Cure, Ejekt Festival

Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι η συναυλία των Cure ξεκίνησε ενώ βρισκόμασταν εγκλωβισμένοι στην αργόσυρτη ουρά των μπαρ, όλα τα υπόλοιπα έμοιαζαν να έχουν βγει από κάποιο παράξενο όνειρο. Στεκόμουν απέναντι από τον Robert Smith για έκτη φορά. Η πρώτη ήταν το καλοκαίρι του 1985, στο ιστορικό Rock in Athens στο Καλλιμάρμαρο. Ανάμεσα σε εκείνη την πρώτη και τη χθεσινή βραδιά χωράει σχεδόν μια ολόκληρη ζωή. Άνθρωποι που γνώρισα και χάθηκαν. Σπίτια που έγιναν αναμνήσεις. Έρωτες που πίστεψα ότι θα κρατούσαν για πάντα. Συγκροτήματα που γεννήθηκαν, διαλύθηκαν και ξαναγεννήθηκαν. Κι όμως, όταν ακούστηκε η πρώτη νότα του "Plainsong", όλα αυτά σταμάτησαν να υπακούουν στη χρονολογική σειρά. Γιατί οι Cure έχουν μια παράξενη ιδιότητα: δεν παίζουν τις αναμνήσεις σου. Τις ζωντανεύουν. 

Είναι σαν να ανοίγει κάποιος ένα παλιό συρτάρι που μάλλον είχες ξεχάσει ότι υπάρχει. Εκεί δεν βρίσκεις φωτογραφίες που δεν θυμάσαι, αλλά μυρωδιές, ζεστά καλοκαίρια,  νυχτερινούς δρόμους, το μπαλκόνι μιας παλιάς ψαροταβέρνας που έβαλες μια μέρα το CD του "Disintegration" να παίζει, τη φωνή κάποιου που δεν θυμόσουν ότι θυμάσαι και ξαφνικά, δεν ακούς απλώς το "Pictures of You". Γίνεσαι η ηλικία που είχες όταν το άκουσες για πρώτη φορά. Κι αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη δύναμη του Robert Smith. Δεν τραγουδά για τη νοσταλγία. Τη μετατρέπει σε παρόν. Και κάπως έτσι, το χθεσινό Ejekt, δεν φιλοξενούσε απλώς μια ακόμη συναυλία των Cure. Έμοιαζε περισσότερο με μια συνάντηση χιλιάδων ανθρώπων που κουβαλούσαν διαφορετικές ζωές αλλά το ίδιο soundtrack. Κανείς δεν χειροκροτούσε μόνο το συγκρότημα. Χειροκροτούσε και εκείνη την εκδοχή του εαυτού του που είχε χαθεί κάπου ανάμεσα στα χρόνια και εμφανίστηκε ξανά για δυόμισι ώρες.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, ο Robert Smith έδειξε πως δεν είχε έρθει στην Αθήνα για να εκτελέσει ένα ακόμη δίωρο πρόγραμμα. Είχε έρθει να αφηγηθεί μια ολόκληρη διαδρομή. Και το έκανε με εκείνη τη σπάνια ισορροπία που μόνο οι Cure έχουν κατακτήσει: ανάμεσα στη σκιά και στο φως, στην κατάθλιψη και στη λύτρωση, στην εφηβεία και στη συμφιλίωση με τον χρόνο. Ναι, πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που θα ήθελαν μια βραδιά αφιερωμένη σχεδόν αποκλειστικά στα Faith και Pornography, εκεί όπου οι Cure ακούγονταν σαν μια πόλη που βυθίζεται αργά στο κύρο και στην ομίχλη, και ομολογουμένως είναι μια απολύτως κατανοητή επιθυμία. Όμως ο Robert Smith δεν μοιάζει πλέον να ενδιαφέρεται να εγκλωβιστεί σε μία μόνο εκδοχή του εαυτού του. Τα έχουμε πει τόσες φορές αυτά πια... Οι Cure του 2026 δεν απολογούνται ούτε για το σκοτάδια τους ούτε για τις ποπ εκρήξεις τους, αφού τα αντιμετωπίζουν όλα ως κεφάλαια της ίδιας ιστορίας. Έτσι, λοιπόν, το "Plainsong" λειτούργησε σαν μια μεγάλη μαγική πύλη εισόδου στον χρόνο. Από εκεί και πέρα, το "Pictures of You", το "High", το "Lovesong" και το σχεδόν ξεχασμένο "Catch" δεν ακούγονταν σαν διαδοχικές επιτυχίες. Ήταν μικροί σταθμοί μιας κοινής μνήμης, όπου ο καθένας έβρισκε τη δική του ιστορία. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα των Cure σήμερα. Δεν προσπαθούν να αποδείξουν ότι παραμένουν μια σπουδαία μπάντα. Αυτό έχει λυθεί εδώ και δεκαετίες. Προσπαθούν να αποδείξουν ότι αυτά τα τραγούδια εξακολουθούν να έχουν παλμό. Και τον έχουν. Όχι επειδή τα παίζουν πιστά, αλλά επειδή τα κατοικούν ακόμη.

Κάπου εκεί άρχισα να ακούω γύρω μου τη φράση: «Απίστευτο... ακούγονται σαν τον δίσκο!». Όχι, καλά μου παιδιά. Δεν ακούστηκαν καθόλου σαν τον δίσκο. Και ευτυχώς. Είτε το φαντάστηκε το μυαλό σας, είτε έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που ακούσατε πραγματικά αυτούς τους δίσκους. Η μεγάλη αλήθεια είναι πως ο Robert Smith δεν ανέβηκε στη σκηνή για να αναπαράγει σχολαστικά τις ηχογραφήσεις που όλοι γνωρίζουμε απέξω. Έκανε κάτι πολύ πιο γενναίο. Πήρε τραγούδια που κουβαλά σχεδόν μισό αιώνα στις πλάτες του και τα ξανακοίταξε. Άλλα τα άνοιξε, άλλα τα "ξεμπούκωσε" και ανέδειξε την αιώνια ομορφιά τους ("Charlotte Sometimes") άλλα τα έκανε πιο βαριά ("Shake Dog Shake"), άλλα τους έδωσε περισσότερο χώρο να αναπνεύσουν και σε αρκετές περιπτώσεις τα ενορχήστρωσε με τρόπο που αποκάλυπτε πλευρές τους οι οποίες δεν υπήρχαν στις αρχικές εκτελέσεις ("Play For Today", "The Walk", "Lovecats"). Aυτό, λοιπόν, δεν είναι πιστότητα. Είναι σχέση. Και υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στα δύο. Οι Cure δεν συμπεριφέρονται στα τραγούδια τους σαν μουσειακά εκθέματα που πρέπει να διατηρηθούν ανέπαφα. Τα αντιμετωπίζουν σαν ζωντανούς οργανισμούς που μεγαλώνουν μαζί τους. Ίσως γι' αυτό το "A Forest" ή το "From the Edge of the Deep Green Sea" ακούγονταν χθες τόσο οικεία και ταυτόχρονα τόσο διαφορετικά (ειδικά στο δυαδικό τζαμάρισμα κιθάρας μπάσου στο τέλος του πρώτου, και στη συνομιλία με τα πετάλια του Reeves Graeples και τα ακόρντα του Smith στο δεύτερο). Δεν άκουσα κανένα από τα γνωστά τους τραγούδια, σαν αντίγραφα των άλμπουμ. Ήταν οι ίδιες ιστορίες, ειπωμένες από έναν άνθρωπο και την μπάντα του, που τις έχουν ζήσει και κουβαλήσει για τόσα χρόνια. 

Δεν υπήρχαν εκρηκτικές κορυφώσεις, σόλο τυμπάνων ή επιδείξεις δεξιοτεχνίας. Υπήρχαν τέσσερις σπουδαίοι μουσικοί που συνόδευαν έναν συνθέτη και τις ιστορίες του. Και αυτή είναι μια τεράστια διαφορά. Οι Cure δεν χτίστηκαν ποτέ πάνω στον εντυπωσιασμό των οργάνων τους. Χτίστηκαν πάνω στην ιδέα ότι κάθε νότα υπάρχει μόνο για να υπηρετήσει το τραγούδι. Κανείς δεν προσπαθούσε να βγει μπροστά. Όλοι υπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό: να κρατήσουν ζωντανό έναν κόσμο που ο Robert Smith άρχισε να χτίζει πριν από σχεδόν πέντε δεκαετίες. 

Αν και πολλοί γκρινιάζουν εκεί στην αντιπέρα όχθη των social media, ένα από τα πιο όμορφα πράγματα στη χθεσινή συναυλία ήταν ακριβώς αυτή η ανομοιογένεια του κόσμου. Δίπλα σε ανθρώπους που είχαν δει τους Cure στο Καλλιμάρμαρο το 1985 στέκονταν νέα παιδιά που ίσως τους ανακάλυψαν πριν από λίγους μήνες, ζευγάρια από διάφορα μέρη της γης, που ήρθαν για το "Friday I'm in Love", σκοτεινοί τύποι που περίμεναν υπομονετικά το "A Forest", άνθρωποι που φορούσαν μαύρα και άλλοι που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με οποιαδήποτε «σκηνή». Και ευτυχώς. Γιατί η μεγαλύτερη νίκη ενός συγκροτήματος δεν είναι να παίζει μόνο μπροστά στους «μυημένους», αλλά να καταφέρνει να συγκινεί ανθρώπους που δεν μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους. Αν, έπειτα από σχεδόν πενήντα χρόνια, οι Cure εξακολουθούν να χωρούν όλους αυτούς στον ίδιο χώρο, τότε μάλλον κάτι έχουν κάνει πολύ σωστά. Γιατί δεν θα πρέπει να ξεχνάτε πώς οι μουσικές σκηνές πεθαίνουν όταν γίνονται κλειστές λέσχες. Η μουσική, αντίθετα, ζει ακριβώς επειδή κάποια στιγμή σταματά να ανήκει μόνο σε εκείνους που πιστεύουν ότι την ανακάλυψαν πρώτοι.

Πολλά τα παράπονα, πολλές οι γκρίνιες. Σαν να πήγαν κάποιοι στη χθεσινή συναυλία με μοναδικό σκοπό να επιβεβαιώσουν ότι ίσως το 1995 να ήταν καλύτερο. Σας έχω άσχημα νέα όμως: δεν ήταν η χθεσινή βραδιά που απέτυχε να γίνει το 1995 (ή για τους πιο μυημένους το 1985). Εμείς αποτύχαμε να μείνουμε εκεί. Γιατί, βλέπετε σε μια τέτοιου βεληνεκούς συναυλία είναι αδύνατον να αποφύγεις τα παράδοξα: όπως ανθρώπους που απαιτούν από έναν 67χρονο Robert Smith να αναστήσει τους Cure του παρελθόντος, λες και η δουλειά του δεν είναι να γράφει ιστορία αλλά να συντηρεί ένα μουσικό κέρινο ομοίωμα. Ευτυχώς, γιατί ο ίδιος δεν συμμετέχει σε αυτή τη φαντασίωση. Για τη φετινή περιοδεία η μπάντα έχει ετοιμάσει 55 τραγούδια, τα οποία αλλάζουν διαρκώς από βραδιά σε βραδιά. Πόσα συγκροτήματα με σχεδόν μισό αιώνα πορείας μπαίνουν ακόμη στον κόπο να προκαλούν τον ίδιο τους τον εαυτό αντί να ανακυκλώνουν ένα ασφαλές greatest hits; Ο Reeves Gabrels απέδειξε ότι είναι ένας από τους πιο ευφυείς κιθαρίστες της γενιάς του, η μπάντα έπαιξε και με ωριμότητα και με φαντασία, όμως απέναντί της συναντά ολοένα και συχνότερα ένα κοινό που μοιάζει να έχει έρθει όχι για να βιώσει μια συναυλία αλλά για να δημιουργήσει αποδεικτικό υλικό ότι βρέθηκε εκεί. Χιλιάδες φωτισμένες οθόνες, ελάχιστα βλέμματα στραμμένα στη σκηνή. Κάποτε λέγαμε πως οι συναυλίες ήταν εμπειρίες. Σήμερα, ναι θυμίζουν παραγωγή περιεχομένου για stories που θα εξαφανιστούν σε είκοσι τέσσερις ώρες. Και κάπως έτσι, η μεγαλύτερη απώλεια δεν είναι η προσοχή μας. Είναι η ικανότητά μας να θυμόμαστε χωρίς να χρειάζεται να πατήσουμε «play».

Όταν έσβησαν και οι τελευταίες νότες του "Boys Don't Cry", ήταν δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς πως είχαμε μόλις ζήσει μια συναυλία με την οποία θα συγκρίνονται όλες οι υπόλοιπες κάτω από τον αττικό ουρανό φέτος. Όχι επειδή οι Cure έπαιξαν περισσότερο, δυνατότερα ή θεαματικότερα από οποιονδήποτε άλλον. Αλλά επειδή για δυόμισι ώρες κατάφεραν κάτι σπάνιο: να κάνουν χιλιάδες ανθρώπους να ξεχάσουν πού βρίσκονται και σε ποια χρονιά ζουν. Αυτά τα τραγούδια έχουν πάψει εδώ και καιρό να ανήκουν στη δισκογραφία τους. Είναι προσωπικές ιστορίες, ημερολόγια, έρωτες, απώλειες και επιστροφές που κουβαλά ο καθένας μας διαφορετικά. Και όταν ακούστηκαν διαδοχικά το "Plainsong", το "Pictures of You", το "A Forest", το "Disintegration", το "Just Like Heaven" ή το "Boys Don't Cry", δεν ένιωθες ότι παρακολουθείς μια μεγάλη μπάντα. Ένιωθες ότι παρακολουθείς τον χρόνο να αποκτά ξανά σώμα. Φυσικά, υπάρχουν συναυλίες που τις θυμάσαι επειδή ήταν εξαιρετικές. Κι υπάρχουν ελάχιστες που μετατρέπονται σε σημείο αναφοράς της ίδιας σου της ζωής. Όπως εκείνη η πρώτη φορά, στο Καλλιμάρμαρο, το καλοκαίρι του 1985, έτσι και αυτή θα συνεχίσει να επιστρέφει για χρόνια, όχι σαν ανάμνηση μιας συναυλίας, αλλά σαν ανάμνηση μιας εποχής που για μία ακόμη φορά αρνήθηκε να τελειώσει.

Setlist: Plainsong • Pictures Of You • High • Lovesong • Catch • Burn • Fascination Street • Push • Inbetween Days • Just Like Heaven • The Last Day Of Summer • Want • Charlotte Sometimes • Play For Today • A Forest • Shake Dog Shake • From The Edge Of Deep Green Sea • Disintegration /// Lullaby • Hot Hot Hot!!! • The Walk • The Lovecats • Friday I'm In Love • Close To Me • Why Can't I Be You? • Boys Don't Cry

 

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network