Η Madonna ξέρει πολύ καλά ότι δεν μπορεί να ξαναγράψει το Confessions on a Dance Floor. Κανείς δεν μπορεί να αναπαραγάγει εκείνη τη στιγμή όπου η dance pop, η disco και η προσωπική της αναγέννηση συναντήθηκαν σχεδόν ιδανικά σε μια ιδανική στιγμή. Αντίθετα, το 15o άλμπουμ της, Confessions II, δεν προσπαθεί να το κάνει. Ή τουλάχιστον δεν το κάνει με τον τρόπο που επιχειρούσαν οι προηγούμενοι δίσκοι της, οι οποίοι κυνηγούσαν διαρκώς το επόμενο trend της ηλεκτρονικής μουσικής, συχνά με αμήχανα αποτελέσματα, αλλά πάντα εξερευνητικά. Σήμερα, η επιστροφή του Stuart Price πίσω από την κονσόλα λειτουργεί περισσότερο ως υπενθύμιση μιας αισθητικής συγγένειας παρά ως εγγύηση επιτυχίας. Οι βαθιές house αναφορές, τα αδιάκοπα transitions, τα risers, τα απανωτά breaks, το ένα μετά το άλλο, και η αίσθηση μιας συνεχούς νυχτερινής διαδρομής είναι ξανά εδώ, όμως ο πυρήνας του άλμπουμ είναι διαφορετικός. Αν το Confessions του 2005 ήταν ένας πανέμορφος ύμνος στη σωματική απελευθέρωση, το Confessions II μοιάζει περισσότερο με μια προσπάθεια συμφιλίωσης. Γιατί καλοί μου ακροατές, αν δεν το έχετε καταλάβει, η πίστα, η αλήθινή πίστα όπου ο χορός δεν σταματάει, δεν είναι πια τόπος επίδειξης. Είναι καταφύγιο.
Ίσως γι' αυτό, η Madonna εμφανίζεται πιο συγκρατημένη φωνητικά, σχεδόν ψιθυριστή σε αρκετές στιγμές, σαν να αφηγείται αντί να διεκδικεί. Στο "I Feel So Free", πάνω σε ένα γνώριμο house υπόστρωμα, αναζητά μια νέα ταυτότητα μέσα στην ανωνυμία του πλήθους. Στο πιο αγαπημένο "Love Without Words" το club μεταμορφώνεται σε έναν σχεδόν πνευματικό χώρο, όπου ο ιδρώτας και η συλλογική εμπειρία αποκτούν χαρακτήρα τελετουργίας. Και όταν φτάνει στο "Love Sensation", η πιο ενδιαφέρουσα αποκάλυψη δεν είναι ο έρωτας, αλλά η εμπιστοσύνη. Μια λέξη που δύσκολα θα περίμενε κανείς να βρίσκεται στο επίκεντρο ενός δίσκου της Madonna το 2026.
Μουσικά, ο δίσκος αποφεύγει τις υπερβολές της σύγχρονης EDM παραγωγής που στιγμάτισαν προηγούμενες δουλειές της. Ο Stuart Price επιλέγει μια πιο διακριτική, ζεστή και οργανική dance αισθητική, χωρίς να κυνηγά την επικαιρότητα. Αυτό λειτουργεί υπέρ του άλμπουμ, ακόμη κι αν δεν προσφέρει πολλές στιγμές που θα μείνουν στην ιστορία της δισκογραφίας της. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Confessions II είναι επίσης και η μεγαλύτερη αδυναμία του. Πρόκειται για έναν ώριμο δίσκο που δεν αισθάνεται την ανάγκη να αποδείξει τίποτα, αλλά ακριβώς γι' αυτό σπάνια αποκτά την ένταση ή την αίσθηση του επείγοντος που χαρακτήριζαν τις κορυφαίες στιγμές της Madonna. Δεν διαθέτει την (ακαταμάχητη) αυτοπεποίθηση του προκατόχου του, ούτε σοβαρά τραγούδια που διεκδικούν με ευκολία θέση δίπλα στα μεγάλα dance classics της. Και εδώ, αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί, πρέπει να δούμε (και να πούμε) πώς το μεγαλύτερο πρόβλημα του Confessions II μπορεί να είναι ο ίδιος ο τίτλος του. Κουβαλά το βάρος ενός άλμπουμ που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και δύσκολα μπορεί να σταθεί απέναντί του. Αν είχε κυκλοφορήσει με διαφορετικό όνομα, πιθανότατα θα αντιμετωπιζόταν ως ένας μικρός, αξιοπρεπής dance-pop δίσκος μιας καλλιτέχνιδας που δεν φοβάται να κοιτάξει προς τα πίσω. Ως συνέχεια ενός κλασικού άλμπουμ, όμως, δύσκολα ξεφεύγει από τη σκιά του.
Θα μου πείτε, όμως, μπορεί αυτή να είναι και η ουσία του. Η γυναίκα που πριν από είκοσι χρόνια χόρευε ασταμάτητα κάτω από μια ντισκομπάλα δεν αναζητά πια την αθανασία μέσα από την pop. Αναζητά έναν χώρο όπου μπορεί να σταθεί χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ότι εξακολουθεί να είναι η Madonna. Ναι, αλλά αυτό το άλμπουμ δεν είναι η καλύτερη συνέχεια ενός κλασικού άλμπουμ. Είναι όμως μια αξιοπρεπής υπενθύμιση ότι ακόμη και οι μεγαλύτεροι μύθοι, κάποια στιγμή, σταματούν να κυνηγούν το μέλλον και αρχίζουν να συνομιλούν με το παρελθόν τους.
Βέβαια, εκεί που το Confessions II αποκτά πραγματικό ενδιαφέρον είναι όταν η Madonna σταματά να υποδύεται το αιώνιο pop είδωλο και αρχίζει να γελάει, έστω και πικρά, με την ίδια της τη μυθολογία. Η παρουσία της Sabrina Carpenter στο "Bring Your Love" δεν λειτουργεί απλώς ως μια (υποχρεωτική) συμμετοχή μιας νεότερης σταρ που απαιτούν οι αλγόριθμοι. Αντίθετα, μοιάζει με μια σκηνή όπου δύο γενιές γυναικών προσπαθούν να επιβιώσουν σε μια βιομηχανία που μετρά τα πάντα σε streams, spreadsheets και ηλικίες. Όταν η Madonna τραγουδά «Don't try to distract me with numbers», δύσκολα πιστεύεις ότι αναφέρεται μόνο στις στατιστικές. Ίσως να μιλάει και για όλους εκείνους που εδώ και δεκαετίες προετοιμάζουν πρόωρα τη συνταξιοδότησή της.
Στο "School" επιστρέφει στον γνώριμο ρόλο της δασκάλας, μόνο που αυτή τη φορά το χιούμορ είναι πιο αυτοσυνείδητο. «Maybe you're Picasso, but you're also a liar», τραγουδά σε έναν άνδρα που προφανώς δεν διάβασε ποτέ το εγχειρίδιο χρήσης των σχέσεων. Η Madonna δεν προσπαθεί να γίνει η μητέρα κανενός. Το ξεκαθαρίζει άλλωστε η ίδια. Προτιμά να παραμείνει ερωμένη, ακόμη κι αν η τάξη έχει μετατραπεί σε μια γερασμένη θεραπευτική συνεδρία. Το "Bizarre" είναι ίσως η πιο ανάλαφρη στιγμή του δίσκου. Μια μικρή κινηματογραφική ανάμνηση, τόσο γεμάτη από εικόνες διασημοτήτων, παλιά αυτοκίνητα και χολιγουντιανά κλισέ, που σχεδόν ακούς τους βρετανικούς ταμπλόιντ να ζεσταίνουν ήδη τις μηχανές τους για να ανακαλύψουν ποιον πρώην αφορά. Η Madonna το γνωρίζει και σαν να τους αφήνει ψίχουλα, επίτηδες.
Εκεί όμως που πέφτουν οι άμυνες είναι στο "Fragile". Ο θάνατος του αδελφού της, Christopher Ciccone, μετατρέπεται σε μια από τις πιο ανθρώπινες στιγμές που έχει καταγράψει εδώ και πολλά χρόνια. Οι στίχοι είναι σχεδόν γυμνοί, χωρίς τις συνηθισμένες περικεφαλαίες της pop περσόνας της. Η απώλεια γίνεται μια λίστα από μικρές υπενθυμίσεις, σαν σημειώματα κολλημένα στο ψυγείο ενός σπιτιού που ξαφνικά άδειασε. Στο "Betrayal" ξαναφορά την πανοπλία της. Η φράση «When the book of love is written, I am the writer» ακούγεται σχεδόν σαν νομικό έγγραφο κατατεθειμένο στο δικαστήριο των πρώην εραστών της. Κι αν υπάρχει κάτι που η Madonna εξακολουθεί να κάνει καλύτερα από πολλούς νεότερους pop stars, είναι να μετατρέπει τις προσωπικές της εκκαθαρίσεις σε δημόσιο θέαμα χωρίς να ζητά ποτέ συγγνώμη.
Η συμμετοχή του Stromae στο "My Sins Are My Savior" προσθέτει μια διαφορετική υφή, αλλά το πιο δυνατό σημείο του τραγουδιού είναι η σχεδόν ψιθυριστή παραδοχή «I was not lost, I was just broken». Ίσως να είναι η πιο ειλικρινής φράση ενός δίσκου που κατά τα άλλα επιμένει να φορά λαμπερά ρούχα ακόμη κι όταν κοιτάζει κατάματα τις ρωγμές του. Και ύστερα έρχεται το "Danceteria". Εκεί ο δίσκος σταματά να είναι απλώς μια dance παραγωγή και μετατρέπεται σε προσωπικό άλμπουμ φωτογραφιών. Η Madonna περιφέρεται στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του '80, συναντά φίλους που δεν ζουν πια, παραγωγούς, καλλιτέχνες και συνοδοιπόρους, ανοίγει πόρτες που έχουν προ πολλού κλείσει και θυμάται μια εποχή όπου δεν ήταν ακόμη θρύλος, αλλά απλώς ένα κορίτσι που προσπαθούσε να πληρώσει το νοίκι. Στο "L.E.S. Girl" η πόλη αποκτά σχεδόν πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι δρόμοι του Lower East Side, οι πολαρόιντ στους τοίχους, τα δερμάτινα μπουφάν και οι ξεθωριασμένες προσόψεις γίνονται ένα είδος νοσταλγίας που δεν εξιδανικεύει το παρελθόν. Απλώς το θυμάται.
Δεν είναι ένας δίσκος που πασχίζει να αποδείξει ότι η Madonna μπορεί ακόμη να ανταγωνιστεί τις σημερινές pop σταρ, ούτε θα αλλάξει τη θέση της Madonna στην ιστορία της pop, ούτε θα σταθεί δίπλα στον προκάτοχό του. Είναι όμως ένας αξιοπρεπής δίσκος που, όταν αφήνει στην άκρη την ανάγκη να αποδείξει κάτι, αποκαλύπτει μια δημιουργό με περισσότερη αυτογνωσία απ' όση ίσως της αναγνωρίζουμε. Όχι, δεν αρκεί για να γίνει μια μεγάλη επιστροφή. Αρκεί όμως για να θυμίσει ότι πίσω από τον μύθο εξακολουθεί να υπάρχει ένας άνθρωπος που έχει ακόμη κάτι να πει. Και μόνο γι' αυτό, «ευτυχώς», θα έλεγα. Γιατί είναι ένας δίσκος που δείχνει πως, όταν σταματά να κυνηγάει τη νεότητα, θυμάται ξανά γιατί έγινε η Madonna εξαρχής. Και αυτό, όσο κι αν θα στενοχωρήσει τους λογιστές της pop, αξίζει περισσότερο από μερικά εκατομμύρια επιπλέον streams.






