30 Years Avopolis Party

 

Gilla Band – Pugnello

Πολλοί δίσκοι θα ήθελαν ιδανικά να χρησιμεύουν ως χρήσιμα εργαλεία για μια προσωρινή διαφυγή από την πραγματικότητα, αλλά τι γίνεται με εκείνους τους δίσκους που σε σπρώχνουν βίαια μέσα της, αφήνοντάς σε να ψάχνεις μάταια έναν τρόπο διαφυγής; Το Pugnello, το δεύτερο άλμπουμ των Gilla Band μετά τη μετονομασία τους από Girl Band, ανήκει ξεκάθαρα σε αυτήν την κατηγορία άλμπουμ, που στην άβολη πραγματικότητα είναι μονάχα ένας δίσκος που δεν προσφέρει καμία παρηγοριά αλλά δεν είναι και μια ακόμη μεταμοντέρνα άσκηση στο θόρυβο. Είναι ένα ηχητικό ντοκουμέντο αποσύνθεσης, μια καταγραφή της ψυχικής φθοράς μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει όλο και πιο πρόθυμος να μετατρέψει την αποξένωση σε κανονικότητα. Και η μουσική των Gilla Band θέλει να σε κάνει να το χωνέψεις καλά όλο αυτό.

Ο τίτλος παραπέμπει σε μια μυστηριώδη, σχεδόν "φαντασματική" γραμματοσειρά σχεδιασμένη από θείο του Dara Kiely, όμως οι δέκα συνθέσεις του δίσκου περιστρέφονται γύρω από πολύ πιο γήινα και επώδυνα ζητήματα: το πένθος και την ψυχική υγεία. Ο θάνατος του πατέρα του Kiely στοιχειώνει το άλμπουμ μέχρι την ανατριχιαστική κατάληξη του "At The Gallop", ενώ η προσωπική του εμπειρία με τη διάγνωση σχιζοφρένειας διαπερνά μεγάλο μέρος των στίχων. Δεν πρόκειται όμως για εξομολογητική τραγουδοποιία με τη συμβατική έννοια. Οι Gilla Band αρνούνται να μετατρέψουν την ευαλωτότητα σε θέαμα. Αντίθετα, παρουσιάζουν την ψυχική αστάθεια ως μια σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και έναν κοινωνικό μηχανισμό που απαιτεί διαρκώς λειτουργικότητα, παραγωγικότητα και έλεγχο.

Μουσικά, το Pugnello μοιάζει με επιστροφή στις πιο ακραίες εκδοχές του κιθαριστικού θορύβου και αυτό σε μια εποχή όπου μεγάλο μέρος του post-punk έχει μετατραπεί σε εμπορεύσιμο, προβλέψιμο και ακραία βαρετό lifestyle προϊόν και οι πρώην ανατρεπτικές φόρμες εξημερώνονται για τις ανάγκες των φεστιβαλικών playlists, οι Gilla Band συνεχίζουν να ακούγονται αληθινά επικίνδυνοι. Το κουαρτέτο από το Δουβλίνο δεν ενδιαφέρεται να γίνει ούτε ευχάριστο, ούτε προσβάσιμο. Αντίθετα, χτίζει έναν κόσμο όπου οι κιθάρες ουρλιάζουν, τα drum machines παραμορφώνουν τον χρόνο και κάθε τραγούδι μοιάζει έτοιμο να καταρρεύσει κάτω από το ίδιο του το βάρος.

Η βιομηχανική βία του "The Megazord", οι ηλεκτρονικές παραισθήσεις του "Computer Sadness" και η σχεδόν techno αποσύνθεση του "Giraffe" συνθέτουν ένα ηχητικό περιβάλλον που θυμίζει λιγότερο ροκ συγκρότημα και περισσότερο μια δυσλειτουργική μηχανή. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη φαινομενικά χαοτική δομή, η μπάντα βρίσκει χώρο για χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Το "Placeholder" είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι αναφορές στους Power Rangers ή ακόμη και στους Coldplay λειτουργούν σαν μικρές στιγμές παράλογης διαύγειας μέσα σε μια καταιγίδα σύγχυσης. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η δύναμη του δίσκου. Δεν αντιμετωπίζει την ψυχική δυσφορία ως τραγωδία ούτε ως ρομαντική ιδιαιτερότητα, αλλά ως μια κατάσταση γεμάτη αντιφάσεις, ειρωνεία και, φυσικά, μπόλικο παράλογο.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του Pugnello είναι ίσως ότι η προσωπική αγωνία μετατρέπεται συνεχώς σε συλλογική εμπειρία. Οι Gilla Band δεν μιλούν μόνο για τον θάνατο, την ψυχική νόσο ή το άγχος. Μιλούν για μια κοινωνία που παράγει ασταμάτητα θόρυβο, πληροφορία και ψυχική εξάντληση, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για επεξεργασία του τραύματος. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που ακούγεται σαν η μουσική έκφραση της εποχής της μόνιμης υπερδιέγερσης: ένας κόσμος όπου ακόμη και η θλίψη πρέπει να ανταγωνιστεί τα notifications.

Το Pugnello δεν είναι εύκολη ακρόαση! Εννοείται πως ούτε φιλοδοξεί να γίνει. Είναι όμως ένας από τους σπάνιους σύγχρονους noise rock δίσκους που δεν χρησιμοποιούν τον θόρυβο ως αισθητικό τέχνασμα. Εδώ ο θόρυβος είναι το ίδιο το μήνυμα. Είναι η γλώσσα μιας πραγματικότητας που καταρρέει αργά, αλλά σταθερά, γύρω μας. Και οι Gilla Band παραμένουν από τους ελάχιστους που εξακολουθούν να έχουν το θάρρος να την περιγράφουν χωρίς φίλτρα.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network