Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή. Η ελληνική λογοτεχνική παράδοση δεν στερήθηκε ποτέ γυναικείες φωνές, στερήθηκε όμως συστηματικά την αναγνώρισή τους. Από τη Μαρία Πολυδούρη, η οποία για δεκαετίες διαβαζόταν περισσότερο μέσα από τον μύθο της τραγικής ερωτευμένης γυναίκας παρά ως μία από τις σημαντικότερες ποιητικές φωνές του Μεσοπολέμου, μέχρι την Κατερίνα Γώγου, που χρειάστηκε να περάσουν χρόνια ώστε η λογοτεχνική κριτική να αντιμετωπίσει το έργο της με τη σοβαρότητα που του αναλογεί, οι γυναίκες ποιήτριες στην Ελλάδα βρέθηκαν συχνά αντιμέτωπες με μια παράδοξη συνθήκη – κι αυτές είναι μόνο δύο από τις περιπτώσεις που, πολύ πιθανό να πετύχαινες τυχαία σε κάποιο σχολικό βιβλίο, ως εξαιρέσεις σ’ ένα, κατά τ’ άλλα, ανδροκρατούμενο κανόνα.
Το ίδιο συνέβη και με την προφορική ποίηση, που αντιμετωπίστηκε ως λαογραφικό κατάλοιπο, ως μια πολιτισμική υποσημείωση που άξιζε να καταγραφεί αλλά όχι να διαβαστεί ισότιμα με τη «μεγάλη» γραπτή ποίηση. Κι όμως, μέσα σε αυτούς τους προφορικούς θρήνους, τα τραγούδια της καθημερινότητας και τις συλλογικές αφηγήσεις, διασώθηκε ένα τεράστιο σώμα γυναικείας εμπειρίας.
Το 2026, η Αλεξάνδρα Επίθετη έρχεται όχι επί τούτου, κι ούτε σαν αυτοσκοπό, αλλά εμφατικά και ουσιαστικά να δηλώσει την παρουσία της, όχι για να αποκαταστήσει κάποια ιστορική αδικία, αλλά για να φέρει στο σήμερα αυτό που βρισκόταν πάντα εκεί. Με το άλμπουμ της Όχι Πια Δάκρυα, που κυκλοφορεί από την MINOS EMI, η ποιήτρια, spoken word artist και performer παραδίδει ένα έργο πυκνό, απαιτητικό για τον ακροατή, σπαρακτικά ειλικρινές κι εν τέλει, όμορφο μέσα στις αντιθέσεις του. Οι στίχοι της είναι στο επίκεντρο, χωρίς αυτό να σημαίνει επ’ ουδενί πως η μουσική είναι απλώς ένα «χαλί», εξ’ αιτίας και της συνδρομής εκλεκτών μουσικών – αλλά θα επανέλθω σε αυτό παρακάτω.
Κι ίσως θα σταθώ στη μουσική, γιατί νιώθω ότι περισσότερα μπορώ να πω για αυτή, παρά για τους στίχους. Η αμεσότητά και η απλότητα τους στοχεύουν κατευθείαν στην καρδιά, και δεν χρειάζονται παρακάμψεις ή ενδιάμεσες αναλύσεις για να καταλάβει κανείς την αγωνία της (συναισθηματικής) ενηλικίωσης, το πένθος, τις μάχες που άλλοτε κερδίζονται κι άλλοτε χάνονται στη διαπραγμάτευση με την απώλεια. Ούτε είναι απαραίτητο να μεσολαβήσουν οι δικές μου λέξεις για να νιώσει κανείς στο δέρμα του τον ζεστό ήλιο που περιγράφει η Επίθετη στα δώδεκα κομμάτια του άλμπουμ, να μυρίσει την κάπνα στα μπαρ ή να ανακαλέσει την γεύση της παγωμένης μπύρας – το αντίθετο. Αν χρειάζεται κάτι η δουλειά αυτή, είναι μια απρόσκοπτη ακρόαση, προσεκτική, γιατί κάπως έτσι θα σου επιτρέψει να λικνιστείς μελαγχολικά στο “Είμαι ‘ντάξει, οκέι” (στο οποίο συμμετέχει ο Ένα τσιγάρο στα μπαμ), να σιγοτραγουδήσεις το ρεφρέν του “Ο κόσμος τελειώνει”, να σφίξεις το σαγόνι για να αντέξεις το “6980316863”, να χαμογελάσεις με βουρκωμένα μάτια στο “Απαίσια Επαρχία” (ft. Στάθης Κατσιβέλης).
Αναφέρω ήδη κάποιες από τις συμμετοχές του δίσκου, όμως η αλήθεια είναι πως το Όχι Πια Δάκρυα στηρίζεται σε ένα πολύ ευρύτερο δίκτυο συνεργατών. Οι συνθέσεις και οι ενορχηστρώσεις διαθέτουν δική τους προσωπικότητα, αναπνέουν αυτόνομα και συνομιλούν ισότιμα με τον λόγο της Επίθετης. Για παράδειγμα, όσοι είναι εξοικειωμένοι με τη δουλειά του Viktoras ή του Nik Nugent των Kepler is Free θα αναγνωρίσουν εύκολα τις αισθητικές τους υπογραφές διάσπαρτες στα κομμάτια.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τις πολυάριθμες συμμετοχές που συναντάμε στη διάρκειά του. Οι παρουσίες των The Bad Poetry Social Club, του ΛΕΞ, του Στάθη Κατσιβέλη, του Ένα Τσιγάρο στα Μπαμ, του KK δίνουν την αίσθηση μιας δημιουργικής κοινότητας που συναντιέται γύρω από το έργο της Επίθετης και το υπηρετεί από διαφορετικές αφετηρίες. Ιδιαίτερα οι The Bad Poetry Social Club, η καλλιτεχνική οικογένεια μέσα από την οποία πολλοί γνώρισαν την ποιήτρια, βρίσκονται διαρκώς παρόντες στο πνεύμα του δίσκου. Παρ' όλα αυτά, το Όχι Πια Δάκρυα δεν μοιάζει με συλλογικό project, αλλά παραμένει αδιαπραγμάτευτα προσωπικό.
Αδιαπραγμάτευτα, επίσης, στο βαθμό που μου επιτρέπει η προσωπική μου κρίση, το Όχι Πια Δάκρυα είναι ένας δίσκος σημαντικός. Όχι μόνο γιατί ένα spoken word άλμπουμ φέρει την σφραγίδα της MINOS EMI. Ούτε γιατί με άριστη διακριτικότητα αξιοποιεί μερικά από τα δυνατά χαρτιά της εγχώριας μουσικής παραγωγής, αλλά διότι με αφοπλιστική ειλικρίνεια καταγράφει το παρόν της. Ένα παρόν που το τραύμα δεν γίνεται δράμα αλλά αφήγηση, που ο ενθουσιασμός δεν κλέβει τίποτα από την πρόθεση και τη σκληρή δουλειά, και που, τελικά, δικαιούται επάξια να τοποθετεί θαρραλέα τη γυναικεία φωνή και την προφορική ποίηση στο επίκεντρο.






