Αρκετοί δίσκοι αυτοσχεδιασμού υπόσχονται, αν μη τι άλλο, ελευθερία. Ελάχιστοι όμως κατορθώνουν να σε κάνουν να ξεχάσεις ότι ακούς τρεις ανθρώπους να παίζουν μουσική. Το Independent / Interdependent μοιάζει περισσότερο με ένα τοπίο που σχηματίζεται μπροστά στα μάτια σου, σαν μια ομίχλη που αποκτά για λίγο μορφή πριν χαθεί ξανά στο άγνωστο. Η συνάντηση της Σαβίνας Γιαννάτου, του Gonçalo Almeida και του Κωστή Δρυγιανάκη, καταγεγραμμένη ζωντανά στο Take 2 Festival της Θεσσαλονίκης, δεν βασίζεται στην ιδέα του διαλόγου των μουσικών, αλλά σε κάτι πιο αινιγματικό. Σαν τρεις διαφορετικές μνήμες που ονειρεύονται η μία την άλλη. Ο τίτλος Independent / Interdependent λειτουργεί λιγότερο ως περιγραφή και περισσότερο ως φυσικός νόμος. Καμία φωνή δεν ηγείται, κανένα όργανο δεν συνοδεύει, όλα κινούνται σαν σώματα μέσα στην ίδια βαρυτική έλξη, πλησιάζουν, απομακρύνονται και επιστρέφουν διαρκώς σε μια εύθραυστη ισορροπία.
Η φωνή της Γιαννάτου δεν αφηγείται ιστορίες. Τις θυμάται. Ψίθυροι, ανάσες, παιχνιδίσματα με το στόμα, κραυγές και μελωδικά αποτυπώματα που μοιάζουν να αναδύονται από κάποια κρυφή παραλία της Μεσογείου, μόνο και μόνο για να εξατμιστούν λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. Δεν υπάρχουν λέξεις, κι όμως το συναίσθημα παραμένει απόλυτα αναγνωρίσιμο, σαν εκείνη την παράξενη συγκίνηση που νιώθει κανείς όταν ανακαλύπτει μια φωτογραφία χωρίς να θυμάται πότε τραβήχτηκε.
Το κοντραμπάσο του Almeida δεν παίζει τόσο νότες όσο δονεί την ατμόσφαιρα, το έδαφος, το πανοραμικό πεδίο της ηχογράφησης. Με το δοξάρι να τρίζει σαν κορμός δένδρου, με αρμονικές που αιωρούνται σαν αχνές αντανακλάσεις και με πιο κρουστικές χειρονομίες που θυμίζουν πέτρες να κυλάνε μέσα σε υπόγειο ποτάμι, γίνεται άλλοτε σκιά της φωνής και άλλοτε ο αόρατος ορίζοντας πάνω στον οποίο αυτή ανασαίνει.
Και κάπου ανάμεσα, ο Κωστής Δρυγιανάκης χρησιμοποιεί τα ηλεκτρονικά άλλοτε ως εφέ και άλλοτε ως παραμόρφωση του ίδιου του χρόνου. Οι ήχοι απλώνονται, διαλύονται, αποκτούν δεύτερες και τρίτες σκιές, σαν να περνούν μέσα από δωμάτια γεμάτα καθρέφτες. Οι υφές μπλέκονται τόσο οργανικά ώστε, σε αρκετές στιγμές, είναι αδύνατο να καταλάβεις αν ακούς ανθρώπινη φωνή, δοξάρι ή μια ηλεκτρονική αντανάκλαση που γεννήθηκε από τα δύο.
Ίσως το πιο συναρπαστικό στοιχείο του δίσκου είναι ότι δεν ενδιαφέρεται να οδηγήσει τον ακροατή κάπου. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις με την κλασική έννοια, ούτε προκαθορισμένες αφηγήσεις. Η μουσική αναπτύσσεται όπως ένα σύννεφο ή μια γεωλογική διεργασία. Αργά, υπομονετικά, σχεδόν αδιάφορα απέναντι στην ανθρώπινη ανάγκη για αρχή, μέση και τέλος. Κάθε νέα υφή γεννά μια επόμενη, κάθε διάλυση κρύβει μέσα της μια μελλοντική συνάντηση.
Πίσω από όλα αυτά, υπάρχει και κάτι βαθιά κινηματογραφικό σε αυτή την εμπειρία. Όχι, δεν θυμίζει soundtrack, αλλά κατά κάποιον τρόπο θα μπορούσε να λειτουργεί όπως τα όνειρα του Αντρέι Ταρκόφσκι ή οι σιωπές του David Lynch. Δηλαδή, δεν εξηγούν ποτέ τι συμβαίνει, απλώς σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι συμβαίνει κάτι αληθινό.
Όταν, λοιπόν, η μουσική εκπαιδεύεται όλο και περισσότερο στις μέρες μας να επιβεβαιώνει τις προβλέψεις των αλγορίθμων, η αυτοσχεδιαστική δημιουργία είναι μια πράξη αντίστασης. Γιατί, δεν προσπαθεί να μαντέψει τι θέλει να ακούσει ο ακροατής, ούτε να χωρέσει σε playlists, κατηγορίες ή δεδομένα συμπεριφοράς. Επιμένει να γεννιέται μπροστά στα μάτια και τα αυτιά μας, αποδεχόμενη το ενδεχόμενο της αποτυχίας ως αναπόσπαστο μέρος της ομορφιάς της. Το Independent / Interdependent υπενθυμίζει ακριβώς αυτή τη χαμένη αξία της μουσικής ως ζωντανής διαδικασίας και η Σαβίνα Γιαννάτου, ο Gonçalo Almeida και ο Κωστής Δρυγιανάκης δεν παρουσιάζουν απλώς τρεις διαφορετικές αισθητικές διαδρομές. Αποδεικνύουν ότι η ουσία της δημιουργίας βρίσκεται στην ακρόαση του άλλου. Στην υπομονή. Στην αβεβαιότητα. Στην απόφαση να μην γνωρίζεις εκ των προτέρων πού θα οδηγήσει η επόμενη νότα.
Ίσως αυτή να είναι σήμερα η πιο ριζοσπαστική μορφή μουσικής. Όχι επειδή είναι δύσκολη ή πειραματική, αλλά επειδή αρνείται να μετατραπεί σε προϊόν βεβαιότητας. Μέσα στον θόρυβο της εποχής που μετρά τα πάντα σε clicks, recommendations και engagement, ο αυτοσχεδιασμός εξακολουθεί να υπερασπίζεται κάτι σχεδόν ξεχασμένο: ότι η πραγματική δημιουργία δεν είναι η τέχνη της πρόβλεψης, αλλά η τέχνη της ανακάλυψης. Και ίσως γι' αυτό παραμένει ένας από τους τελευταίους χώρους όπου η μουσική συνεχίζει να συμβαίνει πραγματικά, αντί απλώς να αναπαράγεται.






