DJ Plead – Please

Τέλη Ιουνίου σκάει ο DJ Plead με ένα διακριτικό θρίαμβο 33 λεπτών χωρίς τεχνικές φιοριτούρες και ηλεκτρονικά κόλπα με λιβανέζικες φλογέρες, στοιχεία από dabke, ίχνη από dancehall και γεύση τρυφερής ανάμνησης κι αν έχεις λίγο χρόνο, κλείσε φώτα και βάλε να δεις τι εννοώ.

Δεν ξέρω αν είναι αυτές οι ανατολίτικες λεπτομέρειες που γλιστράνε ανάμεσα στα ηλεκτρονικά στοιχεία ή η απλότητα και το DIY στοιχείο που πάντα με συνεπαίρνει ως γνήσιο και ακατέργαστο, αλλά σε κάθε περίπτωση το Please του DJ Plead βρήκε γρήγορα μια θέση μέσα μου και στρογγυλοκάθισε για μέρες.

Σε μια εποχή στην οποία η ηλεκτρονική μουσική συχνά εγκλωβίζεται ανάμεσα στη λειτουργικότητα της πίστας και στην υπερβολική προσπάθεια να γίνει αισθητό το ambient στοιχείο, ο DJ Plead επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο. Παρότι η σημερινή καλλιτεχνική του ταυτότητα περιλαμβάνει δικαιολογημένα το πρόθεμα “DJ”, δεδομένου του τρόπου με τον οποίο οι επιλογές του μπορούν να ανεβάσουν τη θερμοκρασία σε οποιοδήποτε dancefloor, οι παραγωγές του συντηρούν μια εξίσου ανατριχιαστική δύναμη. Χρησιμοποιώντας μοτίβα από μεσοανατολίτικα κρουστά και ηλιοκαμένα ηχοχρώματα, δημιουργεί κάτι που μοιάζει με ελιξίριο, ένα ιδιαίτερα δραστικό αποτέλεσμα που φάνηκε στο EP Going for It του 2020 στη Livity Sound. Τα τελευταία χρόνια, ο Beeler έχει γίνει επίσης πιο ενεργός στις συνεργασίες, αναζητώντας προσεκτικά τη δική του φυλή από ομοϊδεάτες μουσικούς. Βρήκε πραγματική χημεία με τη rRoxymore, κάτι που αποδείχθηκε μέσα από το EP Read Round City (2024) και τις αντίστοιχες περιοδείες τους στα κλαμπ, οι οποίες έβαλαν φωτιά σε χορευτικές πίστες τριών ηπείρων, ενώ παρόμοια συνεργασία έχει αναπτύξει και μέσω των PPP, ενός project που αλλάζει διαρκώς μορφή με συνοδοιπόρους τους DJ Python και Piezo.

Το Please, η δεύτερη ολοκληρωμένη προσωπική δουλειά του Jarred Beeler ο οποίος πρωταγωνιστεί σε όλα τα “αρρωστημένα” βερολινέζικα line-ups , δεν είναι απλώς μια συλλογή από techno ή bass συνθέσεις, αλλά ένας δίσκος που αντιμετωπίζει τον ήχο ως χώρο μνήμης, πολιτισμικής ταυτότητας και προσωπικής εξομολόγησης.

Δημιουργημένο με τη βοήθεια του Joakim Haugland από τη Smalltown Supersound από περισσότερα από εκατό demos που ηχογραφήθηκαν μεταξύ 2023 και 2025, το άλμπουμ μοιάζει περισσότερο με ημερολόγιο παρά με προσεκτικά σχεδιασμένη παραγωγή. Αυτή ακριβώς η αίσθηση αυθορμητισμού είναι που του χαρίζει τη μεγαλύτερη δύναμή του.

Ο Αυστραλολιβανέζος παραγωγός έχει ήδη διαμορφώσει μια ξεχωριστή ταυτότητα μέσα από τη συγχώνευση της βρετανικής bass μουσικής, της techno, της dub και των παραδοσιακών ρυθμών της Μέσης Ανατολής. Στο Please, όμως, η ισορροπία μετατοπίζεται αισθητά. Αντί να κυνηγά την ένταση του dancefloor, ο Beeler στρέφεται προς πιο εσωστρεφείς φόρμες, όπου οι μικροτονικές μελωδίες, οι ατμοσφαιρικές υφές και οι λιτές ενορχηστρώσεις αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τον καθαρό ρυθμό. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που ακούγεται εξίσου φυσικό σε ένα σκοτεινό club, όσο και σε μια μοναχική βραδινή ακρόαση με ακουστικά.

Η εισαγωγή με το "Return to Deuce" καθορίζει αμέσως το κλίμα. Παραμορφωμένες ανθρώπινες φωνές, βαθιές χαμηλές συχνότητες και μια υποβόσκουσα αίσθηση αγωνίας δημιουργούν μια κινηματογραφική ατμόσφαιρα. Το "Stucco", από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου, συνδυάζει υπνωτικούς dub ρυθμούς με ηχοχρώματα εμπνευσμένα από τη λιβανέζικη μουσική, αποδεικνύοντας πόσο οργανικά μπορεί ο DJ Plead να ενώσει διαφορετικές μουσικές παραδόσεις χωρίς να ακούγεται ούτε εξωτικός ούτε επιτηδευμένος. Το "Seven Eight, Too Late" αξιοποιεί έναν αργό, σχεδόν μελαγχολικό παλμό, κινείται προς μια downtempo κατεύθυνση και μια αίσθηση οργανικής φθοράς, με τις χορδές, το μπάσο και τα πλήκτρα να αφήνονται να σβήσουν, ενώ το "pa700" εξερευνά μελωδίες και συνθεσάιζερ που θυμίζουν παλιά arranger keyboards, δημιουργώντας μια ιδιότυπη ένωση ανάμεσα στο οικείο και στο παράξενο. Στο "Sush" και στο "Ride TV" ο Beeler επαναφέρει τη σωματικότητα του ρυθμού, αλλά χωρίς να εγκαταλείπει τη διάχυτη συναισθηματική φόρτιση που χαρακτηρίζει ολόκληρο τον δίσκο. Είναι μουσική που σε καλεί να κινηθείς, αλλά όχι απαραίτητα να χορέψεις, περισσότερο να χαθείς παρά να βρεις δρόμους.

Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Please είναι η διαχείριση του χώρου. Ο DJ Plead αφήνει τις συνθέσεις να αναπνέουν, αποφεύγοντας τον κορεσμό που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της σύγχρονης ηλεκτρονικής παραγωγής. Οι σιωπές, οι αντηχήσεις και οι μικρές μεταβολές αποκτούν ισότιμο ρόλο με τα beats. Έτσι, ακόμη και όταν τα κομμάτια βασίζονται σε επαναληπτικές δομές, δεν γίνονται ποτέ μονότονα, αλλά αποκαλύπτουν διαρκώς νέες υφές και μικρές λεπτομέρειες που ανταμείβουν τις επαναλαμβανόμενες ακροάσεις.

Ορισμένες συνθέσεις μοιάζουν περισσότερο με μουσικά προσχέδια παρά με πλήρως ανεπτυγμένα έργα. Η διάρκεια των 33 λεπτών αφήνει την αίσθηση ότι κάποιες ιδέες θα μπορούσαν να εξελιχθούν περισσότερο, ενώ η συνειδητή αποφυγή έντονων κορυφώσεων μπορεί να κουράσει όσους αναζητούν πιο άμεσες συγκινήσεις, μπορεί, όμως, και να ευχαριστήσουν όσους αποφεύγουν τις εντάσεις. Το Please απαιτεί συγκέντρωση και υπομονή. Δεν προσφέρει εύκολες ανταμοιβές, ούτε προφανή singles. Ακριβώς όμως εκεί βρίσκεται και η ιδιαιτερότητά του, αφού ο Beeler μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την οικοδόμηση μιας συναισθηματικής κατάστασης παρά για τη δημιουργία εντυπωσιακών tracks.

Η μουσική του λειτουργεί σαν ανάμνηση: ασαφής, αποσπασματική, αλλά βαθιά ανθρώπινη. Οι αναφορές στη λιβανέζικη μουσική δεν παρουσιάζονται ως πολιτισμικό διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως οργανικό μέρος της προσωπικής του ταυτότητας. Αυτό προσδίδει στον δίσκο μια ειλικρίνεια που δύσκολα συναντά κάποιος στη σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική. Οι συναισθηματικές αποχρώσεις των αραβικών synths κουβαλούν ίχνη ιστορίας, συνδέοντας μακρινές πατρίδες καταγωγής με μια αίσθηση νοσταλγίας για τόπους που ταυτόχρονα θυμάσαι και κληρονόμησες.

Το Please αποτελεί φυσική συνέχεια του Relentless Trills, κοιτάζει, όμως, πέρα από την πίστα, ανοίγει ένα παράθυρο σε έναν εσωτερικό κόσμο,  δείχνει έναν δημιουργό πιο ώριμο και πιο πρόθυμο να εκτεθεί. Το εξώφυλλο το αποδεικνύει: μια κομμένη φωτογραφία του Beeler, ο οποίος κρατά έναν καφέ, κλειδιά, κινητό, μια μισοάδεια συσκευασία με παρακεταμόλη -ίσως- κι ένα μπουκάλι Tiger Balm. Τα συνηθισμένα απομεινάρια μιας μέρας. Μιας καθημερινής ζωής. Το άλμπουμ που σε αναγκάζει να κοιτάξεις τον γυμνό Beeler στα μάτια.

Τελικά ο DJ Plead  βάζει στην άκρη ως προτεραιότητα τη ρυθμική ένταση και στο κέντρο την μελωδία, τη ατμόσφαιρα και την ευαλωτότητα αποδεικνύοντας ότι η ηλεκτρονική μουσική μπορεί να είναι εξίσου σωματική και βαθιά προσωπική, χωρίς να θυσιάζει ούτε την καινοτομία, ούτε την αισθητική της συνοχή. Το Please δεν είναι ένας δίσκος που θα κατακτήσει εύκολα τα dancefloors, ούτε θα αναζητήσει μεγάλη αποδοχή. Είναι ένα από τα πιο διακριτικά συναρπαστικά ηλεκτρονικά άλμπουμ της χρονιάς: ώριμο, ατμοσφαιρικό και συναισθηματικά πυκνό. Έρχεται να επιβεβαιώσει ότι ο DJ Plead συγκαταλέγεται στους πιο ευφάνταστους δημιουργούς της σύγχρονης πειραματικής club μουσικής.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network

Δεν υπάρχουν άρθρα για προβολή