Ίσως το πρώτο πράγμα που μάς φέρνει ο τίτλος στο μυαλό να είναι το ομώνυμο γουέστερν του Budd Boetticher του 1959, με πρωταγωνιστή έναν μοναχικό κυνηγό κεφαλών που περιπλανιέται σε αχανείς φυσικές και ψυχικές εκτάσεις. Αν και η σύνδεση του άλμπουμ με το φιλμ δεν έχει επιβεβαιωθεί, ξέρουμε ότι η σχέση του Beck με τον κινηματογράφο είναι βαθιά και τροφοδοτεί σταθερά με εικόνες και ιδέες τη μουσική του.
Με το που κρατάμε το άλμπουμ στα χέρια μας, νιώθουμε σχεδόν υποχρεωμένοι να κάνουμε το ερώτημα: «Σε ποιον από όλους τους Beck αναφερόμαστε;» Στον λανθάνοντα lo-fi χιπ χόπερ του Odelay, που μαζί με τους Dust Brothers έστηνε μικρές σαμπλαρισμένες τοιχογραφίες; Στον αλχημιστή του Mutations, που ισορρόπησε σε ένα ηχητικό σταυροδρόμι, με το βλέμμα στραμμένο ταυτόχρονα στα delta blues, την Tropicália και τις κυκλοθυμικές κιθάρες;
Στο Ride Lonesome φαίνεται ότι ο Beck επιστρέφει στις ρίζες ενός ηχητικού πλαισίου που άρχισε να ξεδιπλώνεται με το Sea Change του 2002 και κορυφώθηκε με το Morning Phase του 2014. Κλείνει, έτσι, μια άτυπη, αιθέρια τριλογία εσωτερικών και συναισθηματικών αναζητήσεων.
Φαίνεται πως σε αυτό το εγχείρημα σημαντικό ρόλο έπαιξε ο παραγωγός και σταθερός συνεργάτης του, Nigel Godrich, ο οποίος επιστρέφει στη μίξη του Ride Lonesome, έχοντας συνδεθεί στενά με αυτή την ιδιαίτερη πλευρά της δισκογραφίας του Beck.
Το ίδιο ισχύει και για τη θαυματουργή μπάντα με την οποία ο Beck ηχογράφησε τόσο τα άλμπουμ αυτής της άτυπης τριλογίας όσο και το «μεταβατικό» Mutations (1998), που είχε προηγηθεί, το εξαιρετικό άλμπουμ που ακολούθησε το Odelay — ένα άλμπουμ που φέτος γίνεται τριάντα χρόνων, μολονότι εξακολουθεί να ακούγεται σαν να έχει αφετηρία το αύριο.
Τι είναι όμως το Ride Lonesome;
Ίσως όχι κάτι περισσότερο από την εικόνα που προτείνει το ομώνυμο βίντεο: ενός άντρα να περιφέρεται πλάι στις ράγες του τρένου, με κατεύθυνση ένα ασαφές πουθενά. Οι στίχοι και η μουσική του κομματιού δεν παύουν να το επιβεβαιώνουν:
“You got to ride lonesome
You got to try to find the road
You got to cry a river
And follow it all the way home
Alone”
Το άλμπουμ ανήκει σε εκείνο το μουσικό είδος που δίνει σπουδαία δείγματα μία φορά στο τόσο. Είναι η cosmic country που κάποτε μάς σύστησαν οι Flying Burrito Brothers: ένα ηλεκτρικό ιδίωμα που συνταιριάζει την αμερικανική παράδοση με τον ηλεκτρισμό και την υπερβατικότητα.
Τα κομμάτια του άλμπουμ είναι ελεγειακά, όχι όμως θρηνητικά. Ανακαλούν ανοιχτούς χώρους και ορίζοντες. Είναι μουσική που βρίσκεται σε διαρκή, αλλά αργή κίνηση, χωρίς ο προορισμός της να είναι σαφής.
Με την πρώτη ακρόαση, το Ride Lonesome μάς μεταφέρει 24 χρόνια πίσω, στο Sea Change. Ίσως αυτή η σύγκριση να είναι προφανής και άχαρη, αλλά δεν είναι αβάσιμη. Πράγματι, αν το πρώτο κομμάτι του άλμπουμ παραπέμπει στο "The Golden Age", που είναι το εναρκτήριο κομμάτι του Sea Change, το δεύτερο στη σειρά, "In the Night", μάς οδηγεί κατευθείαν στο πολύτιμο "Paper Tiger", που με το groove και τα έγχορδα του συνέπαιρνε ταυτόχρονα το κορμί και το μυαλό μας. Οι αναλογίες ανάμεσα στα δύο άλμπουμ συνεχίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ακρόασης.
Είναι μαγευτικά ευρηματικός ο τρόπος με τον οποίο ο Beck αξιοποιεί τα έγχορδα. Σε αυτό έχει αρωγό τον συνθέτη και ενορχηστρωτή πατέρα του, David Campbell, ο οποίος έχει αφήσει την ενορχηστρωτική του πατίνα σε αμέτρητες αγαπημένες μας μουσικές στιγμές, από τους Rolling Stones μέχρι τους Green Day, και κάθε πιθανό ενδιάμεσο σταθμό.
Αν εξετάσουμε το Ride Lonesome με όρους βινυλίου, θα διαμορφώσουμε πιθανώς την εντύπωση ότι το πιο ενδιαφέρον υλικό του άλμπουμ βρίσκεται συγκεντρωμένο στην πρώτη πλευρά. Τα επτά πρώτα κομμάτια δίνουν την αίσθηση ενός συμπαγούς συνόλου, το οποίο ο ακροατής δυσκολεύεται να σταματήσει να ακούει.
Από το όγδοο, "Slow Canyon", ως το φινάλε του "Beyond the Light", δημιουργείται μια μικρή δυσκολία ταύτισης με κάποιο συγκεκριμένο κομμάτι, χωρίς η τραγουδοποιία να κινείται απαραίτητα σε χαμηλότερα επίπεδα. Ίσως επικρατεί η αίσθηση της επανάληψης και υποχωρεί εκείνη του στοιχείου της έκπληξης. Τα τραγούδια μοιάζουν να κινούνται μέσα στο ίδιο τοπίο, σαν να ακολουθούν τον ίδιο δρόμο για αρκετή ώρα.
Το Ride Lonesome είναι μια σημαντική προσθήκη στη δισκογραφία του Beck. Κάποιοι θα το αγαπήσουν βαθιά και κάποιοι θα το εκτιμήσουν λιγότερο, ενώ το πέρασμα του χρόνου πιθανότατα θα λειτουργήσει προς όφελός του. Το γεγονός ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ-τομή στον ήχο ή την τραγουδοποιία δεν αναιρεί τη σαγήνη αυτής της περιπλανώμενης ambient folk.
Γιατί ίσως τελικά αυτή να είναι η ουσία του Ride Lonesome: μια ηχητική περιπλάνηση με ασαφή προορισμό, ένα ταξίδι μέσα σε ανοιχτούς χώρους, όπου η μοναξιά δεν βιώνεται απαραίτητα ως απώλεια, αλλά ως τρόπος κίνησης.

