Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στην καριέρα της Charli XCX (άποψή μου, πάντα) είναι η ρευστότητα της ταυτότητάς της. Λίγες pop καλλιτέχνιδες της γενιάς της έχουν αλλάξει δέρμα τόσες φορές, χωρίς να χάσουν τον πυρήνα τους. Από τις μεταμοντέρνες εξάρσεις της συνεργασίας της με τη SOPHIE, στα mixtapes του 2017, και από το Charli του 2019 που την καθιέρωσε μέχρι το αμφιλεγόμενο εμπορικό άνοιγμα του Crash και την πολιτισμική έκρηξη του Brat (αδυνατώ ακόμα να καταλάβω την τρέλα με αυτό το άλμπουμ) η Βρετανίδα τραγουδοποιός έμοιαζε να ακολουθεί μία μόνο αρχή: δεν χρωστάει εξηγήσεις σε κανέναν. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι στο "Wink Wink" δηλώνει σχεδόν προκλητικά πως «people can change». Η φράση μπορεί να ακούγεται σαν προσωπικό μανιφέστο αλλά και σαν μια προειδοποίηση προς το κοινό της. Όποιος περίμενε μια δεύτερη δόση από το νέον ηδονιστικό σύμπαν του Brat, θα βρεθεί μπροστά σε κάτι πολύ διαφορετικό. Ευτυχώς...
Το Music, Fashion, Film εγκαταλείπει τη λαμπερή ψευδαίσθηση του πάρτι και στρέφεται προς ένα πιο τραχύ, σχεδόν βιομηχανικό (ναι) ηχητικό τοπίο. Οι κιθάρες εμφανίζονται πιο επιθετικές, οι ενορχηστρώσεις μοιάζουν σκόπιμα ανορθόδοξες και η συναισθηματική έκθεση αγγίζει συχνά τα όρια της αυτοτιμωρίας. Εκεί όπου το Brat έκρυβε τις υπαρξιακές του αγωνίες κάτω από ακαταμάχητα synths και χορευτικά hooks, το νέο άλμπουμ επιλέγει να φωτίσει τις ρωγμές αντί να τις καμουφλάρει. Αυτό είναι ίσως και το πιο γοητευτικό στοιχείο του δίσκου. Όχι, η Charli δεν προσπαθεί να κατασκευάσει μια νέα περσόνα, αντίθετα σαν να προσπαθεί να ανακαλύψει αν υπάρχει ακόμη άνθρωπος πίσω από όλες τις περσόνες που δημιούργησε και το Music, Fashion, Film λειτουργεί σαν μια σειρά από παραμορφωμένους καθρέφτες, όπου η pop σταρ κοιτάζει το είδωλό της και δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τα όρια ανάμεσα στο πρόσωπο και τον ρόλο.
Υπάρχει κάτι ονειρικό σε αυτή τη διαδικασία που στιγμίαια μου θυμίζει εκείνον τον στίχο των Kraftwerk «Even the greatest stars discover (dislike) themselves in the looking glass». Όχι με την έννοια της απόδρασης, αλλά με εκείνη την παράξενη λογική των ονείρων, όπου γεγονότα, αναμνήσεις και επιθυμίες συνυπάρχουν σε ένα ακαθόριστο χώρο και χρόνο. Η μουσική συχνά μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στην κατάρρευση και στην έκσταση, ενώ οι στίχοι ισορροπούν διαρκώς ανάμεσα στην αυτογνωσία και την αυτοκαταστροφή. Βέβαια, το Brat υπήρξε ένας δίσκος που φορούσε τη μάσκα του ξέφρενου πάρτι για να μιλήσει για τη ζήλια, τη μητρότητα, τη φιλοδοξία και τον φόβο της φθοράς. Το Music, Fashion, Film κάνει το αντίθετο: αφαιρεί τη μάσκα και αφήνει τις αντιφάσεις να εκτεθούν στο φως. Η ειρωνεία εξακολουθεί να υπάρχει, όμως πλέον δεν συνοδεύεται από το γνώριμο χαμόγελο. Αντί γι' αυτό, συναντάμε μια αίσθηση εξάντλησης, σαν η καλλιτέχνιδα να αναρωτιέται πόσο ακόμη μπορεί να ανανεώνεται χωρίς να χάσει τον εαυτό της.
Σίγουρα δεν είναι ο πιο άμεσος, ούτε ο πιο διασκεδαστικός δίσκος της. Είναι όμως ένας από τους πιο ενδιαφέροντες, θεωρώ. Εκεί όπου πολλές pop σταρ ανακυκλώνουν επιτυχημένες φόρμουλες, η Charli XCX επιλέγει να ρισκάει. Και ακόμη κι όταν το αποτέλεσμα μοιάζει άνισο, η πρόθεσή της παραμένει συναρπαστική: να μετατρέψει την προσωπική αβεβαιότητα σε τέχνη. Εξάλλου, ας μην γελιόμαστε, το Music, Fashion, Film δεν είναι συνέχεια του Brat, είναι η σκιά του, το σκοτεινό είδωλο που εμφανίζεται όταν σβήσουν τα φώτα του club. Και εκεί, μέσα στη σιωπή που ακολουθεί τον θόρυβο, η Charli XCX ακούγεται πιο ανθρώπινη από ποτέ.
Ωστόσο, η ενδοσκόπηση που επιχειρεί εδώ η Charli XCX δεν καταλήγει πάντοτε σε τρομακτικές αποκαλύψεις (μην τρελαθούμε κιόλας). Συχνά μοιάζει να συγχέει την αυτοαναφορικότητα με το βάθος, σαν να θεωρεί ότι η απλή καταγραφή των ανασφαλειών της αρκεί για να τις μετατρέψει σε τέχνη. Έτσι, τραγούδια όπως το "Card Declined" και το "Camera" βυθίζονται σε μια αδέξια απλοϊκότητα. Οι εικόνες είναι πρόχειρες, οι προβληματισμοί γνώριμοι και οι διατυπώσεις τόσο κυριολεκτικές που αδυνατούν να αποκτήσουν συμβολικό βάρος. Όταν η Charli αναρωτιέται αν έχει νόημα να συνεχίσει να είναι «το κορίτσι στην οθόνη» στα τριάντα τέσσερά της, δεν φωτίζει κάποια νέα πτυχή της pop διασημότητας, απλώς επαναλαμβάνει μια συζήτηση που η ίδια έχει ήδη κάνει με μεγαλύτερη οξύτητα στο παρελθόν. Και σε αυτές τις στιγμές, το Music, Fashion, Film θυμίζει κάποιον που επιμένει να σου εξηγεί πόσο χαοτικός είναι, λες και η εξομολόγηση από μόνη της συνιστά μορφή σοφίας. Η πρόθεσή του είναι ξεκάθαρα να τραβήξει την κουρτίνα και να αποκαλύψει τον μηχανισμό πίσω από τη σταρ περσόνα, αλλά συχνά η εμμονή με αυτή τη διαδικασία γίνεται πιο ενδιαφέρουσα από τα ίδια τα συμπεράσματα που προκύπτουν.
Κάπου εδώ γεννιέται και η αναπόφευκτη σύγκριση με το The Moment, την ημι-αυτοβιογραφική κινηματογραφική της απόπειρα νωρίτερα μέσα στη χρονιά. Εκεί, η Charli κατάφερνε να σατιρίσει τη βιομηχανία, τον εαυτό της και το φαινόμενο Brat με μια ελαφρότητα που έλειπε από τη μουσική της. Η εικόνα της ντυμένης σαν πράσινη νεράιδα, να αιωρείται στη σκηνή υπακούοντας σε στελέχη που θέλουν να μετατρέψουν το brand της σε κάτι πιο οικογενειακό, περιείχε περισσότερη αλήθεια από ολόκληρα τραγούδια του δίσκου. Το χιούμορ λειτουργούσε εκεί ως εργαλείο αυτογνωσίας. Εδώ, πολλές φορές, η αυτογνωσία μοιάζει να βαραίνει κάτω από το ίδιο της το βάρος. Και όμως, όταν η Charli σταματά να προσπαθεί τόσο επίμονα να αποδείξει κάτι, το άλμπουμ αποκτά ξαφνικά ζωή. Το δυνατό "Rock Music" είναι ίσως η πιο πετυχημένη στιγμή του δίσκου ακριβώς επειδή κατανοεί τη δύναμη της γελοιοποίησης. Η βασίλισσα της dance-pop ανακηρύσσει νεκρή την πίστα και βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια punk συναυλία του συντρόφου της, περιγράφοντας την εμπειρία με μια σχεδόν παιδική αγανάκτηση. Οι ατάκες της, υπερβολικές και αμήχανες, πετυχαίνουν κάτι σπάνιο: έχουν πλάκα, αλήθεια. Κάτω από τα αστεία, όμως, κρύβεται μια ουσιαστική ανησυχία για τη θέση της μέσα σε μια μουσική κουλτούρα που συνεχώς αλλάζει.
Ακόμη καλύτερο είναι το "SS26", ένα κομμάτι που παντρεύει τις κιθάρες με μια δυστοπική πασαρέλα στο χείλος της αποκάλυψης. Εκεί η Charli ακούγεται επιτέλους ειλικρινής χωρίς να γίνεται αυτάρεσκη. Οι στίχοι της αναγνωρίζουν πως η πολιτική ταυτότητα, η καταγωγή και η δημόσια εικόνα μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε εμπορεύσιμα αξεσουάρ μέσα στη σύγχρονη pop βιομηχανία. Πρόκειται για μία από τις πιο διεισδυτικές στιγμές της καριέρας της, επειδή στρέφει το βλέμμα όχι μόνο προς τον εαυτό της αλλά και προς το σύστημα που τον κατασκευάζει. Το άλμπουμ κλείνει με δύο από τις πιο ατμοσφαιρικές στιγμές του. Το όμορφα ταξιδιάρικο "Magic Metal Montana" αργοσβήνει πάνω στο τρυφερό «you make it easy for me», ενώ το "No One Lasts Forever featuring David Cronenberg", παρότι μοιάζει θεματικά να επαναλαμβάνει τον προκάτοχό του, μεταφέρει αυτό το indie μελαγχολικό συναίσθημα στο σύμπαν της Charli. Εκεί, ο Καναδός σκηνοθέτης αναλαμβάνει σχεδόν να επιβάλει ένα βαρύνουσας σημασίας φινάλε διά της ωμής επανάληψης: «They are dead, they are gone, nothing lasts forever». Η φράση-λούπα έρχεται αμέσως μετά από τις κοφτερές, γοητευτικές παρατηρήσεις της Charli για μια φιλοσοφική συζήτηση με ένα κορίτσι κάποτε, κάπου στο Παρίσι...
Τελικά, το Music, Fashion, Film είναι ένας δίσκος γεμάτος αντιφάσεις, γεγονός που τον καθιστά ταυτόχρονα ελκυστικό και απογοητευτικό. Από τη μία, περιέχει μερικές από τις πιο οξυδερκείς παρατηρήσεις που έχει γράψει ποτέ η Charli XCX. Από την άλλη, συχνά παγιδεύεται σε μια αυτάρεσκη μορφή αυτοανάλυσης που συγχέει την ευαλωτότητα με τη διορατικότητα. Οι καλύτερες στιγμές του έρχονται όταν εγκαταλείπει την ανάγκη να εξηγήσει τον εαυτό της και απλώς τον εκθέτει. Oπότε, αν το Brat ήταν η φωτογραφία μιας γυναίκας που χόρευε για να ξεχάσει τις αντιφάσεις της, το Music, Fashion, Film είναι το επόμενο καρέ: τα φώτα έχουν ανάψει, το μακιγιάζ έχει αρχίσει να λιώνει και το μεθύσι έχει περάσει. Το πρόσωπο που αποκαλύπτεται δεν είναι πάντοτε συναρπαστικό. Είναι όμως αληθινό. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο, και πιο δύσκολο, επίτευγμα του δίσκου.










