Some Velvet Sidewalk – Critters Encore

Οι Some Velvet Sidewalk, ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα συγκροτήματα της σκηνής της Ολύμπια στις αρχές της δεκαετίας του ’90, συνδεδεμένοι με την K Records και το κίνημα του lo-fi/DIY indie rock και σύγχρονοι του Kurt Cobain, επιστρέφουν ακριβώς τη στιγμή που η ιδιόρρυθμη αισθητική τους θεωρείται ξανά πολύτιμη, χωρίς να έχει χαθεί ούτε ίχνος της εκκεντρικότητάς τους μέσα στις δεκαετίες που μεσολάβησαν. Η μουσική τους συνεχίζει να ισορροπεί ανάμεσα στον πρωτόγονο garage ήχο, το noise, την indie pop και μια σχεδόν παιδική αφέλεια στην ερμηνεία.

Με σταθερό πυρήνα τον Al Larsen στην κιθάρα και τα φωνητικά, τον επί χρόνια ντράμερ Don Blair και μια εναλλασσόμενη ομάδα μπασιστών,  οι πρωτοπόροι του πειραματικού “love rock”, όπως το ονομάζουν οι ίδιοι επιστρέφουν έπειτα από σχεδόν τρεις δεκαετίες με τον ίδιο ακατέργαστο, αντισυμβατικό χαρακτήρα που τους έκανε συγκρότημα-λατρεία, συνδυάζοντας με έναν ιδιόρρυθμο τρόπο το lo-fi punk και την noise pop με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και καλύτερη εστίαση, χωρίς καμία απολύτως νοσταλγική διάθεση. Οι θολές κιθάρες, οι λοξές μελωδίες και η εύθραυστη φωνή του Al Larsen εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο, όμως αυτή τη φορά τα τραγούδια έχουν πιο συμπαγή δομή.

Το Critters Encore, με τον εύστοχο τίτλο του, είναι γεμάτο από πιθήκους, γεράκια και λαγούς, αλλά όλα αυτά παρουσιάζονται -σαν ντοκιμαντέρ για τη φύση που έχει περάσει μέσα από ένα παραλήρημα- μέσα από τις θεωρίες του Larsen για σκουληκότρυπες ή μέσα από συζητήσεις με διοργανωτές συναυλιών σχετικά με το τι φαγητό υπάρχει διαθέσιμο μετά το τέλος μιας εμφάνισης. Δεινόσαυροι και παγωτά κυριαρχούν επίσης στις συνθέσεις του Larsen, οι οποίες παραμένουν αλλόκοτες ακόμη και σε σύγκριση με τους συνοδοιπόρους τους που συμμετείχαν στην πρώτη συλλογή της Kill Rock Stars. Είναι δύσκολο να κατανοήσει κάποιος όλα αυτά και πιθανότατα αυτός είναι ακριβώς ο στόχος. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που η επιρροή του διακρίνεται στον Raygun Busch των Chat Pile, με τη θεατρική σκηνική παρουσία και την αγάπη του για τις Β movies.

Το άλμπουμ ανοίγει με το σκοτεινό και υποβλητικό “Don’t Fuck with Your Luck”, ένα αργόσυρτο και νωχελικό rock κομμάτι που θυμίζει τις πιο στοχαστικές στιγμές των Dead Moon, με μια διακριτική κιθαριστική χροιά που κάτι από Neil Young επίσης φέρνει στον νου. Το “Rabbits Running” κινείται σε παρόμοιο κλίμα, αλλά με πιο έντονους ρυθμούς, διάθεση διαμαρτυρίας, κιθάρες που περιπλανώνται μέσα σε ένα θολό κράμα blues και rock και ένα ρεφρέν γεμάτο από τις χαρακτηριστικές κραυγές του Larsen.  Όσο συχνά κι αν οι Some Velvet Sidewalk ακούγονται βαθιά ριζωμένοι στη μουσική παράδοση του Βορειοδυτικού Ειρηνικού, με εμφανείς επιρροές από τους Dead Moon και την punk ενέργεια των Wipers, άλλο τόσο εμφανίζονται και αναφορές στον πειραματισμό του Captain Beefheart. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στα spoken word μέρη του “Walking/Falling”, τα οποία διαφέρουν από τον πιο ποιητικό τρόπο απαγγελίας του “Is Damaged”. Τα υπνωτιστικά riffs του ”Is Damaged” δύσκολα θα μπορούσαν να έχουν προκύψει από κάποιον ερασιτέχνη, ενώ το μουσικό τους ύφος συνοδεύει ιδανικά τους σαρκαστικούς στίχους του Larsen για τους τηλεπωλητές. Αντίστοιχα, στο “Velvet Rabbit Portal”, ο Blair κρατά σταθερά τον ρυθμό, αφήνοντας τον Larsen να μιλά για το διάστημα, για ένα “ανθρακικό αποτύπωμα σαν βροντόσαυρος” και να διαβεβαιώνει ότι “στον Βορειοδυτικό Ειρηνικό θα είσαι μια χαρά, αρκεί να μην εισπνέεις!”.

Το άλμπουμ περιλαμβάνει, επίσης, πανκ κραυγές στο “Snow”. Αυτή η απρόβλεπτη επιστροφή ενός εξίσου απρόβλεπτου συγκροτήματος συνοψίζεται ιδανικά στη νέα ηχογράφηση του “Snow”, ενός εξαιρετικά ακατέργαστου ζωντανού κομματιού από το ντεμπούτο τους, Appetite for Extinction. Και εδώ η ηχογράφηση έγινε ζωντανά στο στούντιο, όμως η καλύτερη ποιότητα ήχου ενισχύει ακόμη περισσότερο το χάος: ο ρυθμός επιταχύνεται, σταματά απότομα και ξαναρχίζει, πριν το κοινό ξεσπάσει σε ένα ευγενικό, ελαφρώς απορημένο χειροκρότημα. Κιθαριστικά σόλο και τύμπανα, καθώς και φλογερά riffs που μοιάζουν να αποδέχονται τη δομή των τραγουδιών μόνο απρόθυμα, στο δυναμικό κλείσιμο με το “This Minute”. Παρόμοια διάθεση συναντά κανείς και στο “So Be It, Bro”, το οποίο μοιάζει να αποφεύγει επίμονα να σταθεροποιηθεί σε έναν ρυθμό, πριν μεταμορφωθεί από ένα σχεδόν πρόχειρο, ηχητικό πείραμα σε μια εντυπωσιακή έκρηξη στο φινάλε του. Το “Howwling”, ένα τραχύ και γρυλίζον τραγούδι, είναι ίσως το πιο κοντινό σε ένα συμβατικό rock κομμάτι, με κιθαριστικά σόλο γεμάτα αντήχηση, παιχνιδιάρικες ιαχές και παλαμάκια.

Πρόκειται για έναν αλλόκοτο δίσκο που ισορροπεί ανάμεσα στην ανοησία και τη βαθυστόχαστη έκφραση, τον κόσμο των ζώων και το διάστημα. Σαν άγριο πάρτι ζώων, όπως προμηνύει και ο τίτλος του άλμπουμ, όπου ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί φαίνεται να δυσκολεύονται να ελέγξουν όσα συμβαίνουν. Μουσική απόλυτα ταιριαστή στη σύγχρονη εποχή. Δεν προσπαθεί να εκσυγχρονιστεί ούτε να κυνηγήσει τις τάσεις. Παραμένει πεισματικά lo-fi, με μια σχεδόν πανκ ειλικρίνεια που σήμερα ακούγεται πιο αναγκαία από ποτέ. Για όσους αγαπούν τη noise pop και την αισθητική της K Records αυτή αποτελεί μία από τις πιο ουσιαστικές επιστροφές της χρονιάς.

 

8/10

Label: Perennial/ K Records

 

 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network