Υπάρχει μια ώρα της εβδομάδας που δεν φαίνεται σε κανένα ρολόι. Βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο τελευταίο φως της Κυριακής και στην πρώτη σκιά της Δευτέρας. Εκεί όπου η ησυχία αρχίζει να αποκτά βάρος και το μέλλον μοιάζει να πλησιάζει με αργά, αναπόφευκτα βήματα. Οι Youth Valley θέλουν να μείνουν σε αυτή τη ρωγμή του χρόνου. Και το δεύτερο άλμπουμ τους σε τραβάει μέσα του σαν κάποιο κύμα σε slow-motion, όχι επειδή είναι ένας δίσκος που δεν βιάζεται να αποκαλυφθεί, αλλά επειδή προτιμάει (μάλλον) να στέκεται στην άκρη του βλέμματος, σαν φως από νέον που τρεμοπαίζει πίσω από βρεγμένα τζάμια, μέχρι να σε πείσει να τους ακολουθήσεις.
Η αθηναϊκή μπάντα επιστρέφει με ένα άλμπουμ που μοιάζει να γεννήθηκε κάπου ανάμεσα σε μεταμεσονύχτιες διαδρομές, υπνωτιστικές λούπες σκέψεων και την παράξενη μελαγχολία της καθημερινής επιβίωσης. Αν το πρώτο Lullabies For Adults ήταν μια θολή pop ανάμνηση, το As Passive Aggressive As It Gets είναι η στιγμή που ανοίγεις τα μάτια μέσα στο όνειρο και συνειδητοποιείς ότι συνεχίζεις να ονειρεύεσαι. Και οι Youth Valley συνεχίζουν να κινούνται ανάμεσα στο shoegaze, το post-punk, την dream pop και πιο έντονα τώρα, σε μια πιο ξεκάθαρη darkwave αισθητική, όμως εδώ οι αναφορές δεν λειτουργούν ως σημεία αναγνώρισης αλλά ως οικοδομικά υλικά ενός κόσμου καθαρά δικού τους. Βέβαια, οι αναφορές είναι πάντα αναφορές, αλλά εδώ αυτό που ξεχωρίζει δεν είναι οι επιρροές καθαυτές, όσο η διαχείρισή τους. Εκεί όπου αρκετά σύγχρονα σχήματα εγκλωβίζονται στην αισθητική αναπαραγωγή των ειδών που αγαπούν, οι Youth Valley χρησιμοποιούν τη shoegaze θολούρα, τη new wave μελαγχολία και τις darkwave υφές ως αφετηρία για κάτι πιο συνεκτικό και ουσιαστικό. Τα σκασίματα από τις κιθάρες υψώνονται σαν τεράστιες γυάλινες προσόψεις, φωτισμένες από το εσωτερικό τους, ενώ το rhythm section δεν αρκείται πια στον συνοδευτικό του ρόλο. Αντίθετα, γίνεται ένας αόρατος μηχανισμός που κρατά ολόκληρο το σύμπαν του δίσκου σε κίνηση.
Το εντυπωσιακό "cerberus", που ουσιαστικά ανοίγει το άλμπουμ μετά από ένα (αμήχανο) "intro", είναι να τραγούδι που αναπνέει μέσα στον χώρο του. Οι διάσπαρτες ανθρώπινες λεπτομέρειες, οι στιγμές που συνήθως κόβονται στο μοντάζ, παραμένουν ζωντανές και προσδίδουν μια αναπάντεχη οικειότητα. Το αποτέλεσμα θυμίζει μια σκηνή κινηματογράφου τραβηγμένη σε αργή κίνηση, όπου όλα φαίνονται μακρινά αλλά συγχρόνως οδυνηρά κοντινά. Στα "pills" και "earthbitter" η μπάντα αφήνει να διαρρεύσουν πιο γήινες, σχεδόν grunge αποχρώσεις και κάτω από την (πιο) λουστραρισμένη παραγωγή κρύβεται μια νευρικότητα που δεν εκρήγνυται ποτέ ολοκληρωτικά, και αυτό κάνει την ένταση ακόμη πιο αποτελεσματική. Ίσως γιατί οι Youth Valley δεν ψάχνουν τη λύτρωση και προτιμούν να κατοικούν μέσα στην ανησυχία τους ώστε να την παρατηρούν από όλες τις γωνίες.
Το "ocean dream" ξεκινά βουτηγμένο στην υγρή μελαγχολία του post-punk και του indie των 80s, με τις κιθάρες να απλώνονται σαν ομίχλη πάνω από μια αργόσυρτη, σχεδόν υπνωτική ρυθμική βάση. Όσο όμως προχωρά, η εσωστρέφεια υποχωρεί και δίνει τη θέση της σε ένα συντριπτικό ξέσπασμα, όπου η shoegaze ένταση των Youth Valley αποκτά σχεδόν λυτρωτικές διαστάσεις. Είναι από τις στιγμές του δίσκου όπου η μπάντα αποδεικνύει πως γνωρίζει ακριβώς πότε να συγκρατεί τη δυναμική της και πότε να την αφήνει να καταπιεί τα πάντα στο πέρασμά της. Ο δίσκος κινείται με πιστή συνέπεια μέσα στα όρια της σύγχρονης darkwave αισθητικής και η οικειότητα του ήχου του είναι άμεση. Αυτό, ωστόσο, δεν λειτουργεί περιοριστικά. Αντίθετα, οι Youth Valley κατανοούν τι είναι εκείνο που καθιστά αυτό το ιδίωμα τόσο ελκυστικό και αξιοποιούν τα βασικά του χαρακτηριστικά με αυτοπεποίθηση. Οι συνθέσεις ισορροπούν ανάμεσα σε μια grunge τραχύτητα και μια σχεδόν κινηματογραφική κομψότητα, ενώ κάτω από τις προσεγμένες μελωδίες διατρέχει ένας διάχυτος υπαρξιακός λυρισμός. Πρόκειται για μια μελαγχολία που δεν μοιάζει επιτηδευμένη, αλλά οργανικά συνδεδεμένη με τη γραφή και την ερμηνευτική παρουσία του τραγουδιστή Joseph Powell. Ωστόσο, η επιλογή του "winning" των The Sound μοιάζει περισσότερο με φόρο τιμής παρά με ουσιαστική επανερμηνεία. Αν και η παρουσία του εντάσσεται οργανικά στη συνολική αισθητική ενός κατά τα άλλα εξαιρετικά συνεκτικού άλμπουμ, η προσέγγιση των Youth Valley δεν αμβλύνει καθόλου τις αιχμηρές γωνίες του πρωτότυπου. Εκεί όπου ο Adrian Borland τραγουδούσε σαν να ισορροπεί πάνω από το κενό, μετατρέποντας την ελπίδα σε πράξη αντίστασης απέναντι στην υπαρξιακή κατάρρευση, εδώ η ερμηνεία είναι πιο βελούδινη και εσωστρεφής. Το αποτέλεσμα παραμένει καλαίσθητο, αλλά στερείται εκείνης της εύθραυστης έντασης που χάρισε στο πρωτότυπο τη διαχρονική του δύναμη, αφήνοντας τη διασκευή να λειτουργεί περισσότερο ως αισθητικό διάλειμμα παρά ως κομμάτι με δική του βαρύτητα.
Το "sunday oh monday" που ακολουθεί αποτυπώνει με σχεδόν κινηματογραφική ακρίβεια την αίσθηση μιας ζωής που επαναλαμβάνεται μηχανικά. Η μπασογραμμή προχωρά ακούραστα, σαν κυλιόμενη σκάλα που δεν οδηγεί πουθενά, ενώ οι μελωδίες αιωρούνται από πάνω της σαν κουρασμένες σκέψεις ενός ανθρώπου που ξύπνησε ήδη κουρασμένος. Είναι από εκείνα τα τραγούδια που καταφέρνουν να μετατρέψουν την αδιαφορία της σύγχρονης εποχής σε κάτι παράξενα όμορφο.
Η μεγάλη επιτυχία του As Passive Aggressive As It Gets βρίσκεται στην ισορροπία του. Ο δίσκος ακούγεται τεράστιος χωρίς να γίνεται ασφυκτικός, σκοτεινός χωρίς να βυθίζεται στην απόγνωση, προσεγμένος χωρίς να χάνει τον ανθρώπινο παλμό του. Οι συνθέσεις ανοίγουν χώρο, έχουν μεγάλα και χορταστικά breaks εμπλουτισμένα με synth λεπτομέρειες, επιτρέποντας σε κάθε γραμμή μπάσου και σε κάθε ρυθμική μετατόπιση να αποκτήσουν βαρύτητα. Στο τέλος μένει η αίσθηση ότι οι Youth Valley δεν έφτιαξαν απλώς μια συλλογή τραγουδιών αλλά ένα περιβάλλον. Έναν τόπο όπου η παθητική επιθετικότητα του τίτλου μεταμορφώνεται σε υπαρξιακή ομίχλη, όπου οι ήχοι διαλύονται και επανενώνονται σαν φώτα πόλης μέσα στη βροχή. Έναν δίσκο που δεν ζητά να τον καταλάβεις αμέσως, αλλά να χαθείς μέσα του.
Και αξίζει να χαθείς.










