Για πρώτη φορά συνάντησα τον French Fry σε κάποια εμφάνισή του στη Death Disco, και θυμάμαι να παρακολουθώ εκείνον και τον Aki Rei που βρισκόταν μαζί του στη σκηνή με μεγάλο χαμόγελο. Ναι, ο French Fry έχει κάτι χαρισματικό. Έχει αυτή την επιτηδευμένα ανεπιτήδευτη αισθητική των 2020s και της Gen Z που σηκώνει με κυνισμό το μεσαίο δάχτυλο σε οτιδήποτε κατεστημένο, αλλά και με αδιαφορία τους ώμους – που ήδη έχουν κουβαλήσει υπερβολική πληροφορία για την ηλικία τους. Με σπουδές στη jazz performance και έντονη επιρροή από συγκροτήματα όπως οι Fontaines D.C., οι IDLES και οι Getdown Services, άρχισε να γράφει και να παράγει τη δική του μουσική, συνδυάζοντας κιθαριστικές φόρμες, lo-fi υφές και έναν εξομολογητικό, συχνά αυτοσαρκαστικό λόγο, στοιχεία που οδήγησαν στο ντεμπούτο του Quit Your Job!, που κυκλοφορεί από τη Fine! Records. Η εργασιακή εξουθένωση, η αστική επανάληψη, η μοναξιά, η αβεβαιότητα και η διαρκής επιθυμία διαφυγής συνθέτουν έναν δίσκο που συνομιλεί με τις αγωνίες μιας γενιάς η οποία προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις προσδοκίες και την πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή, η μουσική του διατηρεί μια παιχνιδιάρικη διάθεση, δημιουργώντας μια παράδοξη συνύπαρξη ανάμεσα στην ανεμελιά της αισθητικής των early 2000s και στο αίσθημα πρόωρης εξουθένωσης που διατρέχει τους στίχους του.

Στο πρώτο του αυτό ολοκληρωμένο δισκογραφικό εγχείρημα ο French Fry σκιαγραφεί έναν ήρωα που βρίσκεται διαρκώς σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Είναι αρκετά νέος για να ονειρεύεται, αρκετά κουρασμένος ώστε να νιώθει πως έχει ήδη χάσει το παιχνίδι. Το άλμπουμ επιστρέφει ξανά και ξανά στην εργασιακή εξουθένωση, την αστική μονοτονία, την υπαρξιακή μοναξιά, την κρίση ταυτότητας και την ανάγκη διαφυγής ως διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας υπαρξιακής συνθήκης. Από το εναρκτήριο “9 to 5”, όπου η επανάληψη εκτελεί σε πραγματικό χρόνο το burnout, μέχρι την παραδοχή «I'm only 23 but I just feel like 30» στο “Hangover”, ο χρόνος μοιάζει να έχει αλλοιωθεί μεταξύ πραγματικής ζωής και αλγορίθμου.

Η ίδια αίσθηση διαπερνά σχεδόν κάθε τραγούδι, με την κρίση της ταυτότητας να έρχεται σαν βασικό στιχουργικό μοτίβο. Ο French Fry αναρωτιέται «Who am I supposed to be?», στο “Apple Pie”, στο “People Pleaser” ο εαυτός διαμορφώνεται μέσα από τις απαιτήσεις των άλλων και στο “Pain” μοιάζει σχεδόν να δημιουργείται από το βλέμμα τους. Δεν υπάρχει σταθερός πυρήνας, μόνο μια συνεχής διαπραγμάτευση του ποιος είναι και ποιος θα ήθελε να γίνει – πράγμα το οποίο αντανακλάται σε μεγάλο βαθμό στην συνολική εικόνα του δίσκου.

Ακόμη ένα χαρακτηριστικό του δίσκου αυτού είναι το χιούμορ του, κατά τις υποδείξεις του σύγχρονου βρετανικού post-punk. Στίχοι όπως «Quit your job, you fucking morron» ή «I made you apple pie» μοιάζουν με διαδικτυακά memes, σε μια γλώσσα που, όντας σκόπιμα αφελής, κάνει την κατάσταση ακόμη πιο άβολη, θυμίζοντας τον τρόπο με τον οποίο μια ολόκληρη γενιά χρησιμοποιεί τα αστεία για να μιλήσει για την εξάντληση και την κατάθλιψη.

Γενικά, ο French Fry διαθέτει όλα τα συστατικά ενός ενδιαφέροντος σύγχρονου λόγου, κυνισμό, αυτοσαρκασμό, αίσθηση αδιεξόδου, ανάγκη διαφυγής, χωρίς όμως πάντοτε να εμπιστεύεται τη δύναμη του υπαινιγμού, όπως για παράδειγμα κάνουν οι Viagra Boys στο “Sports”, που τριγύριζε στο μυαλό μου ακούγοντας τα πρώτα κομμάτια του δίσκου. Βέβαια, η κυριολεκτική γραφή αποτελεί μια τάση που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της σημερινής εγχώριας indie σκηνής, η οποία έχει απομακρυνθεί από το συμβολικό προς έναν πιο άμεσο και εξομολογητικό λόγο. Ωστόσο, στις στιγμές όπου ο French Fry αφήνει τις εικόνες να λειτουργήσουν αυτόνομα, αποδεικνύει ότι διαθέτει ήδη το υλικό για κάτι πιο σύνθετο και πιο προσωπικό.

Ίσως γι' αυτό η αμφιθυμία που διαπερνά τους στίχους επεκτείνεται τελικά και στον ίδιο τον δίσκο. Ο αφηγητής δεν ξέρει αν πρέπει να μείνει ή να φύγει, αν είναι ερωτευμένος ή μόνος, αν αναζητά μια καινούργια ζωή ή απλώς έναν τρόπο να αντέξει. Αντίστοιχα, η μουσική άλλοτε τείνει προς το post-punk, άλλοτε το lo-fi, το indie rock και τη dream pop, μερικές φορές ποτίζεται με drum & bass στοιχεία και ηλεκτρονικές υφές χωρίς να καταλήγει πάντοτε σε μια ενιαία ταυτότητα. Το Quit Your Job! μοιάζει έτσι να αναζητά τη δική του φωνή με τον ίδιο τρόπο που ο δημιουργός του αναζητά τη θέση του στον κόσμο. Η ανομοιογένειά του αφαιρεί κατά στιγμές συνοχή, την ίδια στιγμή όμως λειτουργεί ως ειλικρινές τεκμήριο μιας καλλιτεχνικής ταυτότητας που βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση. Μέσα σε αυτή τη διαρκή αναζήτηση, το πιο σταθερό σημείο αναφοράς είναι το rhythm section και, κυρίως, τα τύμπανα του Aki Rei, με τη ρυθμική τους προσωπικότητα να δημιουργεί μια αίσθηση συνέχειας εκεί όπου οι υπόλοιπες παράμετροι μεταβάλλονται διαρκώς.  

Και κάπου εδώ δημιουργείται το βασικό ερώτημα. Σε ένα άλμπουμ που ο ήχος αντανακλά τόσο το περιεχόμενο, είναι αυτό συνειδητή αισθητική επιλογή ή εν εξελίξει δημιουργική αναζήτηση; Σε κάθε περίπτωση, το Quit Your Job! είναι ένα ντεμπούτο που δεν κρύβει τις ατέλειές του, ούτε όμως και την ειλικρίνειά του. Ο French Fry μοιάζει να αφομοιώνει ακόμη τις επιρροές του, κι όπως ο αφηγητής των τραγουδιών του δεν γνωρίζει αν πρέπει να μείνει ή να φύγει, να ερωτευτεί ή να απομονωθεί, να συνεχίσει ή να τα παρατήσει, έτσι και ο ίδιος ο δίσκος μοιάζει να αναζητά τη μορφή που θα τον εκφράσει πληρέστερα. Αυτή η δημιουργική αμφιθυμία γεννά στιγμές ασυνέχειας, γεννά όμως ταυτόχρονα και την αίσθηση ότι παρακολουθούμε έναν καλλιτέχνη τη στιγμή ακριβώς που διαμορφώνει την ταυτότητά του. Όμως ο French Fry διαθέτει όλα τα εφόδια (και τη σπιρτάδα) για να μετατρέψει αυτή την αναζήτηση σε ένα πραγματικά ξεχωριστό μουσικό ιδίωμα, και, κυρίως μια χαρισματική μουσική παρουσία που, τελικά, καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured