The Offspring

Η ώρα είναι 18:30. Ο ήλιος πάνω από την Πλατεία Νερού δεν είναι ο ρομαντικός ζωγραφικός πίνακας που βλέπετε στα διαφημιστικά σποτ του ΕΟΤ. Δυστυχώς ακόμα είναι ένας αμείλικτος εχθρός που ψήνει το τσιμέντο και εξατμίζει τα πρώτα τάληρα για τις μπύρες. Γύρω μου από τη μία μεριά, έφηβοι με φρεσκοαγορασμένα t-shirts που ανακάλυψαν το punk μέσα από το Spotify και το Apple Music, τριαντάρηδες που ακόμη προσπαθούν να προσαρμοστούν στις ανάγκες της καπιταλιστικής πραγματικότητας που έρχεται με την ενηλικίωση και πίσω… η βαριά μεραρχία. Οικογενειάρχες πλέον που κοιτούν την σκηνή σαν να βλέπουν τα χαμένα ένσημα της νιότης τους. Το Release φέτος έστησε ένα πραγματικό μουσικό ληξειαρχείο. Και διάολε το έκανε τέλεια. 

High Vis 

Μέσα σε αυτό το Madmaxικό σκηνικό λοιπόν εμφανίζονται μπροστά στους πρώτους τυχερούς οι Βρετανοί High Vis. Οι Λονδρεζο-Λιβερπουλέζοι, δημιουργημένοι το 2016 κουβαλούν μαζί τους την αισθητική της βρώμικης, ωμής, αστικής πραγματικότητας και του industrial post hardcore. Είναι το punk της μετα-Brexit κατάθλιψης. 

H αυλαία, μετά από ένα σύντομο intro και τις απαραίτητες συστάσεις ανοίγει με το “Drop Me Out”, μέσα από τον καταπληκτικό τελευταίο δίσκο με τίτλο Guided Tour. Το “Walking Wires” που ακολουθεί φέρνει την post punk ατμόσφαιρα του ντεμπούτου τους για πρώτη φορά επί Αθηναικού εδάφους. Ένας εκπληκτικός δίσκος που με είχε συνταράξει το 2019. Το κοινό από κάτω βέβαια στο μεγαλύτερο ποσοστό έμοιαζε να μην καταλαβαίνει ακριβώς τι βιώνει. Είτε γιατί ήρθαν για τα άλλα δύο μεγαθήρια της punk που θα ακολουθήσουν, είτε γιατί απλά ζαλίστηκαν κοιτάζοντας τον ήλιο (κακό αστειάκι για 2-3). Oι High Vis όμως μέσα στη ζέστη, παίζαν μέσα στη καύλα. 

Ο Graham Saile είναι ένας καταπληκτικός frontman, που μετέδωσε την ενέργειά του στο έπακρο, τόσο στην στατική απαγγελία του αγαπημένου μου “Talk For Hours” όσο και στην φρενήρη κινητικότητά του στον groovefest δυναμίτη που ονομάζεται “Altitude”

Με την μελωδικότητα των Stone Roses και την επιθετικότητα των Fugazi, οι High Vis μας απέδειξαν πως είναι μια σπουδαία μπάντα στο μοντέρνο πανκ ακόμα και αν από κάτω υπήρχε αυτή η παροιμιώδης απάθεια του «πρώτου ονόματος» που ευτυχώς προς το τέλος της εμφάνισής τους, κάπου γύρω στα “Choose To Lose” και “Mind’s A Lie” κάπως ανέβηκαν οι ρυθμοί πριν το encore με το μαγικό “Trauma Bonds”, ένα από τα διαμάντια του Blending του 2022. Mια γροθιά στο στομάχι για όσους είχαν έρθει απλώς για να κάνουν «τουρισμό» στη νοσταλγία. Κρίμα τέτοια εμφάνιση να την παρακολουθεί τόσο λίγος κόσμος 

Με τον κάθιδρο και κατακόκκινο Sayle και την μπλούζα του να έχει πάρει πλέον πόδι σε ένα Sebastian Murphy cosplay, οι High Vis έκλεισαν το πρώτο πιάτο της βραδιάς αφήνοντας μας την όρεξη να τους δούμε ξανά σε ένα πιο φιλόξενο setting, με ένα πλουσιότερο setlist και κυρίως με το δικό τους κοινό, που σίγουρα θα γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο. Το μέλλον είναι εδώ. 

Bad Religion 

Σειρά παίρνει η ίδια η Ορθόδοξη Εκκλησία του Αμερικανικού punk. Η σκηνή του Release είναι έτοιμη για να υποδεχτεί τους απόλυτους αρχιερείς, τους νομοθέτες, τους ανθρώπους που μετέτρεψαν το punk από μια θορυβώδη νεανική εξέγερση σε μια συγκροτημένη, ακαδημαϊκή διατριβή. Τι να πει κανείς για αυτήν την απόλυτη υπερμπαντάρα; Οι Bad Religion είναι πλέον ένας θεσμός που δεν έχει παρεκκλίνει από το δόγμα του εδώ και περισσότερα από 40 χρόνια και ο Greg Graffin είναι ο Πατριάρχης της. 

Ανέβηκε στη σκηνή ντυμένος με το κλασικό, ανώνυμο polo μπλουζάκι του και τα γυαλάκια του σαν τον Αντώνη Ραφτόπουλο, τον γνωστό σεισμολόγο. Δεν χρειάζεται ούτε καρφιά, ούτε μοϊκάνα, ούτε κολλητά δερμάτινα. Τραγουδάει το “Recipe For Hate” και αυτό από μόνο του αρκεί. Το σετ τους ήταν ένας καταιγισμός. Χωρίς πολλά λόγια με το ένα κομμάτι να πέφτει μετά το άλλο, χωρίς σκηνικά και χωρίς φτηνά show. Μόνο ατόφια punk rock ενέργεια, τρεις κιθάρες που θερίζουν (αν και ο Mr Brett δυστυχώς δεν ακολουθεί στις ζωντανές εμφανίσεις) και μερικούς από τους πιο ευφυείς στίχους στην ιστορία του ιδιώματος. 

Στο "Them and Us" και το "Los Angeles Is Burning", οι κιθάρες των Brian Baker, Mike Dimkich και Jay Bentley στο μπάσο, δημιούργησαν έναν συμπαγή τοίχο ήχου. Ο Graffin, με τη σταθερή, καθαρή φωνή του, μοιάζει να παραδίδει διάλεξη σε αμφιθέατρο και το νεότερο μέλος, ο Jamie Miller, πάντα στιβαρός πίσω από το κιτ. 

Όταν ακούστηκαν οι πρώτες νότες του "21st Century (Digital Boy)", η Πλατεία Νερού βίωσε την πρώτη πραγματική της δόνηση. Ένα κομμάτι γραμμένο το 1990, που περιέγραφε με τρομακτική ακρίβεια την πνευματική αλλοίωση της σύγχρονης ψηφιακής γενιάς, εκτελεσμένο μπροστά σε ανθρώπους που προς μεγάλη μου έκπληξη και ιδιαίτερη υπερηφάνεια δεν τραβούσαν ΜΟΝΟ video με τα κινητά τους για να το ανεβάσουν στα stories τους αλλά άνοιγαν το ένα πιτ μετά το άλλο και έστησαν έναν αέναο πανκ χορό. Ο ήχος κρύσταλλο, η μπάντα σε τρελή φόρμα, και το καλύτερο όλων πως το κοινό ήταν γεμάτο από ανθρώπους με μπλουζάκια με τον crossed out σταυρό. 

Η μέση του σετ ήταν ένα δώρο για τους παλαιοσχολίτες. "Atomic Garden", "We're Only Gonna Die" (ηχογραφημένο από το μακρινό 1980 παρακαλώ), "No Control", ένα μικρό μελαγχολικό διάλειμμα με το τρομερό "Struck a Nerve" και το μνημειώδες "Suffer" που έχει σοβαρότατο case για τον απόλυτο punk ύμνο. Έρχομαι ενώπιον όλων και δηλώνω πως από το 1988 έως και το 1992 είναι το καλύτερο stretch τεσσάρων δίσκων punk μπάντας ever, με μοναδικό ανταγωνιστή τους Propagandhi από το 2001-2012. Και αυτός είναι ένας λόφος πάνω στον οποίο θα πέθαινα ευχάριστα. Η μπάντα πέρασε από όλη την ένδοξη ιστορία της και όλοι οι σημαντικοί δίσκοι εκπροσωπήθηκαν πληρέστατα. Δυστυχώς οι new wave ροκαμπιλάδες οπαδοί του Into The Uknown θα δυσαρεστηθούν, αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. Εγώ από την άλλη ήθελα ένα “Generator” και θα φεύγαμε για βρούβες. 

To “A Walk” φέρνει τον χορευτικό του ρυθμό πριν πατήσουν για τα καλά το γκάζι για το απόλυτο hardcore ξέσπασμα με το "You" (το soundtrack της εφηβείας μας μέσω του Tony Hawk's Pro Skater 2) και το έπος του "Anesthesia". Το κλείσιμο ήρθε πανηγυρικά μέσα από την τριάδα των "Fuck Armageddon... This Is Hell", "Sorrow" και φυσικά το ακραία catchy "American Jesus"

Οι καθηγητές του punk rock ήρθαν είδαν και ανάγκασαν μια ολόκληρη πλατεία να σκεφτεί για την επόμενη μέρα. Οι Bad Religion σε αυτήν την co-headline εμφάνισή τους εκπροσώπησαν την παλιά σχολή με την αξιοπρέπεια και τη σοβαρότητα που της αρμόζει. Δεν γέρασαν ποτέ, επειδή οι ιδέες τους παραμένουν επίκαιρες. Μας κράτησαν νιώθοντας για 75 περίπου λεπτά ότι επαναστατούμε ενάντια σε ένα σύστημα που οι ίδιοι συντηρούμε κάθε πρωί από τις 9 έως τις 5. 

The Offspring

Ήρθε η ώρα για τη δεύτερη γενιά. Τη γενιά που πήρε το punk από τα υπόγεια και το μετέτρεψε σε παγκόσμιο, εμπορικό φαινόμενο. Οι Offspring ανέβηκαν στη σκηνή και η Πλατεία Νερού μετατράπηκε ακαριαία σε ένα τεράστιο party. 2 χρόνια μετά την κατεδάφισή της ήρθαν να το ξανακάνουν. 

Ο Dexter Holland και ο Noodles ξέρουν ακριβώς τι θέλει το κοινό τους. Νοσταλγία, sing-along, ταχύτητα και mindless fun. Η έναρξη με το "Come Out and Play" και το "All I Want" ήταν ένα σοκ αδρεναλίνης. Πάτησαν γκάζι για δύο λεπτά καθαρής, ασυμπίεστης 90s οργής και το "Want You Bad" ήταν αρκετό ‘ώστε σχεδόν 20000 κορμιά να παραδοθούν στο ρυθμό τους. Μπύρες στον αέρα, circlepits ασταμάτητα και καπνογόνα να ανάβουν.  To “Burn It Up”, μέσα από τον εκπληκτικό δεύτερο δίσκο ήρθε σαν μεγάλη έκπληξη, έχοντας να το παίξουν σχεδόν μια δεκαετία, και δυστυχώς λίγοι το νιώσανε,  ενώ το mashup από το “Hit That” και το “Original Prankster” ήταν ακριβώς η νότα αυτοσαρκασμού που χρειαζόταν από την αξιοπρεπέστατη 00s περίοδό τους πριν ακούσουμε τα έπη “Hammerhead” και “Bad Habit”. Όταν έφτασε η στιγμή της παύσης στο δεύτερο, μετά τις εκφράσεις αγάπης από την μπάντα για το κοινό,  χιλιάδες ελληνικά λαρύγγια εκτόνωσαν όλο τον προαστιακό θυμό, ουρλιάζοντας εν χορώ και υπό τον φωτισμό των πυρσών το : «You stupid dumbshit, goddamn, motherfucker!»

Offspring του σήμερα είναι κάτι παραπάνω από μια punk rock μπάντα της σειράς. Είναι ένα μεταμοντέρνο, φλεγματικό τσίρκο και αυτό μας το απέδειξαν περίτρανα στο “διάλειμμα” στη μέση του σετ. Για να πάρουν ανάσες, μετέτρεψαν το μεσαίο κομμάτι του live σε ένα σουρεαλιστικό σόου διασκευών.  Από το "Paranoid" και το "Crazy Train", αποτιμώντας φόρο στον Ozzy, στο "In the Hall of the Mountain King" (του Grieg όχι των Savatage, αυτό θα το ακούσουμε στις 25). Βέβαια η στιγμή που η λογική έκανε σεπούκου, αν και φυσικά όσοι είδαμε τις προηγούμενες συναυλίες τους το περιμέναμε, ήταν μια διασκευή στο "Love Story" της Taylor Swift. Και από κάτω το κοινό να ουρλιάζει και να ανοίγει γιγάντιαία pit και wall of death; Αυτά είναι πράγματα του έξω από εδώ. Ήταν μια σκηνή καθαρού, ντανταϊστικού παραλόγου. Τόσο φτηνό, τόσο άκυρο, που καταλήγει ιδιοφυής καλλιτεχνική προβοκάτσια. Ίσως και όχι. Βέβαια είναι μια πραγματικότητα που δυσκολεύομαι να αγνοήσω πως οι Offspring αφήνουν την αίσθηση ότι παραπαιζαν σε metal standards και κάπως έχει φύγει η μαγεία του γρήγορου punk rock τους, όμως όταν κάτι το κάνεις τόσο καλά συγχωρείσαι.  

Στο "Walla Walla" και το "Gotta Get Away", η βραδιά ξαναβρήκε λίγη από τη χαμένη ένταση, αλλά η μεγάλη παραγωγή επέστρεψε θριαμβευτικά στο "Why Don't You Get a Job?" με την σκηνή και την Πλατείας Νερού να γεμίζει με τεράστια, πολύχρωμα μπαλόνια. Πάμε όλοι μαζί σε μια παραλία, απλά από πίσω να παίζει το "Ob-La-Di, Ob-La-Da" των Beatles. Too soon; Ένας υπερμεγέθης παιδότοπος για ενήλικες που αρνούνται να μεγαλώσουν. Αν σκεφτεί κανείς την ελληνική εργασιακή πραγματικότητα βέβαια, το λες και απόδειξη πως η ζάχαρη μιας catchy μελωδίας πάντα κερδίζει το ξύδι της πραγματικότητας. 

"Pretty Fly (for a White Guy)" με μια κοπέλα από το κοινό ντυμένη αναλόγως και "The Kids Aren't Alright" έφεραν άλλες δυο αισθητικές αντιθέσεις μέσα από την φαρέτρα των Offspring και φυσικά τα μεταλάβαμε με το τσουβάλι. Γιατί κάποτε, ο Holland είχε αποτυπώσει με τρομακτική ακρίβεια την απογοήτευση, τα σπασμένα όνειρα και την πτώση των ανθρώπων της διπλανής πόρτας. To encore ηρθε προς έκπληξη κανενός με τα “You’re Gonna Go Far Kid” και “Self Esteem”, αλλά και ένα ευχάριστο διάλειμμα για το σύνθημα που όλους μας ενώνει. Το κοινό τραγούδησε κάθε στίχο και η αυλαία αυτής της ιστορικής βραδιάς έπεσε πανηγυρικά γεμίζοντας την Πλατεία Νερού με κομφετί. Από τους έφηβους που έζησαν το πρώτο τους pit μέχρι τους παλιούς οπαδούς που θυμήθηκαν την εφηβεία τους και εμάς τους 25-35 που βρισκόμαστε κάπου στη μέση, γίναμε ένα ενιαίο, ορμητικό ποτάμι. 

Ακόμα και σήμερα οι Offspring μας απέδειξαν πως έχουν εκρηκτική ενέργεια και είναι ικανοί να προκαλούν ασταμάτητα mosh pits sing-along στα ρεφρέν τους. Πίσω από μια τέτοια διαχρονικότητα δεν μπορεί παρά να κρύβεται η απόλυτη ειλικρίνεια και μια αξεπέραστη συνθετική ιδιοφυΐα. 

Το βράδυ της Τρίτης είδαμε την ιστορία του σκληρού ήχου να ξετυλίγεται μπροστά μας σαν μια χρονοκάψουλα που αρνείται να κλείσει. Η παλιά σχολή, η έκρηξη των 90s και ο μοντέρνος ήχος του σήμερα παντρεύτηκαν σε μια γιορτή του πανκ που τα είχε όλα. Από το λυσσασμένο, αυθεντικό πάθος των High Vis και το αγέρωχο, ιδεολογικό μεγαλείο των Bad Religion, μέχρι τον καταιγιστικό, σαρωτικό θρίαμβο των Offspring, το punk rock παραμένει μια αθάνατη, ζωογόνος δύναμη.  

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network