Ναι, το ξέρουμε καλά το μάθημα και το έχουμε ξαναδεί το έργο: κάποιοι δίσκοι γίνονται σπουδαία γεγονότα πριν καν ακουστούν και το Dopamine Chamber των Fontaines D.C. ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία δίσκων. Μετά το Dogrel, το A Hero's Death, το εξαιρετικό Skinty Fia και το πιο εμπορικά φιλόδοξο Romance, οι Ιρλανδοί βρέθηκαν στη σπάνια θέση μιας μπάντας που όχι μόνο εκπροσωπεί το παρόν του εναλλακτικού rock αλλά μοιάζει και σαν να συμβολίζει την αγωνία μιας ολόκληρης γενιάς. Κάθε νέα κυκλοφορία τους αντιμετωπίζεται σχεδόν ως πολιτισμικό γεγονός. Και, δυστυχώς, κάπου εκεί ξεκινά το πρόβλημα.
Γιατί το Dopamine Chamber είναι πράγματι ένας πολύ καλός δίσκος. Είναι πιθανότατα ένας από τους καλύτερους της χρονιάς... στο είδος του. Αλλά δεν είναι το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα που αρκετοί έσπευσαν να ανακηρύξουν από την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του. Το περιβόητο «9άρι» ή το «10/10» μοιάζει περισσότερο προϊόν της λαχτάρας να επιβεβαιωθεί η μυθολογία των Fontaines D.C. παρά το αποτέλεσμα μιας πιο ψύχραιμης ακρόασης.
Το κεντρικό θέμα του άλμπουμ είναι η ντοπαμινεργική οικονομία του σύγχρονου καπιταλισμού. Η διαρκής αναζήτηση προσοχής και διέγερσης, η φυγή (ή οι τάσεις φυγής), η κατανάλωση εμπειριών στα σάπια κοινωνικά δίκτυα, η ψευδαίσθηση της ευτυχίας μέσα από ατελείωτα ερεθίσματα. Εκεί, λοιπόν, που το Romance περιέγραφε έναν κόσμο που σάπιζε πίσω από τις οθόνες και τα παραμύθια του, το Dopamine Chamber κοιτάζει κατάματα τη μεγάλη μηχανή που παράγει όλη αυτή τη σήψη.
Τα συνθετικά τοπία του "Six Shot Morning" λειτουργούν σαν η πύλη εισόδου σε έναν κόσμο τεχνητής απόλαυσης. Το "Marianne" μετατρέπει τον Grian Chatten σε οδηγό μιας σχεδόν μεταμοντέρνας εξαφάνισης, ενώ το "Mimesis" παντρεύει μια post-punk / synth-pop νοσταλγία με μια κινηματογραφική μελαγχολία που θυμίζει ευρωπαϊκή pop άλλων δεκαετιών. Και τα τρία πρώτα τραγούδια είναι στιγμές όπου το συγκρότημα υπενθυμίζει γιατί συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες μπάντες της γενιάς του. Ωστόσο, πίσω από την άρτια εκτέλεση και τη συναισθηματική τους ένταση, δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι προτείνουν κάτι πραγματικά πρωτόγνωρο. Οι synth-pop αναφορές, η μελαγχολική μεγαλοπρέπεια και οι κινηματογραφικές ενορχηστρώσεις τους πατούν πάνω σε αισθητικές διαδρομές που η ευρωπαϊκή μουσική σκηνή εξερευνά εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Οι Fontaines D.C. δεν ανακαλύπτουν ξανά τον τροχό, απλώς τον γυαλίζουν εξαιρετικά.
Και πέρα από αυτό, παρά τη θεματική συνοχή του, το άλμπουμ πάσχει από κάτι που συχνά συγχωρείται υπερβολικά εύκολα στους Fontaines: δεν ολοκληρώνει πάντα αυτά που υπόσχεται. Γιατί ενώ η πρώτη πλευρά χτίζει εξαιρετικά το αφήγημα της υπερδιέγερσης και της παρακμής, η δεύτερη όμως μοιάζει να αναλώνεται περισσότερο στην ατμόσφαιρα παρά στην κορύφωση. Τραγούδια όπως τα "Where Is Gone?" και εξαιρετικό (στο δικό τους κλίμα και ήχο) "You Miss Me" διατηρούν ενδιαφέροντα συναισθηματικά αποτυπώματα, ενώ η πολυτελέστατη συμμετοχή της ROSALÍA φυσικό είναι να καμαρώνει ως μια πρόσθετη αξία που δίνει διεθνές εκτόπισμα, χωρίς να λειτουργεί ως εύκολο κράχτη. Ωστόσο το υλικό δεν διαθέτει πάντοτε την απαραίτητη ένταση για να δικαιολογήσει τη διάρκεια της διαδρομής. Τα "Tongue" και "Japan" είναι αντιθέτως οι στιγμές όπου το άλμπουμ αρχίζει να αποκαλύπτει τα όριά του. Παρά την προσεγμένη παραγωγή τους, ακούγονται περισσότερο σαν προσχέδια παρά σαν τραγούδια που δικαιολογούν τις υψηλές φιλοδοξίες του δίσκου. Κυρίως, όμως, φέρνουν στην επιφάνεια μια αδυναμία που οι ένθερμοι υποστηρικτές των Fontaines D.C. συχνά παραβλέπουν: όσο κι αν η μπάντα επενδύει στη δική της μυθολογία, αρκετές από τις νέες της ιδέες μοιάζουν γνώριμες. Οι σκιές μεγάλων, εμπορικά επιτυχημένων ευρωπαϊκών συγκροτημάτων των τελευταίων δεκαετιών πλανώνται διαρκώς πάνω από αυτές τις συνθέσεις, από την μελαγχολική μεγαλοπρέπεια της stadium indie μέχρι την εξωστρεφή art-pop δραματουργία. Και όχι, το πρόβλημα δεν είναι οι επιρροές. Το πρόβλημα είναι ότι εδώ οι Fontaines D.C. ακούγονται περισσότερο σαν επίγονοι παρά σαν πρωτοπόροι μιας νέας εποχής.
Βέβαια, σε επίπεδο παραγωγής οι Fontaines D.C. συνεχίζουν να εξελίσσονται εντυπωσιακά. Τα synthesizers, τα drum machines και οι παραμορφωμένες μπασογραμμές δεν είναι πια επιφανειακές προσθήκες αλλά μια συνεπής οργανική συνέχεια της διαδρομής τους, γιατί έτσι φαίνεται πως αντί να εγκαταλείπουν το post-punk παρελθόν τους, το αποδομούν και το επανασυνθέτουν μέσα από μια πιο ηλεκτρονική γλώσσα. Το ζήτημα παραμένει, βέβαια, ότι η αισθητική τόλμη δεν ισοδυναμεί αυτόματα με καλλιτεχνική τελείωση.
Κοινωνικοπολιτικά, το Dopamine Chamber είναι ο πιο εύστοχος δίσκος τους μέχρι σήμερα. Καταγράφει με ακρίβεια μια εποχή που έχει αντικαταστήσει τις συλλογικές ουτοπίες με ατομικές εκρήξεις ευχαρίστησης. «The darkest room on the brightest day / One dirty trick and we're away forever». Αλλά σε μια εποχή όπου η προσοχή αποτελεί εμπόρευμα και η επιθυμία ανανεώνεται γρηγορότερα από όσο μπορεί να ικανοποιηθεί, ίσως οι Fontaines D.C. να αντιλαμβάνονται τη σύγχρονη αλλοτρίωση όχι ως θεωρία αλλά ως καθημερινή εμπειρία. Μόνο που αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε τραγούδι στέκεται στο ύψος της ιδέας. Ναι, το Dopamine Chamber επιβεβαιώνει ότι οι Fontaines D.C. είναι μία μεγάλη μπάντα με σπάνια φιλοδοξία και αξιοθαύμαστη διάθεση μεταμόρφωσης. Ίσως μάλιστα να καταλήξει στις περισσότερες λίστες με τα κορυφαία άλμπουμ της χρονιάς. Δίκαια. Όμως η απόσταση ανάμεσα σε έναν σπουδαίο δίσκο και σε ένα αριστούργημα εξακολουθεί να υπάρχει.
Και οι Fontaines D.C., όσο κοντά κι αν φτάνουν, δεν την έχουν διανύσει ακόμη.










