ALBUM REVIEW: Frenzee – Runnin' Amok

Οι Frenzee έχουν καταλάβει κάτι που πολλές σύγχρονες rock και punk μπάντες είτε ξεχνάνε είτε φοβούνται να παραδεχτούν: το punk δεν είναι στυλ. Είναι ένας ταπεινός, αλλά θορυβώδης, τρόπος να κοιτάς τον κόσμο χωρίς να χαμηλώνεις το βλέμμα. Και στο Runnin' Amok, το τρίτο τους άλμπουμ, αυτή η στάση δεν εμφανίζεται ούτε ως στυλιζαρισμένη πόζα ούτε ως κανένας βαρετός νοσταλγικός φόρος τιμής στα ένδοξα παρελθόντα. Είναι παρούσα σε κάθε riff, σε κάθε χτύπημα του ταμπούρου, σε κάθε σπάσιμο της κραυγής, σε κάθε στίχο που μοιάζει να ξεπηδάει από την τριβή ανάμεσα στην προσωπική εμπειρία και τη συλλογική ασφυξία.

Από το πρώτο λεπτό, ο δίσκος ξεκινά σαν κάποιο όχημα χωρίς φρένα σε δρόμο που κατηφορίζει. Δεν υπάρχει καμία ευγενική εισαγωγή, ούτε περιττά στολίδια. Οι Frenzee επιτίθενται ευθέως, με κιθάρες που ξύνουν πληγές, ρυθμούς που καλπάζουν ασταμάτητα και ρεφρέν φτιαγμένα για να φωνάζονται από ιδρωμένα στόματα μπροστά σε σκηνές και πάνω από μπάρες. Και το πιο όμορφο σε αυτόν εδώ τον δίσκο δεν είναι πως φαίνεται σαν κάποιο αποτέλεσμα παραγωγικού σχεδιασμού. Είναι μια απλή, φυσική κατάληξη μιας μπάντας που έχει περάσει τα τελευταία χρόνια στον δρόμο, κουβαλώντας τα τραγούδια της από πόλη σε πόλη, από υπόγεια clubs μέχρι μεγάλα φεστιβάλ (και τα πιο πρόσφατα νέα λένε πως τα παιδιά θα ανοίξουν τον Νοέμβριο τους Foo Fighters στο Marvel Stadium της Μελβούρνης).

Όμως, ας πάμε στο ζητούμενο, που είναι το φανταστικό τους νέο άλμπουμ: το μεγαλύτερο προτέρημα του Runnin' Amok δεν είναι ούτε η ταχύτητά του, ούτε η ορμή του, ούτε το κάθε τεράστιο τσουνάμι που σηκώνει κάθε κομμάτι αυτού του δίσκου. Είναι το γεγονός ότι κάτω από την αδρεναλίνη δεν κρύβεται κανένα απολύτως κενό. Γιατί, οι Frenzee έχουν, όντως, κάτι να πουν. Και μου αρέσει πολύ που το λένε χωρίς φτιασιδώματα, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς ακαδημαϊκές αναλύσεις και χωρίς να προσπαθούν να χωρέσουν την οργή τους σε εύκολα συνθήματα. Οι στίχοι τους κινούνται ανάμεσα στην προσωπική απογοήτευση, τη διαρκή αναμέτρηση με τις κοινωνικές προσδοκίες και την αίσθηση ότι ο κόσμος γύρω μας γίνεται όλο και πιο ασφυκτικός, όλο και πιο παράλογος.

Το "Hyperactive", το "Keep Comin' My Way", το "Unapologetically Me" και το "Jack of All Trades" μάς είχαν ήδη προϊδεάσει για το περιεχόμενο του δίσκου. Αυτό, όμως, που δεν φαινόταν πλήρως μέσα από τα singles είναι πόσο δεμένα λειτουργούν όλα αυτά τα κομμάτια ως μέρη της ευρύτερης αφήγησης σε ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ. Το Runnin’ Amok ακούγεται σαν την πιο όμορφη καταγραφή μιας γενιάς που τρέχει ασταμάτητα χωρίς να της επιτρέπεται ποτέ να φτάσει κάπου. Μιας γενιάς που καλείται να είναι παραγωγική, ευέλικτη, αισιόδοξη και ανταγωνιστική, ενώ την ίδια στιγμή βλέπει το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια της. Να χαμογελάει στις συνεντεύξεις για δουλειά, να ανανεώνει το βιογραφικό της, να μετατρέπει την εξάντληση σε προσωπικό πρότζεκτ αυτοβελτίωσης, να κάνει τα πάντα σωστά, σε έναν κόσμο που έχει σταματήσει εδώ και καιρό να υπόσχεται ότι υπάρχει κάπου ένας προορισμός. Εννοείται, πώς οι Frenzee δεν έρχονται να μας σώσουν από αυτή την παράνοια. Δεν έχουν κανένα πρόγραμμα κοινωνικής αποκατάστασης ούτε ενδιαφέρονται να προσφέρουν ένα ακόμη εύπεπτο μανιφέστο για τις δυσκολίες της νεότητας. Παίζουν punk. Και το punk, όταν θυμάται γιατί γεννήθηκε, δεν ζητάει την άδεια να μιλήσει, δεν περιμένει να του παραχωρηθεί χώρος, δεν φτιάχνει επιμελημένο προφίλ για να γίνει αποδεκτό. Μπαίνει στο δωμάτιο και αναποδογυρίζει τα έπιπλα.

Στην Ελλάδα του σήμερα, βέβαια, ακόμη και η οργή κινδυνεύει να γίνει επάγγελμα. Η εναλλακτικότητα έχει αποκτήσει τη δική της αισθητική συσκευασία, η νεανική ανυπακοή τη δική της αγορά και το punk, αυτό το παλιό, δύστροπο ζώο, συχνά καλείται να αποδείξει ότι είναι αρκετά φρέσκο για να χωρέσει σε ένα δελτίο Τύπου. Υπάρχει μια ολόκληρη γενιά μουσικών που μεγάλωσε μέσα στην κρίση, την επισφάλεια και την αίσθηση ότι το μέλλον είναι μια υπόθεση διαρκώς αναβαλλόμενη. Κι όμως, ακόμη κι αυτή η γενιά πρέπει να μάθει να πλασάρει τον εαυτό της, να χτίζει κοινό, να παράγει περιεχόμενο, να μετατρέπει την ίδια της την αγανάκτηση σε κάτι μετρήσιμο. Η επανάσταση, παρακαλώ, να έχει καλή απήχηση.

Εδώ βρίσκεται η σημασία των Frenzee. Όχι επειδή εκπροσωπούν συλλήβδην μια νέα ελληνική punk σκηνή, ούτε επειδή κάθε κραυγή τους αποτελεί αυτομάτως πολιτική πράξη. Αλλά επειδή στο Runnin’ Amok η ενέργεια δεν μοιάζει με προϊόν προς διάθεση. Μοιάζει με περίσσευμα ζωής που δεν ξέρει πού αλλού να πάει. Και αυτό και μόνο με κάνει να ελπίζω σε αυτούς. Με τα σώματά τους και την μουσική τους σαν να αρνούνται να συγχρονιστούν με τον ρυθμό μιας κοινωνίας η οποία απαιτεί από αυτά να κινούνται διαρκώς, αρκεί να μην αλλάζουν τίποτα. Γιατί όλο αυτό το τρέξιμο του τίτλου δεν έχει γραμμή τερματισμού. Είναι η κίνηση ενός ανθρώπου που έχει καταλάβει ότι η ακινησία μπορεί να αποδειχθεί εξίσου ασφυκτική με την εξάντληση. Και κάπου ανάμεσα στην οργή και στην ανάγκη να συνεχίσεις, το Runnin’ Amok βρίσκει τη δική του αλήθεια. Δεν υπόσχεται ότι τα πράγματα θα αλλάξουν. Δεν σου χαρίζει τίποτα, καμία θαλπωρή συλλογικής αισιοδοξίας, ούτε εκείνη τη γλυκιά ψευδαίσθηση ότι μια γενιά μπορεί να βρει τον εαυτό της μέσα από το κατάλληλο soundtrack. Προσφέρει κάτι πιο σκληρό και, γι' αυτό θεωρώ, πιο έντιμο: την αναγνώριση ότι είμαστε ακόμη εδώ, με τα νεύρα εκτεθειμένα, τα όνειρα τσαλακωμένα και το σώμα σε διαρκή επιφυλακή. Κι ότι, μερικές φορές, το μόνο που μπορείς να κάνεις απέναντι σε έναν κόσμο που σου ζητάει να προσαρμοστείς είναι να δυναμώσεις τους ενισχυτές και να αρνηθείς να παίξεις στον τόνο του.

Ας μην γελιόμαστε μάγκες, το punk δεν χρειάζεται να αλλάξει τον κόσμο για να παραμένει αναγκαίο. Χρειάζεται μόνο να μην αρχίσει να του μοιάζει. Κι εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του άλμπουμ. Ενώ ηχητικά κοιτάζει κατάματα το punk rock, το garage και το σκληροτράχηλο rock 'n' roll, θεματικά λειτουργεί σαν ένας καθρέφτης της εποχής μας. Χωρίς διδακτισμό. Χωρίς κηρύγματα. Με τον τρόπο που το καλό punk λειτουργούσε πάντα: μετατρέποντας την αποξένωση σε θόρυβο και τον θόρυβο σε κοινή εμπειρία.

Επίσης, οι Frenzee δεν ενδιαφέρονται να φανούν επαναστάτες. Ίσως γι' αυτό ακούγονται τόσο αληθινοί όταν γίνονται στον δίσκο τους. Δεν διεκδικούν τον ρόλο των σωτήρων ούτε παριστάνουν τους πολιτικούς σχολιαστές. Καταγράφουν όσα βλέπουν και όσα βιώνουν με την ειλικρίνεια ανθρώπων που βρίσκονται μέσα στην ίδια δίνη με το κοινό τους. Και αυτή η ειλικρίνεια είναι ολοένα και πιο σπάνιο χαρακτηριστικό. Γιατί σε μια ελληνική δισκογραφία που συχνά παγιδεύεται ανάμεσα στην ασφαλή αναπαραγωγή παλιών συνταγών και στην αγωνιώδη αναζήτηση της επόμενης τάσης, το Runnin' Amok ακούγεται αναζωογονητικά αληθινό. Ένας δίσκος που δεν χτίστηκε για αλγόριθμους, playlists ή γρήγορη κατανάλωση. Χτίστηκε για ανθρώπους. Για εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι τρία ακόρντα και η σωστή αλήθεια μπορούν ακόμη να ταρακουνήσουν έναν κόσμο που έχει συνηθίσει να προσπερνά τα πάντα.

Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι η μπάντα πετυχαίνει αυτό χωρίς να θυσιάζει ούτε στιγμή τη διασκέδαση. Το Runnin' Amok είναι θυμωμένο, αλλά δεν είναι μίζερο. Είναι πολιτικό, αλλά όχι δογματικό. Είναι τεχνικά άρτιο, χωρίς να χάνει τον αυθορμητισμό του. Και πάνω απ' όλα είναι ζωντανό. Ζωντανό με τον τρόπο που είναι μια σπίθα λίγο πριν γίνει φωτιά.

Οπότε, αν το What's Wrong With Me απέδειξε ότι οι Frenzee αξίζουν την προσοχή της διεθνούς punk σκηνής, το Runnin' Amok έρχεται να επιβεβαιώσει ότι πρόκειται για μία από τις πιο ουσιαστικές, ανήσυχες και ειλικρινείς φωνές που διαθέτει σήμερα το ελληνικό rock. Έναν δίσκο που δεν αρκείται στο να διασκεδάζει ή να ξεσηκώνει. Έναν δίσκο που παρατηρεί, σχολιάζει, αμφισβητεί και αντιστέκεται. Και σε μια εποχή όπου η αλήθεια συχνά χάνεται μέσα στο περιτύλιγμα, αυτό μπορεί να είναι η πιο punk πράξη απ' όλες.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured

Best of Network