a35

Κάθε φορά που νομίζεις πως ο Jack White έχει εξαντλήσει το προσωπικό του λεξιλόγιο, βρίσκει έναν ακόμη τρόπο να αποδείξει ότι η αμερικανική μουσική είναι ένα πηγάδι χωρίς πάτο. Όχι επειδή ανακαλύπτει κάτι καινούργιο, αλλά επειδή ξέρει να σκάβει βαθύτερα από τους περισσότερους. Kαι το Frozen Charlotte είναι ένας δίσκος που ακούει τις φωνές κάτω από το χώμα. Είναι ένας δίσκος για ανθρώπους που αρνούνται να λυγίσουν, ακόμη κι όταν αυτό τους σπάει. Από την πρώτη στιγμή γίνεται φανερό πως ο Jack White εγκαταλείπει κάθε σκέψη εντυπωσιασμού. Οι κιθάρες εξακολουθούν να ουρλιάζουν, όμως αυτή τη φορά μοιάζουν περισσότερο με εργαλεία ανασκαφής παρά με όπλα. Κάθε riff μοιάζει να ξεθάβει μια ξεχασμένη ιστορία της αμερικανικής παράδοσης, όπου το μπλουζ, το garage, η country και η ψυχεδέλεια δεν λειτουργούν ως μουσικά χιλιοφορεμένα είδη αλλά ως διαφορετικές διάλεκτοι της ίδιας γλώσσας. 

Η ροκ μουσική γεννήθηκε για να κινείται, να ιδρώνει, να χορεύει, να πέφτει και να ξανασηκώνεται. Ο Jack White, όμως, διαλέγει αυτή τη φορά να μιλήσει για το ακριβώς αντίθετο. Για την ακινησία. Για εκείνη την εσωτερική σκλήρυνση που αποκτά ο άνθρωπος όταν οι πληγές του παύουν να επουλώνονται και μετατρέπονται σε μέρος του χαρακτήρα του. Το Frozen Charlotte παίρνει το όνομά του από τις ομώνυμες βικτωριανές πορσελάνινες κούκλες, σμιλεμένες από ένα ενιαίο κομμάτι χωρίς αρθρώσεις, ανίκανες να λυγίσουν. Aυτό είναι το κρυφό νήμα που ενώνει ολόκληρο τον δίσκο. Γιατί ο White δεν γράφει ποτέ ευθείες εξομολογήσεις. Προτιμά να κρύβεται πίσω από παραβολές, λαϊκούς μύθους και σύμβολα, αφήνοντας τον ακροατή να ανακαλύψει μόνος του πως, τελικά, οι κούκλες αυτές δεν είναι αντικείμενα αλλά άνθρωποι.

Ύστερα από σχεδόν τρεις δεκαετίες κατά τις οποίες αναδιαμόρφωσε το garage rock, το blues και την αμερικανική folk, ο Jack White μοιάζει πλέον περισσότερο με έναν αρχαιολόγο της ίδιας του της μουσικής παράδοσης. Το Frozen Charlotte δεν κάνει καμία προσπάθεια ανακαλύψει έναν νέο ήχο. Σκάβει, όμως, βαθύτερα μέσα σε έναν ήχο που ο ίδιος συνέβαλε καθοριστικά να διαμορφωθεί. Και μέσα σε μια εποχή όπου η ροκ μουσική συχνά αντιμετωπίζεται είτε ως νοσταλγικό αντικείμενο είτε ως αλγόριθμος ανακύκλωσης παλιών ιδεών, αυτή η εμμονή μοιάζει σχεδόν επαναστατική.

Η μπάντα ακούγεται σαν καλοκουρδισμένη μηχανή. Ο Patrick Keeler κρατά τα τύμπανα με μια ακρίβεια που θυμίζει τις καλύτερες στιγμές των Raconteurs, ο Dominic Davis χτίζει διαρκώς υπόγειες μπασογραμμές που κρατούν τα τραγούδια γειωμένα, ενώ το Hammond του Bobby Emmett λειτουργεί σαν μια διαρκής αναπνοή ανάμεσα στις εκρήξεις των κιθαρών. Κι όμως, τίποτα από αυτά δεν επισκιάζει τον πραγματικό πρωταγωνιστή: την κιθάρα του White.

Βέβαια, για ακόμη μία φορά, αρνείται να παίξει τον ρόλο του κλασικού κιθαρίστα. Η κιθάρα ουρλιάζει, τραυλίζει, ψιθυρίζει, παραμορφώνεται, αποκτά σχεδόν ανθρώπινη φωνή (και κραυγή). Στο εναρκτήριο "G.O.D. And The Broken Ribs" οι διαδοχικές σόλο φράσεις μπορεί να φαίνονται σαν μια επίδειξη δεξιοτεχνίας αλλά στην πραγματικότητα χτίζουν τον διάλογο ανάμεσα στα όργανα. Εδώ ο Jack White συνδέει τα penny dreadful, τα φτηνά και μαζικά λαϊκά αναγνώσματα της βικτωριανής εποχής, με τη Frozen Charlotte, τη μικρή πορσελάνινη κούκλα που κατασκευαζόταν από ένα ενιαίο κομμάτι, χωρίς αρθρώσεις και χωρίς δυνατότητα κίνησης. Δύο αντικείμενα χαμηλού κόστους, προορισμένα για γρήγορη κατανάλωση και εύκολη αντικατάσταση, γίνονται στα χέρια του σύμβολα μιας κοινωνίας που μετατρέπει τις ιστορίες, τα σώματα και τελικά τους ίδιους τους ανθρώπους σε αναλώσιμο εμπόρευμα. Το λογοπαίγνιο με τη λέξη "sense" (Ι need some more sense) και τα νομίσματα ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την ιδέα, καθώς η αξία, η λογική και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μοιάζουν να ζυγίζονται πλέον με την ίδια ψυχρή μεταλλική μονάδα.

Στο επόμενο "Derecho Demonico" ο ήχος παραμορφώνεται μέχρι να μοιάζει με κραυγή περισσότερο παρά με ηλεκτρική κιθάρα. Αντίστοιχα, το "There's Nobody There" κουβαλά εκείνη τη βαριά, σχεδόν "ζεπελινική" αίσθηση του groove, ενώ στο "Thick as Thieves" ο White οδηγεί το όργανό του σε περιοχές που θυμίζουν περισσότερο έναν άλλον δεξιοτέχνη, τον Tom Morello, παρά κάποιον παραδοσιακό bluesman. Πίσω όμως από αυτή τη δεξιοτεχνία κρύβεται ένας από τους πιο υπαρξιακούς δίσκους της καριέρας του. Το "Raising The Grain" μετατρέπει την ξυλουργική σε αλληγορία της ανθρώπινης οδύνης. Όπως το ξύλο τρίβεται, χαράζεται και σφραγίζεται για να αποκτήσει την τελική του μορφή, έτσι και ο άνθρωπος διαμορφώνεται μέσα από τον πόνο του και η αναφορά στη Θεία Ευχαριστία καμαρώνει πάνω από τα φαζαρισμένα φωνητικά ως μια υπενθύμιση πως κάθε μεταμόρφωση απαιτεί μια μορφή θυσίας. Το ίδιο συμβαίνει και στο "Nobody Knows", όπου η ειρωνεία γίνεται φιλοσοφία. Κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά γιατί πετούν οι μέλισσες, γιατί σταματάει ξαφνικά μια καρδιά ή τι θα απομείνει από τον πολιτισμό μας όταν όλα και όλοι γίνουν απολιθώματα του μέλλοντος. Βέβαια, ο White δεν αναζητά απαντήσεις, απλώς υπενθυμίζει μόνο πόσο εύθραυστη είναι η βεβαιότητα.

Η κορύφωση έρχεται με το "You'll Never Fix Me", ίσως το πιο προσωπικό τραγούδι του δίσκου, όπου ολοκληρώνεται και η μεταφορά της Frozen Charlotte. Ο αφηγητής αποδέχεται πως οι ρωγμές του δεν πρόκειται να εξαφανιστούν ποτέ. Έτσι, δεν υπάρχει λύτρωση. Υπάρχει μόνο η επιλογή να συνεχίσεις να υπάρχεις έτσι όπως είσαι, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να παραμένεις άκαμπτος απέναντι στον κόσμο.

Το χρήμα αποτελεί έναν ακόμη αόρατο άξονα που διαπερνά τον δίσκο. Μια σκέψη που γίνεται ακόμη πιο αιχμηρή στο "All Alone Again", ίσως το πιο πικρό τραγούδι του άλμπουμ. Η απληστία παρουσιάζεται ως η ισχυρότερη δύναμη απομόνωσης, ικανή να διαλύσει ακόμη και τους πιο στενούς δεσμούς. Το "Making Contact" πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, επιστρατεύοντας ονόματα όπως οι J.P. Morgan και Rockefeller ως προσωποποιήσεις μιας εξουσίας που έχει μάθει να μετατρέπει το ψέμα σε κανονικότητα. Για τον White, το χρήμα δεν είναι ποτέ ουδέτερο, αλλά μια ακόμη μορφή ακαμψίας. Ένα σύστημα που προτιμά τους ανθρώπους άκαμπτους, προβλέψιμους και πειθήνιους, όπως ακριβώς εκείνες οι πορσελάνινες κούκλες χωρίς αρθρώσεις.

Αυτή, άλλωστε, είναι και η μεγάλη αρετή του Jack White ως στιχουργού. Κρύβεται πίσω από βιβλικές εικόνες, λαϊκές παραδόσεις, δικαστικές αίθουσες, θύελλες και παραμύθια, αφήνοντας τους συμβολισμούς να κάνουν τη δουλειά που άλλοι αναθέτουν στην κυριολεξία. Και κάθε τραγούδι μοιάζει με μικρό αίνιγμα που πρέπει να λύσεις. Και όσο περισσότερο επιστρέφεις στον δίσκο, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι ότι οι απαντήσεις δεν είναι ο στόχος. Ο στόχος είναι η ίδια η διαδικασία της αναζήτησης.

Η δεύτερη πλευρά του άλμπουμ στρέφεται περισσότερο στις ανθρώπινες σχέσεις. Το πολύ δυνατό "I Can't Believe What I'm Hearing" μετατρέπει έναν χωρισμό σε δικαστική αντιπαράθεση, ενώ το "Thick As Thieves" χρησιμοποιεί τη συνενοχή δύο απατεώνων για να μιλήσει για τις σχέσεις που συντηρούνται όχι από αγάπη αλλά από αμοιβαίες εξαρτήσεις. Στο "She's In A Frenzy", ο χαρακτηριστικός ήχος του ugly stick μετατρέπεται σχεδόν σε ηχητική αναπαράσταση της ζήλιας, μιας νευρικής ταλάντωσης που συνοδεύει έναν άνθρωπο ο οποίος ζηλεύει την ελευθερία των άλλων, γνωρίζοντας ταυτόχρονα πως δεν θα μπορούσε ποτέ να την αντέξει ο ίδιος. Το άλμπουμ κλείνει με το καταπληκτικό πεντάλεπτο "Neighbors Blues", ένα τραγούδι που μοιάζει να συγκεντρώνει όλη τη σκόνη, τον ιδρώτα και τους μύθους που προηγήθηκαν. Ένα μπλουζ που δεν αποχαιρετά τον ακροατή, αλλά αφήνει την ιστορία να συνεχίσει να παίζει και μετά την τελευταία νότα.

Και στο τέλος καταλαβαίνεις πως η "Frozen Charlotte" δεν είναι απλώς μια βικτωριανή κούκλα. Είναι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που, από φόβο, πείσμα ή επιβίωση, έμαθαν να ζουν χωρίς να λυγίζουν. Ο Jack White τους δίνει φωνή μέσα από έναν δίσκο που δεν κυνηγά την καινοτομία αλλά κάτι πολύ δυσκολότερο: τη διαχρονικότητα. Γιατί η μεγάλη ροκ μουσική δεν είναι αυτή που ακούγεται μοντέρνα. Είναι εκείνη που, χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να μοιάζει σαν να γράφτηκε για τον κόσμο που ζούμε τώρα. Και το Frozen Charlotte διαθέτει ακριβώς αυτή τη σπάνια ιδιότητα. Δεν ζητά να το θαυμάσεις (θα το κάνεις ούτως ή άλλως). Απλά σου ζητάει να επιστρέψεις σε αυτό. Ξανά και ξανά, μέχρι να αρχίσεις να ακούς κι εσύ εκείνες τις φωνές που ο Jack White επιμένει πως υπάρχουν ακόμη κάτω από το χώμα.

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network