πρόκειται όμως για έναν δίσκο που εκβιάζει το συναίσθημα μέσα από τη βιογραφία του δημιουργού του. Η προσωπική δοκιμασία λειτουργεί περισσότερο σαν υπόγειο ρεύμα που διαπερνά ολόκληρο το έργο. Το Cliff Workshop μοιάζει να καταγράφει όχι τον πόνο, αλλά τη διαδικασία με την οποία το μυαλό ξαναβρίσκει σταδιακά την ισορροπία του.

Κομμάτια όπως τα "Rockethaus" και "White Moth" διαθέτουν μια σχεδόν κινηματογραφική ευαισθησία. Οι μελωδίες τους δεν κορυφώνονται ποτέ με τον αναμενόμενο τρόπο. Αντίθετα, αιωρούνται, αφήνοντας τον χώρο να γεμίσει από σιωπές, αναπνοές και μικρές μετατοπίσεις υφών. Εκεί βρίσκεται και η δύναμη του δίσκου. Στην υπομονή του.

Η παραγωγή βασίζεται κυρίως σε ένα Korg MS2000, περάσματα από πετάλια delay, reverb και pitch shifting, field recordings, έγχορδα και φωνητικά της Claire Shanley-Inglis, η οποία έχει μια αρκετά ενδιαφέρουσα εμπειρία στην κινηματογραφική μουσική. Ωστόσο, η τεχνολογία δεν γίνεται ποτέ αυτοσκοπός. Ο Dalgarno χρησιμοποιεί τα ηλεκτρονικά μέσα με τρόπο σχεδόν οργανικό, σαν να αναπνέουν μαζί με τα ακουστικά όργανα. Οι παραμορφωμένες κιθάρες εμφανίζονται μόνο όταν χρειάζεται να ταράξουν την ηρεμία, και όχι για να επιβληθούν πάνω της.

Το ενδιαφέρον είναι πως ο δίσκος αποφεύγει διαρκώς να αποκαλύψει πλήρως τον εαυτό του. Όπως ένα όνειρο που θυμάσαι μόνο αποσπασματικά το επόμενο πρωί, κάθε νέα ακρόαση φωτίζει διαφορετικές λεπτομέρειες. Μια θαμμένη αρμονία, ένας απόμακρος θόρυβος, μια σχεδόν ανεπαίσθητη μετατόπιση του στερεοφωνικού πεδίου. Είναι από εκείνες τις δουλειές που δεν εξαντλούνται στην πρώτη επαφή αλλά ανταμείβουν την επιμονή.

Σήμερα, λοιπόν, που η ambient συχνά εγκλωβίζεται είτε στη λειτουργική μουσική είτε στην υπερβολική αισθητικοποίηση, ο Dalgarno βρίσκει έναν πιο προσωπικό δρόμο. Χωρίς να αναζητά τη μεγαλοπρέπεια ούτε την απόλυτη αφαίρεση. Αναζητά εκείνο το ενδιάμεσο σημείο όπου η ηλεκτρονική μουσική μετατρέπεται σε μνήμη, σε τοπίο και τελικά σε καταφύγιο. Και αυτό εδώ το πανέμορφο άλμπουμ, δεν ζητά την προσοχή σου με θόρυβο. Την κερδίζει αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι έχεις ήδη επιστρέψει σε αυτό αρκετές φορές χωρίς να το έχεις προγραμματίσει. Ένα αξιόλογο άλμπουμ, που στέκεται σιωπηλά στην άκρη του δωματίου, σαν το φως που αλλάζει λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Και όταν κάποια μέρα επιστρέψεις σε αυτό χωρίς να θυμάσαι ακριβώς γιατί, θα καταλάβεις πως στο μεταξύ έχει γίνει κομμάτι του εσωτερικού σου τοπίου.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network