Ο Lou Barlow ίσως είναι ο πιο υποτιμημένος τραγουδοποιός της γενιάς του. Όσο υπερβολικό κι αν φαίνεται αυτό, μιλάμε για έναν μουσικό που είχε καθοριστική συμβολή σε τρεις από τις κορυφαίες μπάντες του ανεξάρτητου ήχου από τα μέσα του ’80 και μετά (Dinosaur Jr., Sebadoh, The Folk Implosion)∙ οι άθλιες, lo-fi ηχογραφήσεις του Barlow προανάγγειλαν τις αντίστοιχες τραγουδοποιών όπως ο Coner Oberst των Bright Eyes και ο Elliott Smith∙ και μια σειρά από θορυβώδη συγκροτήματα, από τους Modest Mouse ως τους Silver Jews, απλώς δεν θα είχαν υπάρξει χωρίς το “Gimmie Indie Rock”, τον φασαριόζικο αντι-ύμνο των Sebadoh από το 1993. Ωστόσο, ο Barlow, λόγω ιδιοσυγκρασίας, παραμένει πάντα μια φυσιογνωμία που αρέσκεται να δουλεύει στο παρασκήνιο.
«Ήμουν εξαιρετικά ντροπαλός. Όταν ήμουν στο λύκειο, οι δάσκαλοί μου νόμιζαν ότι ήμουν νοητικά ανάπηρος επειδή δεν θα μπορούσα να πω ή να κάνω τίποτα. Νόμιζαν ότι δεν μιλούσα», έχει πει ο ίδιος. «Ακόμα και όταν μπήκα στους Dinosaur Jr., ο κόσμος έλεγε, “Ο Lou - δεν μιλάει ποτέ”. Έτσι το κράτησα αυτό μέχρι τα 20 μου. Ήμουν πραγματικά, πραγματικά ήσυχος».
Η ιστορία του Barlow αφορά στο πώς χρησιμοποίησε τη μουσική για να ξεπεράσει το εξουθενωτικό κοινωνικό άγχος και τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Μοιράζοντας την ιστορία του, ο Barlow δείχνει μια πορεία που μπορούν να χρησιμοποιήσουν και άλλοι για να βοηθήσουν στη διαχείριση της ανησυχίας σε κοινωνικές καταστάσεις: Αν μπορέσουμε να μάθουμε να αποδεχόμαστε, ακόμη και να αγκαλιάζουμε, τα μέρη του εαυτού μας που μας κάνουν να νιώθουμε διαφορετικοί ή ακόμα και περίεργοι και παράξενοι, όχι μόνο θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε καλύτερη τέχνη, αλλά και να συμφιλιωθούμε με τους εσωτερικούς μας δαίμονες.
Για τον Barlow, η αρχή της πορείας του για την υπέρβαση του κοινωνικού άγχους είχε ξεκινήσει χρόνια νωρίτερα, καθώς έγραφε και έπαιζε τη μουσική του. Υπάρχει μακρά ιστορία έρευνας που δείχνει ότι το να παίζεις και να ακούς μουσική έχει ψυχολογικά και σωματικά οφέλη για την υγεία.
«Το μόνο πράγμα που μου έκανε [η δημιουργία μουσικής] ήταν να με κάνει να νιώθω λιγότερο μόνος. Αυτό για μένα είναι το νόημα - το υποκείμενο νόημα της δημιουργίας μουσικής - είναι στην πραγματικότητα ένα αποδεδειγμένα νόμιμο εργαλείο για να βοηθά τους ανθρώπους να τα βγάλουν πέρα. Έχει πραγματικά αυτή τη δύναμη», εξήγησε. «Είναι κάπως τρελό το πώς η μουσική με βοήθησε να ξεπεράσω τα άγχη που έχω. Όταν ήμουν νέος, η μουσική που άκουγα ήταν απίστευτα σαφής - σκληροπυρηνική πανκ. Ήταν απίστευτα προσωπικές ιδέες που διατυπώνονταν και αυτό με βοήθησε να ξεπεράσω και αποφάσισε τι θα έκανα με τη ζωή μου».
Ο Barlow γεννήθηκε στο Ντέιτον του Οχάιο στις 17 Ιουλίου 1966 και μεγάλωσε στο Τζάκσον του Μίσιγκαν και στο Γουέστφιλντ της Μασαχουσέτης. Φοίτησε στο τοπικό λύκειο, όπου σχημάτισε το hardcore punk συγκρότημα Deep Wound. Ο J Mascis εντάχθηκε στο συγκρότημα αφού απάντησε στην αγγελία τους για έναν «ντράμερ που ήθελε να παίζει πολύ γρήγορα». Αφού απογοητεύτηκαν από τους περιορισμούς του hardcore, οι Deep Wound διαλύθηκαν το 1984. Ο Mascis και ο Barlow επανενώθηκαν εκείνη τη χρονιά για να σχηματίσουν τους Dinosaur, που αργότερα μετονομάστηκαν σε Dinosaur Jr. Ο Mascis και ο Barlow είχαν συγκρούσεις προσωπικότητας σε όλη την πρώιμη ύπαρξη των Dinosaur Jr., και μετά την κυκλοφορία του τρίτου άλμπουμ τους (Bug, 1988), ο Barlow εκδιώχθηκε από το συγκρότημα.
Μετά τους Dinosaur Jr., ο Barlow έστρεψε την προσοχή του στους Sebadoh, τους οποίο είχε σχηματίσει νωρίτερα με τον πολυοργανίστα Eric Gaffney. Το project περιελάβανε τεχνικές ηχογράφησης χαμηλής πιστότητας και συνδύαζε την ενδοσκοπική, εξομολογητική σύνθεση τραγουδιών του Barlow με τα ασύμβατα κολάζ θορύβου του Gaffney. Ο μπασίστας και τραγουδοποιός Jason Loewenstein προστέθηκε στο line-up το 1989. Οι πρώτες κυκλοφορίες τους περιλαμβάνουν τα The Freed Man (1989) και Weed Forestin' (1990), το τελευταίο εκ των οποίων αρχικά κυκλοφόρησε αυτοπροσώπως με το όνομα Sentridoh το 1987. Και τα δύο άλμπουμ κυκλοφόρησαν επίσημα από την Homestead Records, όπως και το τρίτο άλμπουμ του συγκροτήματος, Sebadoh III (1991), το οποίο βοήθησε στην καθιέρωση του λεγόμενου lo-fi∙ και έγινε ένα καθοριστικό άλμπουμ της indie rock σκηνής της δεκαετίας του '90. Το συγκρότημα στη συνέχεια κυκλοφόρησε μια σειρά από άλμπουμ για λογαριασμό της εταιρείας Sub Pop.
Καθώς οι Sebadoh κέρδιζαν δημοτικότητα και αναγνώριση από τους κριτικούς, ο Barlow συνέχισε να εργάζεται στο παράλληλο project των Sentridoh, το οποίο περιελάβανε κυρίως ηχογραφημένο υλικό παρόμοιο με το έργο του στα τρία πρώτα άλμπουμ των Sebadoh, αλλά συχνά ηχογραφούσε σόλο και με λιγότερο συνεπή ποιότητα ήχου. Ο Sentridoh κυκλοφόρησε ένα τρίο άλμπουμ μόνο σε κασέτα από την Shrimper Records στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τα highlights αργότερα να συγκεντρώνονται σε συλλογές CD και βινυλίου όπως το Winning Losers: A Collection of Home Recordings 89–93 (1994) και το Another Collection of Home Recordings (1994).
Το 1994, ο Barlow σχημάτισε τους Folk Implosion με τον τραγουδοποιό John Davis. Το συγκρότημα κυκλοφόρησε αρκετά singles και EPs, και το 1995 έφτασε στο Top 40 με το τραγούδι "Natural One", από το soundtrack της ταινίας Kids του σκηνοθέτη Larry Clarke, η οποία προκάλεσε μεγάλη αίσθηση για την οπτική της πάνω στο ζήτημα του Aids και κυρίως χάρη στους ερασιτέχνες νεαρούς ηθοποιούς που υποδύονταν τα βαποράκια και τους skaters των δρόμων της Νέας Υόρκης. Το ίδιο το κομμάτι, ένας πρωτότυπος συνδυασμός βρώμικου lo-fi rock και hip-hop δημιούργησε σχολή και επηρέασε την κατεύθυνης δημιουργών όπως ο Beck. Παραμένει η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του Barlow.
Μετά την κυκλοφορία του όγδοου άλμπουμ των Sebadoh το 1999, το συγκρότημα έκανε ένα διάλειμμα και τα μέλη του συνέχισαν να ασχολούνται με άλλα projects. Ο Barlow συνέχισε να συνεργάζεται με τους Folk Implosion, κυκλοφορώντας το One Part Lullaby το 1999.
Το 2003, ο Barlow εμφανίστηκε ως μουσικός στην ταινία Laurel Canyon, η οποία αναπαριστούσε την ομώνυμη σκηνή των folk-rock τραγουδοποιών του Λος Άντζελες στις αρχές των 70’ς. Την άνοιξη του 2004, επανενώθηκε για λίγο με τον Loewenstein για την περιοδεία "Turbo Acoustic" των Sebadoh. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιοδείας, επανενώθηκε επίσης με τον J Mascis για μια ερμηνεία του τραγουδιού "Video Prick" με τον πρώην τραγουδιστή των Deep Wound, Charlie Nakajima. Αυτή η εμφάνιση οδήγησε σε μια πλήρη επανένωση των Dinosaur Jr. το 2005, με τα αρχικά μέλη Barlow, Mascis και Murph να ερμηνεύουν το "The Lung" στο The Late Late Show με τον Craig Ferguson στις 15 Απριλίου 2005, και μια συναυλία στο Spaceland στο Λος Άντζελες το επόμενο βράδυ.
Έκτοτε, το συγκρότημα έχει επανεκδώσει τους τρεις πρώτους δίσκους του, έχει κάνει εκτενείς περιοδείες παγκοσμίως και έχει κυκλοφορήσει πέντε νέους δίσκους: τα Beyond, Farm, I Bet on Sky, Give a Glimpse of What Yer Not και Sweep It Into Space.
Από το 2005, ο Barlow κυκλοφορεί αραιά και πού και προσωπικούς δίσκους, Αρχής γενομένης με το Emoh (Merge Records, 2005) και συνεχίζοντας με το Goodnight Unknown τον Οκτώβριο του 2009. Το τρίτο του σόλο άλμπουμ Brace the Wave ακολούθησε το 2015 από την Joyful Noise Recordings, ενώ η ίδια εταιρεία εξέδωσε το 2021 και το Reason to Live, την τελευταία του σόλο δουλειά μέχρι σήμερα. Στο μεταξύ τον Σεπτέμβριο του 2013, οι Sebadoh είχαν κυκλοφορήσει το άλμπουμ Defend Yourself, το πρώτο τους μετά από 14 χρόνια, για να ακολουθήσει το 2019 το Act Surprised.

O Barlow υπήρξε σε όλη του την καριέρα εργασιομανής και πολυγραφότατος. Όχι όμως και τελειομανής. Πιστεύει πάντα στη δύναμη της αυθόρμητης δημιουργίας και έχει δηλώσει ότι αναπολεί τα χρόνια της δεκαετίας του ‘80, όταν γκρουπ όπως οι Minutemen ή οι Husker Du, μπορούσαν να μπουν συχνά στο στούντιο και να ολοκληρώσουν σε σύντομο χρόνο ένα EP ή και ένα ολόκληρο άλμπουμ με σπουδαία τραγούδια. Τα γκρουπ αυτά δημιουργούσαν in situ. Και πολλές φορές αυτό συνέβαινε κάθε χρόνο.
Παρόλο που έχει παίξει σε μπάντες οι οποίες έχουν εμφανιστεί ζωντανά σε μεγάλα φεστιβάλ ανά τον κόσμο, π ίδιος ο Barlow συνεχίζεται να γοητεύεται από τον καλώς εννοούμενο ερασιτεχνισμό και να προκρίνει τις ηχογραφήσεις με σπιτικό feeling ακόμα και όταν ηχογραφεί σε στούντιο. Λέει για το τελευταίο του άλμπουμ:
«Δεν ήθελα να παίξει κανείς άλλος μαζί μου. Κάθε ήχο σε αυτό το δίσκο τον έπαιξα μόνος μου. Ήθελα να αντικατοπτρίζει τον τρόπο που ακούγεται η μουσική όταν παίζω μόνος μου, όσο το δυνατόν πιο φυσικά […] Πίστευα πραγματικά ότι είχε έρθει η ώρα να κάνω έναν ακουστικό δίσκο σε στούντιο – για να προσπαθήσω να αντικατοπτρίσω τη διαδικασία ηχογράφησης στο σπίτι εκεί».
Lou Barlow Top 6:
Dinosaur Jr. – You're Living All Over Me (1987)
Προερχόμενοι από τις στάχτες των Deep Wound και από την h/c σκηνή της εταιρείας Homestead/SST, οι Dinosaur Jr. έκαναν μια ανεπανάληπτη επίδειξη δύναμης με τον δεύτερο δίσκο τους. Μια blitzkrieg σύντηξη hardcore punk, no wave και abstract noise σε στυλ Sonic Youth, και μελωδικού hard rock στο ύφος του Neil Young και των Crazy Horse, το You're Living All Over Me ήταν ένα σημείο καμπής στο αμερικανικό underground rock & roll. Καθιέρωσε την ηρωική κιθάρα ως μέρος της indie rock, φέρνοντας τον θόρυβο των Sonic Youth σε πιο συμβατικές δομές τραγουδιών. Συμπληρωματικά, κομμάτια όπως το “Poledo” του Lou Barlow προοικονομούν τη lo-fi σκηνή και γκρουπ σαν τους Guided By Voices.
Sebadoh – III (Domino, 1991)
Το III του 1991 ακολούθησε δύο άλμπουμ με ηχογραφήσεις τεσσάρων κομματιών και αμέσως ενσωμάτωσε μια γενιά που ήταν αποφασισμένη να εμβαθύνει στα βασικά στοιχεία αυτού που έκανε την ποπ μουσική σπουδαία, αφαιρώντας την επιδεικτική υπερβολή που την κυριαρχούσε για σχεδόν μια δεκαετία. Τραγούδια όπως το "Violet Execution" και το "Limb By Limb", με τον ταχύ ρυθμό και τις παραμορφωμένες κιθάρες τους, είναι σαν ακούς ξεσπάσματα θυμού. Στον αντίποδα, το "Black Haired Gurl" είναι μια απέριττη folk-rock μελωδία τύπου Byrds. Ιδιαίτερα όμορφα είναι και τα "Kath" και "Perverted World", τα οποία περνούν σε λιγότερο από δύο λεπτά το καθένα. Οι επανεκδόσεις του δίσκου περιλαμβάνουν και το κλασικό single “Gimmie Indie Rock”, που κυκλοφόρησε λίγο μετά.
Sentridoh – Winning Losers: A Collection of Home Recordings 89-93 (Smells Like Records, 1994)
Άλμπουμ-σημείο αναφοράς για τα home recordings, Winning Losers προλαμβάνει 10 σύντομα κομμάτια όλα κι όλα, που τα περισσότερα μοιάζουν με ασκήσεις ύφους. Άλλοτε ακούγονται κακόφωνα και πάνκικα και άλλοτε παραπέμπουν στον γλυκόπικρο ήχο των προσωπικών εγγραφών του Syd Barrett.
Kids OST (London Records, 1995)
Τα περισσότερα τραγούδια στο soundtrack της ταινίας του Larry Clarke ερμηνεύονται από τους Folk Implosion, δηλαδή από τους Lou Barlow και John Davis. Ακούγονται επίσης το χαμηλόφωνο εναρκτήριο "Casper" του Daniel Johnston, το εκπληκτικό "Good Morning Captain" των πρωτοπόρων noise-rockers Slint και το ραπ “Mad Fright Night” των Lo-Down. Σε ένα επίπεδο, η μουσική (η μισή της οποίας είναι καθαρά ορχηστρική) έχει ως στόχο να θυμίσει το επίκεντρο της ταινίας, τον σύγχρονο αστικό νεανικό κόσμο των skaters και των μικρο-διακινητών μαριχουάνας και έκτστασι. Η ως επί το πλείστον ορχηστρική μουσική δένει συμπληρωματικά με τις σκηνές. Το "Nothing Gonna Stop" είναι ένας ύμνος πίστης και επιβεβαίωσης μεταξύ των skaters. Η μελωδία "Wet Stuff" είναι μια εικονική καταιγίδα ενέργειας και επιθυμίας. Στην ταινία, μια από τις πρωταγωνίστριες μαθαίνει ότι είναι οροθετική αφού έχει κάνει σεξ μόνο με έναν άντρα, και το τραγούδι θέματός της είναι μια κάθαρση γεμάτη δάκρυα/φόβο του αισθήματος απελπισίας. Μπαίνει σε ένα πάρτι για να ανακαλύψει ότι είναι πολύ αργά για να σώσει το επόμενο θύμα του, και ακούγεται ειρωνικά το "Raise the Bells". To “Natural One”, που έγινε hit, έχει ρόλο λάιτ μοτίφ για τη συμμορία των νεαρών πρωταγωνιστών.
Sebadoh – Harmacy (Sub-Pop, 1996)
Oι Sebadoh αναζήτησαν με το Harmacy έναν πιο ενισχυμένο ήχο σε σχέση με το επίσης εξαιρετικό Bakesale του 1994, χωρίς όμως να χάσουν τις lo-fi ευαισθησίες τους. Ξεκινώντας με το στοχαστικό "On Fire", υποδηλώνεται ότι η ωρίμανση του συγκροτήματος είχε επιταχυνθεί σημαντικά στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ των δίσκων. Στο "Willing to Wait" η μουσική τους εμπλουτίστηκε με μια πλούσια ενορχήστρωση εγχόρδων, ενώ το "Nothing Like You" ακολουθούσε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο να τιμάει το παρελθόν του συγκροτήματος και την τωρινή τους κατάσταση. Άλλα κομμάτια όπως τα "Ocean", "Beauty of the Ride" και "Prince-S", αποτυπώνουν το πόσο αρμονικά έδεσαν ο Barlow και ο Jason Loewenstein ως συνθέτες και τελικά ενέπνευσαν ο ένας τον άλλον. Τα "Crystal Gypsy", "Love to Fight" και η διασκευή του "I Smell a Rat" των Bags, που κλείνει το άλμπουμ, είναι ξεκάθαρα post-hardcore. Μέσα σ’ όλα αυτά, υπάρχει το ημιμελωδικό-ημιθορυβώδες “Too Pure”: το κομμάτι του Lou Barlow που θα ζήλευε ο Kurt Cobain στις πιο συναισθηματικές-εξομολογητικές του στιγμές.
Lou Barlow – Reason To Live (Joyful Noise Recordings, 2021)
Ως επί το πλείστον, οι ενορχηστρώσεις στο Reason To Live είναι λεπτομερείς και πολυεπίπεδες, ωστόσο η lo-fi ηθική κυριαρχεί. Το εναρκτήριο τραγούδι “In My Arms” δίνει τον τόνο με τον ακατέργαστο folk ήχο του, την έντονη μελωδία, που θυμίζει Sebadoh και με μια ανάποδη κιθάρα που προσθέτει ένα ψυχεδελικό στοιχείο. Το ομώνυμο κομμάτι, με τη γερή γραμμή του μπάσου, αναδεικνύει όλη την κρυμμένη τρυφερότητα της φωνής του Barlow. Ο Lou ακούγεται πληγωμένος και εύθραυστος στο “Why Can't It Wait”, καθώς συνοδεύεται από ωραίες πινελιές στα πετάλια της κιθάρας. Το υπέροχο “Love Intervene” είναι ένα ξέφρενο καλοκαιρινό τραγούδι, ενώ χαρούμενο και εμψυχωτικό ακούγεται το ρεφρέν και στο “Privatize”. Το «Over You» βρίσκει τον Lou τόσο lo-fi όσο δεν ήταν εδώ και πολλά χρόνια, η ηχογράφηση ακούγεται στην πραγματικότητα παραμορφωμένη, σαν η κασέτα να μην λειτουργεί σωστά. Αποδεικνύεται ότι ο Lou ηχογράφησε τα βασικά κομμάτια σε κασέτα σε μια προσπάθεια να μιμηθεί την ατμόσφαιρα της αρχικής έκδοσης. Το ρεφρέν πονάει καθώς ο Lou ρίχνει την καρδιά του σε αυτό και η παραπλανητικά απλή μελωδία είναι απλά εξαιρετική. Το “How Do I Know” φαίνεται φιλτραρισμένο μέσα από κάποιο παραισθησιογόνο εφέ, είναι ονειρικό και αλλόκοτο και απόλυτα εκπληκτικό. Tο "Thirsty" από την άλλη είναι κάπως…soft rock και ακούγεται αταίριαστο εδώ. Αντίθετα, το "Lows and Highs" ακολουθεί μια επίπεδη γραμμή, μια νότα που επαναλαμβάνεται και μια κιθάρα που παράγει θόρυβο, μια στιγμή αναφοράς ή και νοσταλγίας για τα χρόνια των Sebadoh. Όσοι ζήσαμε εκείνα τα χρόνια στη ανεξάρτητη πλευρά, θα τους θυμόμαστε για πάντα.










