H Phoebe Bridgers δεν έσκασε ακριβώς με κρότο στα μουσικά πράγματα όταν έκανε την εμφάνισή της στα μέσα των 2010s με τα πρώτα της EP, ενώ η κυκλοφορία του ντεμπούτου άλμπουμ της το 2017 έτυχε θερμής υποδοχής μεν, αλλά δεν κατάφερε να τη φέρει στην πρώτη γραμμή. Ούτε καν η έλευση των boygenius το 2018 (του supergroup δηλαδή που σχημάτισε μαζί με την Lucy Dacus και την Julien Baker και κυκλοφόρησε το πρώτο του EP τη χρονιά εκείνη) ήταν αρκετή για να τη διαχωρίσει από τις δεκάδες νεαρές μουσικούς μεσαίου βεληνεκούς που είχαν κατακλύσει τη βιομηχανία στον κορεσμένο χώρο της indie τραγουδοποιίας.

Ήταν εντέλει το εκπληκτικό Punisher του 2020 ο δίσκος ο οποίος έπεισε κοινό και κριτικούς ότι έχουμε να κάνουμε με μια ξεχωριστή περίπτωση τραγουδοποιού με γνήσιο ταλέντο στην κατασκευή στιβαρών μελωδιών, ιδιοσυγκρασιακή γραφή και μια γενικότερη ικανότητα να βρίσκει τη χρυσή εκείνη τομή που της επιτρέπει να αποφεύγει το τετριμμένο, χωρίς να αποχωρίζεται την ασφάλεια του οικείου. To επίσης εξαιρετικό the record των boygenius ήρθε τρία χρόνια αργότερα να επιβεβαιώσει ότι το hype είχε βάσεις συμπαγείς και να πολλαπλασιάσει ως εκτούτου τις προσδοκίες από το επόμενο solo βήμα της αμερικανής μουσικού.

Οι προσδοκίες αυτές λοιπόν δικαιώνονται στο Lost Weekend, έναν δίσκο που παρουσιάζει μια εκτενή πλην δεμένη συλλογή 16 κομματιών, απόρροια πρωτίστως της δημιουργικής ευφυίας της Phoebe Bridgers, συνεπικουρούμενης από μια στρατιά συνεργατών που περιλαμβάνουν τους περιβόητους Jack Antonoff και Alex G, τις Dacus και Baker, αλλά και διάφορα άλλα ονόματα που εμφανίζονται σποραδικά και εμπλουτίζουν την ποικιλομορφία του δίσκου σε επίπεδο φωνητικών και οργανοπαιξίας.

Οι θεματικές του άλμπουμ περιστέφονται γύρω από τις έννοιες της απώλειας (του πατέρα της) και του έρωτα (για τον σύντροφό της Bo Burnham), άξονες που ενίοτε τέμνονται, συνθέτοντας ένα περίπλοκο συναισθηματικό μωσαϊκό γεμάτο παλινδρομήσεις, αντιφάσεις και γλυκόπικρες εξομολογήσεις. Οι λεπτεπίλεπτες αυτές ψυχικές ακροβασίες είναι δωσμένες με τη γνώριμη στιχουργική προσέγγιση της Bridgers, κατά την οποία η αφηγηματικότητα και η εικονοπλασία εναλλάσσονται με την αφηρημένη ασάφεια. Έστω κι αν σε σημεία η παραπάνω πρακτική μπερδεύει, ζητώντας απο τον ακροατή ίσως περισσότερα από αυτά που είναι διατεθειμένος να επενδύσει, ο πλούτος των στιχουργικών ευρημάτων είναι εντυπωσιακός και η λογοτεχνική ομορφιά τους αναμφισβήτητη.

Σε μουσικό επίπεδο, τα πράγματα στο Lost Weekend είναι λίγο πολύ γνώριμα επίσης. H κληρονομιά της τραγουδοποιίας του Elliot Smith εξακολουθεί να διαπνέει τις συνθέσεις και τα folk -και ενίοτε country- στοιχεία δίνουν το παρόν και πάλι. Οι όποιες διαφορές του με προηγούμενες κυκλοφορίες της δημιουργού του έχουν να κάνουν με το περαιτέρω ρίξιμο των τόνων (προκειμένου να επιτευχθεί η αναγκαία εναρμόνιση με τη θεματολογία του δίσκου), την ενίσχυση του αιθέριου στοιχείου και την εισαγωγή ηλεκτρονικών ήχων, η οποία είναι φειδωλή και απαρέγγλιτα προσηλωμένη στην υπηρεσία της αφήγησης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το τελευταίο αποτελεί η έναρξη του δίσκου με το “The Outside”, στο οποίο η χρήση του vocoder προκαλεί ένα «ρομποτικό» εφέ στη φωνή της Bridgers, καθώς εκείνη τραγουδά για τη συναισθηματική απονεύρωση ως μηχανισμό ψυχικής επιβίωσης.

Στα κομμάτια που ακολουθούν αμέσως μετά το εναρκτήριο, ξετυλίγεται ένα ακαταμάχητο σερί το οποίο αξίζει να περιγραφεί. Το “Lost Boys”, που επιλέχθηκε ως lead single και περιλαμβάνει τις Baker και Dacus, είναι ένα νέο “Kyoto”και δεν έχει πολλά να ζηλέψει από αυτό, επιδεικνύοντας μια άρτια μελωδίκη γραμμή καθώς περιγράφει το περίφημο Peter Pan syndrome. To “Kill Me” (ενδεχομένως ό,τι πιο αξιόλογο μπορεί να βρει κανείς μέσα στην tracklist) είναι ανατριχιαστικό όπως εισπνέει και εκπνέει, κρατώντας σε σημεία την ανάσα του, ενώ το “The Governor’s Waltz” που το διαδέχεται δένει με υπέροχο τρόπο ένα σωρό layers -κιθαριστικό fingerpicking που χαϊδεύει τα αυτιά, πλήκτρα που προσομοιάζουν νανουριστική μελωδία, ονειρικά έγχορδα, στοιχειωτικά χορωδιακά φωνητικά, ακόμα και field recordings που συνοδεύουν τη ροή της εξιστόρησης. Το δε “Bobby” στη συνέχεια, το οποίο είναι και το πιο τσιτωμένο κομμάτι του δίσκου, περιγράφει με αξιοζήλευτη στιχουργική μαεστρία την ερωτική παραζάλη της πρώιμης περιόδου μιας σχέσης.

Στο τρίπτυχο έρωτας-θρήνος-τραύμα παραμένει εστιασμένος ο δίσκος καθ’ όλη τη διάρκειά του, καθώς οδηγείται προς μια συναρπαστική κλιμάκωση, με δύο κομμάτια τοποθετημένα μια ανάσα πριν από το τέλος του τα οποία αξίζουν ειδική μνεία. Ο λόγος για το θαυμάσιο “I Can’t Wait”, όπου συμμετέχει ο Cameron Winter των Geese (με τους οποίους πέρυσι μας χάρισε έναν από τους σπουδαιότερους indie δίσκους της δεκαετίας) και το “As Above”, μια πολυεπίπεδη σύνθεση έξοχα τραγουδισμένη και με λεπτομέρειες που αποκαλύπτονται από ακρόαση σε ακρόαση, που κατά πάσα πιθανότητα προϊόντος του χρόνου θα αποτελέσει μελλοντικό fan favorite.

Σε έναν τελικό απολογισμό, το Lost Weekend περιέχει όλα τα στοιχεία που ανέδειξαν την Phoebe Bridgers ως μια απο τις κορυφαίες τραγουδοποιούς της γενιάς της, συνθετικά φτάνει κοντά στα επίπεδα του Punisher και στιχουργικά το ξεπερνά. Είναι γειωμένο στις ρίζες του κλασικού songwriting, αλλά εναγκαλίζεται την αισθητική και μετέρχεται τα εκφραστικά μέσα του σήμερα. Δεν είναι τυχαίο το ότι έχει ήδη αγαπηθεί μερικές μόνο μέρες μετά την κυκλοφορία του -και θα αποτελέσει μεγάλη έκπληξη εάν ο χρόνος τού φερθεί άσχημα.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network