Godflesh – Decay, review

Το σώμα του Justin Broadrick τον πρόδωσε πριν τον προδώσει η έμπνευση. Μια κήλη τον ανάγκασε να σταματήσει, να μετρήσει τα όριά του, να νιώσει τη σωματική φθορά όχι ως φιλοσοφική έννοια αλλά ως καθημερινό πόνο. Το παράξενο είναι πως οι Godflesh ακούγονταν πάντα σαν αυτό ακριβώς το πράγμα: σαν τη στιγμή που το σώμα μετατρέπεται σε βάρος και το μυαλό μένει παγιδευμένο μέσα του. Και έτσι το Decay γίνεται η καταγραφή μιας νέας δοκιμασίας. Άλλο ένα κεφάλαιο σε μια ιστορία σήψης που γράφεται αδιάκοπα από το 1988.

Ο Justin Broadrick εξακολουθεί να επιστρέφει στις ίδιες εμμονές: το σώμα ως φυλακή, τη φθορά ως φυσική κατάσταση, την αποξένωση ως μόνιμο περιβάλλον. Κι όμως, το Decay δεν ακούγεται σαν μια ακόμη επανάληψη, αλλά σαν μια μπάντα που έχει μάθει να μετατρέπει την παρακμή σε δημιουργική δύναμη. Το γεγονός ότι ο Broadrick αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας τα τελευταία χρόνια, τα οποία επηρέασαν ακόμη και τη δυνατότητά του να εμφανίζεται ζωντανά ή να χρησιμοποιεί τη φωνή του με τον γνώριμο σπαρακτικό τρόπο, λειτουργεί αναπόφευκτα ως ερμηνευτικό φίλτρο για τον δίσκο. Όχι επειδή το Decay αποτελεί κάποιου είδους εξομολόγηση. Οι Godflesh άλλωστε δεν υπήρξαν ποτέ συγκρότημα εξομολογητικής γραφής. Αλλά επειδή η αίσθηση μιας ύπαρξης που καταρρέει από μέσα ήταν πάντα το βασικό τους θέμα. Η διαφορά είναι ότι εδώ δεν πρόκειται πλέον για μεταφορά.

Από τις πρώτες στιγμές του "Master And Slave" γίνεται σαφές ότι το ενδιαφέρον των Godflesh δεν βρίσκεται απλώς στη δύναμη του riff. Ένας φασματικός, σχεδόν dub παλμός ανοίγει το κομμάτι, δημιουργώντας ένα αίσθημα αποσύνθεσης πριν καν εμφανιστεί η κιθάρα. Όταν αυτή τελικά εισβάλλει, στέκεται μαζί με τα υπόλοιπα όργανα, συνομιλεί με τους ηλεκτρονικούς θορύβους και τα ψυχρά synth που τρυπούν το ηχητικό πεδίο σαν βελόνες. Είναι μια λεπτομέρεια που εξηγεί γιατί το συγκρότημα παραμένει τόσο επιδραστικό: η βαρύτητα δεν προκύπτει μόνο από την ένταση αλλά από την αρχιτεκτονική του ήχου.

Στο "Living / Ending" το γνώριμο μηχανικό groove αποκτά σχεδόν υποβλητική διάσταση. Οι Godflesh θυμίζουν πως όλο το nu metal δανείστηκε κάποτε τη σχέση τους με τον ρυθμό, αλλά ελάχιστοι κατάφεραν να κατανοήσουν πραγματικά τι τον έκανε τόσο απειλητικό. Κι εδώ το groove λειτουργεί ως όχημα εκτόνωσης, ένας επαναλαμβανόμενος μηχανισμός σύνθλιψης, ένας βηματισμός προς το αναπόφευκτο.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το "Feral Colony", όπου οι σκιές των Killing Joke γίνονται ιδιαίτερα αισθητές. Όχι ως μια απλή μουσικολογική αναφορά αλλά ως στοιχείο ενσωματωμένο οργανικά στη σύνθεση και στη φωνή που χάνεται στα βάθη του echo. Οι Godflesh ανέκαθεν γνώριζαν πώς να μετασχηματίζουν τις επιρροές τους σε κάτι δικό τους και εδώ το αποδεικνύουν ξανά. Η απειλή στη σύνθεση προέρχεται από την αργή ταχύτητα, την επιθετικότητα από μια σχεδόν τελετουργική συσσώρευση έντασης.

Η πραγματική κορύφωση του δίσκου, ωστόσο, βρίσκεται στο "Consume Me". Το δεύτερο μισό του κομματιού εξελίσσεται σε μια σπειροειδή κατάβαση όπου τα φωνητικά samples λειτουργούν σαν ενοχλητικές σκέψεις που αρνούνται να φύγουν από το μυαλό. Είναι μία από εκείνες τις στιγμές όπου οι Godflesh καταφέρνουν να ακούγονται ταυτόχρονα βιομηχανικοί και βαθιά ανθρώπινοι. Η μηχανή συνεχίζει να λειτουργεί, όμως πίσω από αυτήν ακούγεται η αγωνία του χειριστή της.

Είναι εύκολο να επαναλάβει κανείς την κλασική κριτική ότι «οι Godflesh βγάζουν πάντα τον ίδιο δίσκο». Εύκολο, αλλά λανθασμένο. Η επιφάνεια μπορεί να παραμένει αναγνωρίσιμη, όμως στο εσωτερικό της η μουσική τους μεταλλάσσεται διαρκώς. Το εντυπωσιακό είναι ότι η επιρροή τους εξακολουθεί να ακούγεται παντού χωρίς να παράγει μιμητές με κοινό ήχο. Οι Chat Pile, οι Health ή οι Full Of Hell έχουν αντλήσει διαφορετικά στοιχεία από την παρακαταθήκη τους, καταλήγοντας σε εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα. Αυτό συμβαίνει επειδή η κληρονομιά των Godflesh δεν είναι ένα συγκεκριμένο μουσικό ύφος αλλά ένας τρόπος σκέψης: η ιδέα ότι το βάρος, η επανάληψη και η δυσφορία μπορούν να μετατραπούν σε δημιουργικές πρώτες ύλες.

Το Decay δεν συγκαταλέγεται ίσως ανάμεσα στις απόλυτες κορυφές μιας δισκογραφίας που περιλαμβάνει μνημεία όπως τα Streetcleaner, Pure και Selfless. Δεν διαθέτει εκείνη τη συνταρακτική αίσθηση ανακάλυψης που συνόδευε τα ριζοσπαστικά τους βήματα στο παρελθόν. Διαθέτει όμως κάτι εξίσου σπάνιο: μια μπάντα που γνωρίζει ακριβώς ποια είναι και εξακολουθεί να βρίσκει νέους τρόπους να εκφράσει την ίδια υπαρξιακή αγωνία. Και επίσης, αν αυτό όντως αποτελεί ένα από τα τελευταία κεφάλαια των Godflesh, τότε η αποχώρησή τους δεν μοιάζει καθόλου με εξάντληση αλλά με μια φυσική συνέχεια της φιλοσοφίας τους. Η παρακμή, άλλωστε, δεν ήταν ποτέ για αυτούς συνώνυμο της αδυναμίας. Ήταν πάντα μια ακόμη μορφή μεταμόρφωσης.

Ένας σημαντικός για τους φαν δίσκος που σίγουρα δεν επαναπροσδιορίζει το σύμπαν των Godflesh, αλλά υπενθυμίζει γιατί εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις πιο ουσιαστικές και διαχρονικές δυνάμεις της ακραίας μουσικής.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network