Οι Doumani All-Stars χτίζουν γέφυρες ανάμεσα σε διαφορετικές μουσικές και κοινωνικές γεωγραφίες, φέρνοντας το ρεμπέτικο, το punk, τη dub reggae και το underground πνεύμα σε έναν κοινό τόπο όπου το παρελθόν συνομιλεί διαρκώς με το παρόν. Με αφορμή το νέο τους single, τη dub εκδοχή της "Μπασταρδοκρατίας" της Γενιάς Του Χάους, το σχήμα επιστρέφει με μια παρέμβαση που δεν κρύβει ούτε τις πολιτικές της αιχμές ούτε την πίστη της στη διαχρονική δύναμη των τραγουδιών να εκφράζουν συλλογικές εμπειρίες.
Ως σχήμα, οι Doumani All-Stars είναι μια χαλαρή κολλεκτίβα που σκαλίζει τα παλιά τραγούδια της μαγκιάς μπολιάζοντάς τα με τη δική της εικονοκλαστική άποψη. Ξεκίνησε από μιά ιδέα του παραγωγού Dipa Brother (κατά κόσμον Ντίνου Ζούμπερη, με μακρά θητεία στα μουσικά πράγματα, αρχικά ως μουσικός σε πανκ μπάντες των 80ς σαν τους Αδιέξοδο, Ναυτία, Ξεχασμένη Προφητεία κ.ά., κι αργότερα σε πολλά καί ποικίλα σχήματα σαν τους Μεταλλακτικούς, Echo Tattoo, Thirty Ντέρτι, Κάτω Από Το Δέντρο, Δημήτρη Πουλικάκο & Γειά σου Τάκη, Omikron Project του Νικόλα Τσιλογιάννη, Κρίστη Στασινοπούλου & Σχήμα Νυν κ.ά., αλλά καί ως ηχολήπτης & παραγωγός με πλειάδα συνεργασιών από τον χώρο του μετα-πανκ των Deus Ex Machina, Terminal Curve & Σάρκα, την indie/ post-rock/rave των Groove Machine, την ύστατη ηχογράφηση των Εν Πλω, τη Goa trance των Full Moon Unit & LFOids έως την Κολτρεϊνική jazz του Nat Birchall) που αποτελεί καί τον βασικό άξονα του πρωτεϊκού αυτού σχήματος το οποίο λαμβάνει διάφορες ad hoc μορφές, αναλόγως την περίσταση, με μέλη γνωστούς μουσικούς της Αθηναϊκής reggae/rock/jazz/ ethnic σκηνής.
Μέχρι σήμερα στο σχήμα αυτό έχουν συνεισφέρει με το ταλέντο τους οι: Οδυσσέας Γαλανάκης (Απροσάρμοστοι), Florian Mikuta (Mode Plagal), Βασίλης Μπίρμπας, Μάριος Νταβέλης (Fundracar), MC Yinka, Νίκος Κορκοβίλης (Vlastur, Jammaroots, Road Duck), Κώστας Δήμου (De Traces, The Big Nose Attack, Kilimanjaro, Jammaroots, PsychoTropica), Νίκος Ασημάκης (Kilimanjaro), Δημήτρης Πουλικάκος, Oleg Dergatsiov (Kilimanjaro, Babuska, Αγία Φανφάρα), Harvey Moof (Fundracar, ElektroBalkana, Teeth ’N’ Tongue Jam), Λούης Κοντούλης (Stress, Speedbrakes, Earthbound).
Σήμερα, με τη συμμετοχή του Μήτσου Πουλικάκου και έχοντας ως αφετηρία μια από τις πιο αιχμηρές συνθέσεις της ελληνικής punk ιστορίας, οι Doumani All-Stars μιλούν για την κρατική αυθαιρεσία, τη διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου, τη σχέση τέχνης και εξουσίας, αλλά και για τις αόρατες κλωστές που ενώνουν τις γενιές του ελληνικού underground. Στη συζήτηση που ακολουθεί, ξεδιπλώνουν τη φιλοσοφία πίσω από τη "Μπασταρδοκρατία" και εξηγούν γιατί, σε μια εποχή γενικευμένης εμπορευματοποίησης, η ανεξαρτησία, η συλλογικότητα και η μουσική ανυπακοή παραμένουν ζητούμενα.

- Οι Doumani All-Stars ξεκινούν από μια αγάπη για παλιά τραγούδια της μαγκιάς και του περιθωρίου, αλλά τα περνούν μέσα από το φίλτρο της dub reggae και μιας πιο εικονοκλαστικής προσέγγισης, θα έλεγα. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο σε αυτή τη συνάντηση: να σώσετε μια μουσική μνήμη ή να αποκαλύψετε πόσο σύγχρονη παραμένει η παραβατικότητα, η φτώχεια και η κοινωνική περιθωριοποίηση που κρύβονται μέσα της;
Η μουσική μνήμη δεν μας έχει ανάγκη, διασώζεται μια χαρά μόνη της. Δεν ζούμε δα και στην εμφυλιοπολεμική Ελλάδα που το ρεμπέτικο ήταν σχεδόν απαγορευμένο μέχρι να το αναβαπτίσει ο Χατζιδάκις με την διάλεξή του στο Θέατρο Τέχνης. Μας ενδιαφέρει ωστόσο να παντρεύουμε τις φαινομενικά ασύνδετες μουσικές αγάπες μας, και ίσως μέσα από αυτό το πάντρεμα να κάνουμε πιο εμφανή την κοινή μοίρα και τα βάσανα των απανταχού απόκληρων και κυνηγημένων. Πειραιάς, Κίνγκστον, Γάζα & Παρίσι έχουν περισσότερα κοινά απ’ όσα νομίζουμε.
- Και η επιλογή της "Μπασταρδοκρατίας" της Γενιάς Του Χάους, αντί ενός τραγουδιού του Βαμβακάρη ή του Γιοβάν Τσαούς όπως λέτε, μοιάζει με συνειδητή πολιτική παρέμβαση. Όταν λέτε ότι «οι καιροί το απαιτούν», ποια στοιχεία της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας σάς έκαναν να αισθανθείτε ότι αυτό το τραγούδι έπρεπε να ακουστεί ξανά τώρα;
Πέραν του διαχρονικού μείγματος κακιστοκρατίας, φαυλότητας, αυταρχισμού, διαπλοκής, πελατειακών σχέσεων, πλήρους απουσίας λογοδοσίας, υποκριτικού συντηρητισμού και προκλητικής περιφρόνησης της κοινής γνώμης που χαρακτηρίζουν την Ελληνική πολιτεία από τα χρόνια του Κωλέττη και του Μαυροκορδάτου κι εντεύθεν, βιώνουμε πλέον και την μονομερή διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου - από πλευράς άρχουσας τάξης, εννοείται – όπου το κράτος αποσύρεται σταδιακά αλλά σταθερά από τις εναπομείνασες κοινωνικές παροχές και περιορίζεται αποκλειστικά σε έναν φορολογικό, κατασταλτικό και επικοινωνιακό μηχανισμό αναδιανομής πλούτου προς όφελος ελαχίστων και εις βάρος των πολλών. Το φαινόμενο είναι πανευρωπαϊκό, ού μην και παγκόσμιο, ωστόσο η ιδιάζουσα κατάσταση της χώρας μας μετά την χρεωκοπία του 2010 την μετέτρεψε σε πεδίο δοκιμής (ή μάλλον πεδίο βολής) των παραπάνω πολιτικών διεργασιών.
- Η υπόθεση της οικογένειας Ινδαρέ έγινε αφορμή για τη διασκευή σας, ενώ μιλάτε για ένα ευρύτερο κλίμα αυταρχισμού και φαυλότητας. Ποιος είναι ο ρόλος ενός μουσικού σχήματος απέναντι στην κρατική βία και την κατάχρηση εξουσίας; Μπορεί ένα τραγούδι να λειτουργήσει ως πράξη αντίστασης ή κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια ακόμη εκτόνωση που ξεχνιέται μόλις τελειώσει;
Να σταθούμε λίγο στην υπόθεση Ινδαρέ γιατί αποτελεί κομβικό σημείο στον αυταρχικό κατήφορο: ο βάρβαρος ξυλοδαρμός μιάς οικογένειας από τις κατασταλτικές μονάδες της αστυνομίας μέσα στο ίδιο της το σπίτι, επειδή δεν επέτρεψε την είσοδό τους άνευ εντάλματος και χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια παρανομία από μέλος της οικογένειας είναι απολύτως ενδεικτική της επταετίας 2.0. που βιώνουμε. Μια μεσοαστική οικογένεια με σχετική οικονομική ευμάρεια, με κατοικία σε μια γειτονιά τουριστικοποιημένη και μάλλον απλησίαστη για τα φτωχά στρώματα αντιμετωπίζεται με ωμή βία γιατί απαίτησε τη σύννομη δράση των κατ’ εξοχήν εκπροσώπων του κράτους - σύμφωνα με την πάγια αντίληψη της οικογένειας Μητσοτάκη. Δεν μιλάμε για «άπλυτους αναρχοαριστερούς», ούτε για μετανάστες, ούτε για τσιγγάνους, δεν συνέβει στα Εξάρχεια, ούτε στον Αγιο Παντελεήμονα, ούτε στο Ζεφύρι. Όταν το κράτος ξυλοκοπεί την πάλαι ποτέ μεσαία τάξη, φαντάσου τι μεταχείριση επιφυλάσσει στους υπόλοιπους. Σαν μπάντα συντασσόμαστε με τη μακρά παράδοση που θέλει την τέχνη να στέκεται κριτικά απέναντι στην εξουσία, δεν είμαστε όμως ούτε στρατευμένοι καλλιτέχνες, ούτε πολιτικά ή κομματικά ενταγμένοι. Το έχουμε άλλωστε δει πολλές φορές το θλιβερό έργο της εξαργύρωσης επαναστατικών ενσήμων. Διαχρονικά, όταν οι ιστορικές συνθήκες το απαιτούν ασφαλώς κι ένα τραγούδι μπορεί να συμπυκνώσει το κοινωνικοπολιτικό αίτημα των καιρών, τα παραδείγματα άπειρα. Ωστόσο κανένα τραγούδι δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά που πρέπει να κάνει ο καθείς για τη βελτίωση του εαυτού του.
- Στη διασκευή συμμετέχει ο Μήτσος Πουλικάκος, μια φυσιογνωμία που συνδέει το ελληνικό underground των δεκαετιών του ’60 και του ’70 με το punk των 80s και τη σημερινή ανεξάρτητη μουσική σκηνή. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η συνάντηση γενεών;
Στον πυρήνα του μουσικού μας DNA εξέχουσα θέση έχει η υπέρβαση των στερεοτύπων και η ανάδειξη των ομοιοτήτων. Όση σημασία είχε η απόφαση να διασκευάσουμε τη "Μπασταρδοκρατία" άλλη τόση είχε να την πεί ο Μήτσος. Επιπλέον μας αρέσει κι εμάς να σπάμε στεγανά και ταμπού: όπως έχει πεί στο παρελθόν τραγούδι του Καζαντζίδη με τον δικό του τρόπο – και μάλιστα σε εποχή που σηκώθηκαν πολλά φρύδια με την απόφασή του αυτή - έτσι μπορεί να πεί καί της Γενιάς του Χάους. Και τα θέματα που θίγει η "Μπασταρδοκρατία" είναι τα ίδια με όσα έβρισκε πνιγηρά η ροκ γενιά του Μήτσου αλλά και με όσα πνίγουν τα σημερινά παιδιά.
- Υπάρχει μια υπόγεια μουσική και πολιτική παράδοση στην Ελλάδα που περνάει από χέρι σε χέρι, ακόμη κι όταν κάθε νέα γενιά πιστεύει ότι ξεκινά από το μηδέν;
Εννοείται πως υπάρχει, την επιβάλει ο ίδιος ο τόπος. Ιστορικά να το δει κάποιος, άλλες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες επικρατούν σε αχανείς ή και πεδινές χώρες, και άλλες σε χώρες με ορεινό ή κατακερματισμένο ανάγλυφο. Και οπωσδήποτε κανείς ποτέ και πουθενά δεν ξεκινά από το μηδέν, όλοι μας στηριζόμαστε στους ώμους των προηγούμενων.
- Όταν η μουσική βιομηχανία επιμένει στην ατομική προβολή, ή στο προσωπικό brand και στην αδιάκοπη παραγωγή περιεχομένου, μπορεί μια συλλογικότητα σαν τη δική σας να αποτελεί από μόνη της μια πολιτική θέση; Πόσο εύκολο είναι να διατηρεί κανείς την ανεξαρτησία του όταν το περιθώριο γίνεται κι αυτό εμπορεύσιμο προϊόν;
Κοίταξε, η όλη ιδέα των Doumani All-Stars ξεκίνησε πιο πολύ σαν ένα πείραγμα ή σαν απάντηση ή πρόταση, αν θέλεις, απέναντι σε συγκεκριμένα διανοητικά και αισθητικά στεγανά και ποτέ δεν σκεφθήκαμε πως αποτελούμε πολιτική θέση. Βέβαια στην εποχή μας που απαιτεί την πλήρη εκπόρνευση του καθενός και που βιώνουμε αυτά που προφήτευε ο Mark Stewart στους στίχους του "We Αre Αll Prostitutes", το ελάχιστο γεγονός του να προσπαθείς να παραμείνεις κατά το δυνατόν ακέραιος και πιστός στο κεντρικό αξιακό σου σύμπαν χωρίς να φιλήσεις κατουρημένες ποδιές για τα μπικικίνια και την αναγνωρισιμότητα μπορεί να εκληφθεί ως – ή και να αποτελεί όντως - πολιτική θέση. Και, ας μη γελιόμαστε, εντός του ύστερου θεαματικού καπιταλισμού το περιθώριο ήταν ανέκαθεν εμπορεύσιμο προϊόν – θυμήσου το "Cash from Chaos" του Malcolm McLaren...

