Το κενό δεν είναι ποτέ σιωπηλό. Πάλλεται από αόρατες συχνότητες, μικρές ηλεκτρικές διακυμάνσεις και ήχους που περιμένουν κάποιον να τους δώσει μορφή. Το Oscillating the Void του The Mute μοιάζει με μια επίμονη απόπειρα να καταγράψει ακριβώς αυτές τις ανεπαίσθητες δονήσεις. Για σαράντα περίπου λεπτά, σε αυτό το άλμπουμ. το κενό αποκτά συχνότητα. Οι ταλαντωτές ανοίγουν αργά σαν μηχανικά άνθη και οι πρώτες κυματομορφές αρχίζουν να χαράζουν έναν χάρτη εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο σιωπή. Αυτό είναι το Oscillating the Void. Το άλμπουμ δεν ακούγεται απλά σαν μια σειρά συνθέσεων. Ακούγεται σαν ένα δωμάτιο γεμάτο oscillators που ξυπνούν αργά μέσα στο σκοτάδι, μέχρι η πρώτη συχνότητα να συναντήσει τη δεύτερη και το κενό να αρχίσει να αποκτά σώμα. Επίσης, εδώ αξίζει να θυμηθούμε πως οι αναλογικές μηχανές είχαν πάντα μια περίεργη συνήθεια. Ακόμη κι όταν δεν έπαιζαν τίποτα, έμοιαζαν να σκέφτονται, και κάπως έτσι αυτό το άλμπουμ γεννήθηκε μέσα σε αυτή τη σχεδόν μεταφυσική αναμονή, εκεί όπου ο ήχος δεν κατασκευάζεται αλλά αναδύεται αργά, σαν να υπήρχε εκεί ανέκαθεν.
Ύστερα από πέντε χρόνια αφοσιωμένος στον ήχο των άλλων ως μηχανικός μίξης και mastering, ο Νίκος Χαλντούπης επιστρέφει στο προσωπικό του σύμπαν με έναν τρόπο σχεδόν τελετουργικό. Στήνει μπροστά του το επιβλητικό modular σύστημα του, πατά το rec και αφήνει τη στιγμή να αποφασίσει. Χωρίς πολλές διορθώσεις, χωρίς σκληρό editing, και βασικά, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Και η μουσική καταγράφεται όπως γεννιέται, σαν σεισμογράφημα μιας στιγμιαίας συνείδησης.
Το αποτέλεσμα κουβαλά έντονα το πνεύμα της Σχολής του Βερολίνου, όχι όμως ως άσκηση νοσταλγίας. Οι μακρόσυρτες ακολουθίες, οι αργές μεταμορφώσεις των φίλτρων και οι διαρκείς αναπνοές των oscillators θυμίζουν τις αχανείς διαδρομές των Tangerine Dream, του Klaus Schulze και του Conrad Schnitzler, αλλά κοιτούν προς το παρόν. Σε καμία περίπτωση δεν αναπαράγουν ένα ιστορικό ιδίωμα, αντιθέτως το επαναδιατυπώνουν μέσα από μια σύγχρονη modular αισθητική, όπου κάθε μικρή μετατόπιση αποκτά τεράστια σημασία, χωρίς το έργο να χαρακτηρίζεται από μια μόνο αισθητική ταυτότητα.
Οι μελωδίες, πολλές από αυτές βασισμένες σε παραδοσιακές κλίμακες, εμφανίζονται σαν μακρινά φώτα στην απέναντι όχθη. Δεν κυριαρχούν ποτέ πάνω στις υφές και τον σκληρό, ακούραστο ρυθμό. Επιπλέουν ανάμεσά τους. Κάθε νότα μοιάζει να έχει προηγουμένως διασχίσει έναν ατελείωτο διάδρομο από αναλογικά κυκλώματα, αποκτώντας πάνω της μικρές ατέλειες που την κάνουν ακόμη πιο ανθρώπινη. Αυτό όμως που κάνει τον δίσκο να ξεχωρίζει είναι η αίσθηση του χώρου. Ο Χαλντούπης δεν χρησιμοποιεί τα synthesizers για να γεμίσει το φάσμα. Αντίθετα, μοιάζει να προσπαθεί να δονήσει το ίδιο το κενό. Ανάμεσα στους ήχους υπάρχουν αόρατες επιφάνειες, περιοχές όπου η μουσική μοιάζει να περιμένει τον ακροατή να κάνει το τελευταίο βήμα. Σαν να μην ολοκληρώνεται ποτέ χωρίς τη δική του φαντασία.
Είναι αξιοθαύμαστο πως, παρά τον αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα και τις one-take ηχογραφήσεις, το άλμπουμ ακούγεται εξαιρετικά συμπαγές. Δεν υπάρχουν περιττές περιπλανήσεις ούτε καμία πρόθεση ή επίδειξη τεχνικής. Κάθε συχνότητα υπηρετεί μια ενιαία ιδέα, σαν όλα τα modules να αποτελούν στην πραγματικότητα ένα μοναδικό όργανο που αναπνέει αργά μέσα στο σκοτάδι. Το εξαιρετικό εναρκτήριο "Signal Loss at Infinity", ίσως η πιο αντιπροσωπευτική στιγμή του άλμπουμ, ανοίγει αργά την αυλαία με υπόκωφους παλμούς και μονοφωνικές αναλογικές διαδρομές που μοιάζουν να αναζητούν προσανατολισμό μέσα στο σκοτάδι. Οι πρώτες συχνότητες δεν εισβάλλουν, αναδύονται, σαν ένα ξεχασμένο σήμα που ταξιδεύει επί χρόνια στο διάστημα μέχρι να βρει επιτέλους έναν δέκτη. Το επόμενο "Parasitikos" λειτουργεί σαν ένα χαμηλόφωνο πρελούδιο αναλογικής μαεστρίας, αφήνοντας τις συχνότητες να αναπνέουν αργά μέσα από τις μικρές μεταβολές των κρουστών, και αφηγούνται περισσότερα από οποιαδήποτε μελωδική κορύφωση.
Στο "Gravitational Decay", οι αναλογικοί ήχοι ξεφυτρώνουν σαν παράξενα φυτά μέσα σε ένα δάσος (όπως φαίνονται και στο όμορφο εξώφυλλο της Νότας Λαδά), ενώ βαθιά στο ηχητικό πεδίο αχνές συχνότητες υφαίνουν μελωδίες που δεν αποφασίζουν ποτέ αν ανήκουν στο φως ή στη σκιά. Το "Moriarty Was Innocent" χτίζεται πάνω σε έναν επίμονο, παλλόμενο ρυθμό που κουβαλά την αύρα της ηλεκτρονικής μουσικής των 80s. Πάνω σε αυτό το σταθερό υπόστρωμα, μονοφωνικά synthesizers υφαίνουν αδιάκοπα μελωδικές γραμμές που διασταυρώνονται, απομακρύνονται και επιστρέφουν διαρκώς, σαν να αναζητούν μια κοινή τροχιά. Το "Redshift Lament" κλείνει το άλμπουμ με μια σχεδόν παιδική γαλήνη να σκεπάζει την ακούραστη επιμονή των κυκλωμάτων, που συνεχίζουν να πάλλονται ασταμάτητα στο βάθος, σαν να αρνούνται να αποδεχθούν το τέλος, πριν οι μπάσες νότες σβήσουν στο fade-out.
Το Oscillating the Void επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της υπομονής. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με τις μηχανές του. Τις χρησιμοποιεί σαν τηλεσκόπια στραμμένα προς τα μέσα, εκεί όπου το κενό δεν είναι απουσία, αλλά ένας τόπος γεμάτος ανεπαίσθητες ταλαντώσεις που περιμένουν κάποιον να τις ακούσει. Είναι ένας δίσκος που δεν γεμίζει τον χώρο με ήχους. Δονεί το ίδιο το κενό, υπενθυμίζοντας πως η αναλογική ηλεκτρονική μουσική εξακολουθεί να κρύβει ανεξερεύνητους κόσμους για όσους είναι πρόθυμοι να τους ακούσουν. Κυκλοφορεί ψηφιακά από τη FYC Records μέσω Bandcamp, και είναι διαθέσιμο και σε κασέτα με επιπλέον συνθέσεις.






