Το Ejekt Festival άνοιξε με τη νεράιδα (ή καλύτερα μάγισσα) της indie rock. Με τη γνωστή επιβλητική της εμφάνιση, τα κόκκινα μαλλιά, στο ίδιο χρώμα με τη φωτιά που έκαιγαν τις μάγισσες, και το ψηλόλιγνο κορμί της να τρέχει ξυπόλητο, από τη μία άκρη της σκηνής στην άλλη. Οι χορεύτριες που την περιέβαλλαν ολοκλήρωναν το οπτικοακουστικό υπερθέαμα, που ήταν σαν να σου είχε κάνει ξόρκι.
Οι Florence & The Machine άνοιξαν με το “Everybody Scream” και συνέχισαν πολύ δυνατά με το “Shake It Out”, φροντίζοντας να κάνουν εναλλαγές μεταξύ των hits που μετρούν περισσότερα από 10 χρόνια και των κομματιών του νέου album. “Spectrum”, “Rabbit Heart”, “What Kind Of Man”, “Never Let Me Go”. Η αλήθεια είναι ότι θα θέλαμε να είχαμε ακούσει το “Pure Feeling” ή το “Breath of Life”. Έστω, το “Ship to Wreck”.

Η σχέση της με το αθηναϊκό κοινό χτίστηκε σχεδόν αμέσως, και όχι μόνο επειδή έχει ξανάρθει. Η σχέση της με κάθε κοινό είναι πάντα μυσταγωγική, και νιώθουμε ότι μας κοιτάζει έναν ένα στα μάτια. Ανάμεσα στα τραγούδια επαναλάμβανε διαρκώς το «ευχαριστώ, Αθήνα», όχι σαν μια τυπική φιλοφρόνηση, αλλά σαν κάτι που έμοιαζε αυθόρμητο. Σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της βραδιάς αναφέρθηκε στη θεά Αθηνά, λέγοντας πως ίσως όλοι θα έπρεπε να της κάνουμε ένα offering, προκαλώντας γέλια και χειροκροτήματα από το κοινό.
Η Florence δεν έκρυψε ούτε την αυτοσαρκαστική της διάθεση. Μιλώντας για τη δημιουργική της διαδικασία, παραδέχτηκε ότι πολλά από τα τραγούδια της γεννήθηκαν μέσα από απογοητεύσεις που προκύπτουν από τις σχέσεις. «Ορκίστηκα ότι δεν θα ξαναγράψω τραγούδι για κάποιον που δεν μου απαντά στα μηνύματα», είπε γελώντας. «Αλλά τελικά συνεχίζω». Ήταν μία από εκείνες τις μικρές εξομολογήσεις που έκαναν το κατάμεστο ΟΑΚΑ να νιώσει πως στο ghosting, όλοι ίσοι είμαστε.

«Τώρα θα κατεβάσετε τα κινητά»
Η κορύφωση ήρθε, όπως ήταν αναμενόμενο, με το "Dog Days Are Over". Λίγο πριν ξεκινήσει, η Florence σταμάτησε το κοινό και ζήτησε κάτι που πλέον ακούγεται όλο και πιο συχνά από τους καλλιτέχνες: να κατεβάσουμε όλοι τα κινητά. «Παρατηρώ ότι πια δεν χορεύετε με αυτό το τραγούδι όπως συνέβαινε παλιά», είπε. «Θέλω απλά να ζήσετε τη στιγμή». Και χιλιάδες οθόνες όντως χαμήλωσαν. Για λίγα λεπτά, η ανάγκη να καταγράψουμε τη στιγμή έδωσε τη θέση της στην ανάγκη να τη ζήσουμε. Το ΟΑΚΑ μετατράπηκε σε μια θάλασσα από ανθρώπους που τραγουδούσαν, χόρευαν και φώναζαν τους στίχους χωρίς να κοιτούν μέσα από μια οθόνη.
Ήταν ίσως η πιο δυνατή εικόνα της βραδιάς. Όχι μόνο επειδή ακούστηκε ένα από τα πιο εμβληματικά τραγούδια των Florence & The Machine, αλλά γιατί μας θύμισε πώς ήταν οι συναυλίες πριν τα κινητά γίνουν προέκταση του χεριού μας. Το φινάλε ήρθε με πυροτεχνήματα που φώτισαν τον αθηναϊκό ουρανό, κλείνοντας μια βραδιά γεμάτη ένταση, συναίσθημα και εκείνη τη σχεδόν τελετουργική ενέργεια που μόνο η Florence Welch ξέρει να δημιουργεί πάνω στη σκηνή. 17 τραγούδια και 1 ώρα και 45 λεπτά μετά, φύγαμε από το ΟΑΚΑ χορεύοντας, και όχι περπατώντας.

Η βραδιά, ωστόσο, δεν ανήκε αποκλειστικά στη Florence. Το Ejekt είχε φροντίσει να στήσει ένα line-up με ξεκάθαρο βρετανικό προσανατολισμό, που λειτούργησε ιδανικά ως προοίμιο για την κεντρική εμφάνιση. Η Elena Leoni άνοιξε το πρόγραμμα με ένα σύντομο αλλά προσεγμένο σετ, ενώ η Holly Humberstone επιβεβαίωσε γιατί συγκαταλέγεται στα πιο υποσχόμενα ονόματα της σύγχρονης βρετανικής indie pop. Με τη χαρακτηριστική της αμεσότητα και τραγούδια που ισορροπούν ανάμεσα στην εξομολόγηση και το pop songwriting, κέρδισε ακόμη και όσους την άκουγαν για πρώτη φορά.
Οι Suede, από την άλλη, δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες συστάσεις. Ο Brett Anderson απέδειξε για ακόμη μία φορά γιατί θεωρείται ένας από τους πιο χαρισματικούς frontmen της γενιάς του, μετατρέποντας το set τους σε μια επίδειξη σκηνικής παρουσίας. Ήταν το ιδανικό πέρασμα από την κληρονομιά της britpop στη θεατρική, σχεδόν μυσταγωγική pop των Florence & The Machine. Και αυτή ήταν η ιδανική πρώτη μέρα του Ejekt Festival.
















