Το Hotel Usona, το έβδομο άλμπουμ των Protomartyr, είναι ένα ερειπωμένο ξενοδοχείο στην άκρη ενός ονείρου που καταρρέει. Ένα περίεργο μέρος όπου τα δωμάτια μυρίζουν μούχλα, τηλεοπτική προπαγάνδα, φόβο, παλιές υποσχέσεις... Και ο Joe Casey ξεναγεί τον ακροατή στους διαδρόμους του σαν ένας κουρασμένος νυχτοφύλακας που έχει δει την Ιστορία να επαναλαμβάνεται τόσες φορές, ώστε πλέον να μοιάζει με κακόγουστο αστείο. Γιατί, το φανταστικό Hotel Usona δεν χτίστηκε από τσιμέντο και σίδερο. Είναι ένα αρχιτεκτονικό παράδοξο που αναδύεται μέσα από την ομίχλη του μετα-βιομηχανικού ύπνου, εκεί που οι αναμνήσεις της Midwest Αμερικής συναντούν την σημερινή υπαρξιακή κόπωση. Στο νέο άλμπουμ των Protomartyr, το συγκρότημα από το Ντιτρόιτ δεν συνθέτει απλώς τραγούδια· χαρτογραφεί τους σκοτεινούς, υγρούς διαδρόμους ενός ερειπωμένου ξενοδοχείου στην άκρη ενός ονείρου που μοιάζει να γκρεμίζεται σε αργή κίνηση.
Από το εναρκτήριο "The Old Hotel" γίνεται σαφές πως οι Protomartyr δεν ενδιαφέρονται καθόλου για εύκολες συγκινήσεις. Οι κιθάρες αιωρούνται σαν σκόνη μέσα σε σκονισμένα νέον φώτα, πριν το κομμάτι εκραγεί σε μια σχεδόν λυτρωτική κορύφωση. Οι τρομπέτες σχίζουν τον αέρα σαν σειρήνες πολιτικής αφύπνισης, ενώ ο Alex Leonard χτίζει ένα ρυθμικό οικοδόμημα που μοιάζει έτοιμο να καταρρεύσει και ταυτόχρονα να αντέξει για πάντα. Το επόμενο "Sounds We Cannot Hear" είναι ίσως η καρδιά του δίσκου. Ένα κομμάτι που αιχμαλωτίζει τον σύγχρονο άνθρωπο παγιδευμένο στο endless scroll, ανήμπορο να επεξεργαστεί το βάρος των καταστροφών που περνούν καθημερινά μπροστά από τα μάτια του. Και οι Protomartyr καταγράφουν θριαμβευτικά την αναισθητοποίηση της εποχής χωρίς διδακτισμό. Απλά, αφήνουν το κενό να μιλήσει μόνο του. Και είναι τρομακτικό. Και από τα δύο πρώτα κομμάτια φαίνεται πως μουσικά, η μπάντα ακούγεται πιο τολμηρή από ποτέ. Ο παραγωγός Dave Fridmann δίνει στο υλικό έναν ογκώδη, σχεδόν κινηματογραφικό χαρακτήρα, χωρίς να εξημερώνει το χάος που ήταν πάντα η κινητήρια δύναμη των Protomartyr. Οι μπασογραμμές του Scott Davidson παραμένουν νευρικές και απειλητικές, ενώ ο Greg Ahee εμπλουτίζει τον ήχο με απρόσμενες επιρροές από μεσανατολικά μοτίβα και την εξωτική ποπ αισθητική των 50s, δημιουργώντας ένα παράξενο σημείο συνάντησης ανάμεσα στην ομορφιά και τον τρόμο.
Ο Joe Casey κινείται ανάμεσα στα δωμάτια/τραγούδια με τη φωνή του, σαν έναν παραληρηματικό ψίθυρο που μετατρέπεται συχνά σε βραχνή κραυγή, να μην απαγγέλλει στίχους τραγουδιών, αλλά να ξεναγεί τον ακροατή σε μια ατελείωτη βάρδια, σε μια παράξενη τραγωδία της που μέσα στο σημερινό χάος μοιάζει με κακόγουστο αστείο. Είναι ο παρατηρητής που στεκόμαστε δίπλα του στη ρεσεψιόν του πουθενά, κοιτάζοντας έξω από τα βρώμικα τζάμια μια χώρα που σβήνει. Και το Hotel Usona, περισσότερο χάρη σ' αυτόν ακούγεται σαν ένας δίσκος-παραίσθηση. Ένα μετα-πανκ ρέκβιεμ που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα βίαιο και αιθέριο, ενώ καταγράφει την κατάρρευση των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτό το θλιβερό τσίρκο που κοντεύει να γίνει καρικατούρα του ίδιου του εαυτού του, που έχει ήδη ξεσκονιστεί από δημοσιογράφους, καλλιτέχνες και κάθε λογής σχολιαστές. Όμως όταν οι Protomartyr αποφασίζουν να χώσουν το μαχαίρι πιο βαθιά στην πληγή, τότε όντως αξίζει να ακούσεις. Και ο στιχούργος και τραγουδιστής τους έχει το χάρισμα να περιγράφει τη σαπίλα τόσο σαν ψυχρός παρουσιαστής δελτίου ειδήσεων όσο και σαν μπαρουτοκαπνισμένος θαμώνας μπαρ που έχει πιει τρία ποτήρια παραπάνω και βρίζει τον κόσμο που καταρρέει μπροστά του.
Μεγάλο μέρος του νέου τους άλμπουμ, Hotel Usona, πατάει πάνω σε αυτή την αποσύνθεση. Στην κρατική παράκρουση, την κοινωνική απονέκρωση και την αίσθηση ότι όλα γλιστρούν προς τα κάτω χωρίς φρένα. Όμως οι Protomartyr δεν ήταν ποτέ μόνο πολιτικό σχόλιο. Κάτω από τα ερείπια βρίσκονται πάντα οι προσωπικές ιστορίες, οι μικρές ήττες και τα φαντάσματα που χτυπούν τον ακροατή κατευθείαν στο στομάχι. Πίσω από την πόρτα του "Converts" κρύβονται επιρροές από Morricone που ξεπροβάλλουν μέσα από τις κιθάρες και την ατμόσφαιρα, μετατρέποντας το κομμάτι σε ένα επικό, σκονισμένο soundtrack για τις αμφίβολες εποχές που ζούμε. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το "Exalted Eagles", με τον Casey να φτύνει τους στίχους του σαν κουρασμένος προφήτης που βλέπει την πατριωτική υστερία να καταπίνει τα πάντα. Το κομμάτι ξεκινά σχεδόν υπόγεια, χτίζοντας πάνω σε μια πιανιστική μελωδία, πριν μετατραπεί σε μια ακόμη επίθεση με κοφτερά hooks και νεύρο. Από την άλλη, το "The Knife Dream" βυθίζεται στο παράλογο και την αποσύνθεση. Τζαζ ενορχηστρώσεις, ορχηστρικές εξάρσεις και διαρκείς παραφωνίες συνθέτουν ένα κομμάτι που αρνείται πεισματικά να κινηθεί σε ευθεία γραμμή. Οι Protomartyr μοιάζουν να ξηλώνουν το ίδιο τους το post-punk οικοδόμημα μπροστά στα μάτια μας, αφήνοντας τα κομμάτια να αιωρούνται μέσα σε μια ατμόσφαιρα ελεγχόμενου χάους. Πιθανότατα πρόκειται για την πιο τολμηρή και πειραματική στιγμή της δισκογραφίας τους μέχρι σήμερα. Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι δεν ακούγεται σαν παρέκκλιση, αλλά σαν μια νέα πόρτα που μόλις άνοιξε. Αν το Hotel Usona αποτελεί μια περιήγηση στα ερείπια μιας χώρας σε κρίση, τότε το "The Knife Dream" είναι το δωμάτιο όπου οι Protomartyr αφήνουν για λίγο την πραγματικότητα και κοιτούν κατάματα το αλλόκοτο. Αν αποφασίσουν να ακολουθήσουν περισσότερο αυτή τη διαδρομή στο μέλλον, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι όχι απλώς συναρπαστικό, αλλά πραγματικά απρόβλεπτο.
Το "Lavender - Gospel" στέκεται ανάμεσα στα κορυφαία κομμάτια, με τη σύμπραξη εγχόρδων, synthesizers και κιθαριστικών γραμμών να δημιουργεί κάτι σχεδόν μεγαλοπρεπές πάνω στον βαρύ, γεμάτο toms ρυθμό και τις αιχμηρές παρεμβάσεις του μπάσου. Είναι από εκείνες τις συνθέσεις όπου οι Protomartyr αφήνουν την ατμόσφαιρα να μιλήσει πιο δυνατά από τις λέξεις. Γι' αυτό και η απόφαση να τοποθετηθούν τα φωνητικά του Casey πιο πίσω στη μίξη αποδεικνύεται απόλυτα σωστή. Εδώ πρωταγωνιστούν τα όργανα, χτίζοντας ένα σκοτεινό, σχεδόν ονειρικό τοπίο που απλώνεται αργά και επιβλητικά. Το φινάλε έρχεται με το "Checking Out", ένα κομμάτι που ανοίγει με ένα στοιχειωτικό drone πριν μεταμορφωθεί σε έναν νευρικό, διαρκώς κινούμενο ρυθμό. Πάνω του ο Casey παραδίδει μία από τις πιο ανθρώπινες ερμηνείες του δίσκου, στρέφοντας το βλέμμα στην πατρότητα και στην ανησυχία για τον κόσμο που παραδίδεται στην επόμενη γενιά. Είναι δύσκολο να μη νιώσεις το βάρος αυτών των σκέψεων σε μια εποχή όπου η ένταση μοιάζει να συσσωρεύεται παντού, πολιτικά, κοινωνικά και προσωπικά. Το κομμάτι μεταδίδει μια διαρκή αίσθηση ανησυχίας, συχνά σε αντίθεση με τα ίδια τα λόγια του, τα οποία τελικά αφήνουν μια χαραμάδα αισιοδοξίας. Μια μικρή σπίθα μέσα στο σκοτάδι.
Στο Hotel Usona υπάρχει αισθητά λιγότερη in-your-face επιθετικότητα απ' ό,τι στα πρώτα χρόνια της μπάντας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι Protomartyr μαλάκωσαν. Αντίθετα, εδώ ολοκληρώνουν μια πορεία που ακολουθούν εδώ και αρκετούς δίσκους, απομακρυνόμενοι από το αυστηρά post-punk πλαίσιο προς κάτι πιο φιλόδοξο, πλουσιότερο και κινηματογραφικό. Η διάθεση αυτή διαπερνά σχεδόν ολόκληρο το άλμπουμ, ακόμη και στις στιγμές που δείχνουν πιο άμεσες. Το "Feed the Sewer" είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ξεκινά σαν μια σύγκρουση. Εκκωφαντικά τύμπανα, μπάσο που γλιστρά απειλητικά προς κάθε κατεύθυνση και πνευστά που μοιάζουν έτοιμα να τινάξουν τη σύνθεση στον αέρα. Κι εκεί που περιμένεις την έκρηξη, το κομμάτι καταρρέει σε ένα σχεδόν lounge ενδιάμεσο μέρος, σαν μια ανάσα ανάμεσα σε δύο κρίσεις πανικού. Η ηρεμία όμως αποδεικνύεται προσωρινή. Οι Protomartyr επιστρέφουν στο ίδιο ασφυκτικό κλίμα με το οποίο ξεκίνησαν, κλείνοντας τον κύκλο με την ίδια δυσφορία που τον άνοιξαν.
Η λέξη «ένταση» νομίζω ότι περιγράφει ιδανικά το Hotel Usona, αλλά δεν αρκεί για να το εξηγήσει. Κάτω από την επιφάνεια κρύβονται φόβοι, απώλειες, ειρωνεία, οργή, νοσταλγία και μια επίμονη αναζήτηση νοήματος μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει ολοένα και πιο ασταθής. Είναι ένας δίσκος που δεν εξαντλείται στην πρώτη ακρόαση. Αντίθετα, αποκαλύπτει σταδιακά τα επίπεδά του, απαιτώντας χρόνο και προσοχή. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη επιτυχία του. Οι Protomartyr δεν κυκλοφόρησαν απλώς ακόμη έναν πολύ καλό δίσκο. Παρέδωσαν την πιο ώριμη, πολυδιάστατη και ολοκληρωμένη δουλειά της πορείας τους μέχρι σήμερα. Ένα άλμπουμ που ακούγεται σαν το χρονικό μιας εποχής που παραπαίει, γραμμένο από μια μπάντα που συνεχίζει να εξελίσσεται χωρίς να χάνει ούτε ίχνος από τη σκοτεινή της ταυτότητα. Για ακόμη μία φορά, η προσμονή κάθε νέας κυκλοφορίας τους αποδείχθηκε απολύτως δικαιολογημένη.










