Η Αθήνα έχει αλλάξει πολύ από τότε που ο Dear Quentin άρχισε να κινείται μέσα στη νύχτα της. Άλλαξαν τα μαγαζιά, οι άνθρωποι, ο τρόπος που ακούμε μουσική, ακόμη και ο τρόπος που βγαίνουμε. Κάποια πράγματα όμως μοιάζει να έχουν μείνει ίδια: η ανάγκη να βρεθείς κάπου όπου μπορείς να ακούσεις κάτι που δεν περίμενες, να συναντήσεις ανθρώπους που ίσως δεν θα γνώριζες ποτέ αλλιώς και, για λίγες ώρες, να ξεχάσεις όλα όσα συμβαίνουν έξω από την πόρτα.
Ο Dear Quentin έχει υπάρξει κομμάτι πολλών από αυτές τις νύχτες. Από τα bars και τα clubs της Αθήνας μέχρι τις κασέτες που κάποτε έφτιαχνε για ανθρώπους, η μουσική για εκείνον δεν ήταν ποτέ απλώς μια λίστα τραγουδιών. Ήταν ένας τρόπος επικοινωνίας. Ένας τρόπος να πεις κάτι χωρίς να χρειαστεί να το εξηγήσεις. Και κάπως έτσι, μέσα στα χρόνια, ένα τραγούδι που έπαιξε μπορεί να έμεινε σε κάποιον για πάντα — ακόμη και να έγινε η αφορμή για μια πρόταση γάμου.
Σήμερα, όταν κοιτάζει πίσω, δεν χαρίζεται ιδιαίτερα στη νοσταλγία. Για τη σημερινή νυχτερινή ζωή λέει απλά πως «δεν υπάρχει», ενώ για τον τρόπο που αλλάζει η Αθήνα κρατά μια πιο επιφυλακτική ματιά. Κι όμως, μέσα στις σύντομες και συχνά αιχμηρές απαντήσεις του, υπάρχουν μνήμες, άνθρωποι, μουσικές και μια ολόκληρη εποχή που μοιάζει να μην έχει φύγει εντελώς.
Ίσως γιατί στο τέλος αυτό που μένει από μια νύχτα δεν είναι πάντα το μαγαζί ή το τραγούδι που έπαιξε. Είναι ο άνθρωπος που ήταν δίπλα σου, αυτό που ένιωσες για λίγα λεπτά και η ανάμνηση που, χρόνια μετά, μπορεί να επιστρέψει απρόσκλητη μόλις ακούσεις τις πρώτες νότες ενός τραγουδιού... Και ίσως γι’ αυτό έχει νόημα που ο Dear Quentin θα βρεθεί πίσω από τα decks στο πάρτι για τα 30 χρόνια του Avopolis. Όχι μόνο επειδή υπήρξε κομμάτι της αθηναϊκής νύχτας για δεκαετίες, αλλά γιατί συνεχίζει να θυμίζει πως η μουσική παραμένει ένας από τους πιο όμορφους τρόπους να βρεθούμε, έστω και για λίγο, στο ίδιο μέρος για τους ίδιους λόγους.

- Μεγάλωσες στο Μαρμάρι και κάποια στιγμή ήρθες στην Αθήνα αναζητώντας έναν διαφορετικό κόσμο. Θυμάσαι τι ήταν αυτό που ένιωθες ότι σου έλειπε από τον τόπο όπου μεγάλωσες και ήλπιζες να βρεις εδώ;
Το καλό μεγαλώνοντας στην επαρχία είναι ότι υποσυνείδητα «μιλάς» με την φύση. Με την θάλασσα με τους γλάρους με τον αέρα με τά συννεφα και τα αλμυρίκια με τις εποχές - την επδράση τους τη νιώθεις αργότερα. Πράγματα σου λείπουν όπου κι αν είσαι. Δεν ξέρω αν πράγματι μου έλειπε κάτι. Η φαντασία είναι ισχυρή αλλά και επικίνδυνη.
- Όταν κοιτάζεις τον νεότερο εαυτό σου, εκείνον που ήρθε στην Αθήνα και στη συνέχεια έφυγε για την Αγγλία, τι θυμάσαι περισσότερο από εκείνη την περίοδο; Την περιέργεια, την ανάγκη να φύγεις ή την επιθυμία να ανακαλύψεις ποιος μπορείς να γίνεις;
Στην Αθήνα ήρθα για συγκεκριμένο λόγο. Να περάσω στην ΑΣΚΤ και να πηγαίνω στα Εξάρχεια να πίνω μπύρες και μετά στο ‘Αλλοθι. Έκανα μαθήματα ελεύθερης ζωγραφικής για να δώσω εξετάσεις. Ήμουν 19. Υπήρχαν και 30ρηδες και πολύ μεγαλύτεροι από εμένα και εξαιρετικοί ζωγράφοι που κάθε χρόνο έδιναν εξετάσεις αλλά δεν πέρναγαν. Με ζώσαν τα φίδια γιατί δεν είχα την πολυτέλεια του χρόνου είχα και το στρατωτικό μπροστά μου. Τι άλλο μπορώ να κάνω; Γραφιστική. Οι σχολές εδώ πανάκριβες αλλά τότε όμως λόγο συνόρων/ΕΟΚ μια βαθμίδα της εκπαίδευσης σου την πλήρωνε το κράτος. Πήγα Λονδίνο. Πλήρωσα το BTEC δύο χρόνια στο London College of Printing και ΒΑ στο Camberwelll College of Arts τσάμπα. Παράλληλα έβαζα μπύρες στο Royal Festival Hall και είχα και τις πλάτες των γονιών μου. Και έτσι έφυγα. Κανένα πλάνο καμία μέθοδο. Όλα ήταν ένα ένστικτο. Ανάγκες είχα και έχω αλλά δεν τις ονομάζω ώστε όταν και άμα πραγματοποιηθούν να έχω την έκπληξη και την χαρά.
- Το όνομα Quentin προέκυψε από τον Quentin Crisp και όχι από τον Tarantino, όπως έχεις διευκρινίσει. Τι ήταν αυτό που σε συνέδεε τότε με τη φιγούρα του Crisp; Και πόσο διαφορετικός ήταν ο άνθρωπος που φορούσε εκείνο το μπλουζάκι από εκείνον που είσαι σήμερα;
“It's no good running a pig farm badly for 30 years while saying, 'Really, I was meant to be a ballet dancer.' By then, pigs will be your style.” Quentin Crisp 1975 How to have a life style. Αυτά δεν τα γράφεις και δεν τα λές εύκολα. Χρειάζεται πολύ δουλίτσα. Ο Quentin Crisp ήταν αυτόφωτος ατρόμητος και βαθιά αναρχικός με φοβερή οξυδέρκεια και αντανακλαστικά. Ποτέ δεν πείραξε κανέναν και αποδεχόταν την χλέυη. Ο Quentin Crisp έλεγε την αλήθεια του με ταπεινή δύναμη. Απόβλητος, απόκληρος, και ενάρετος. Αυτά τα στοιχεία μου κέντρισαν το ενδιαφέρον Κάι το μπλουζάκι που φορούσα το πέταξα. Πάχυνα.
- Έχεις πει ότι η περσόνα του Quentin είναι ένας τρόπος να κρύβεσαι, να παίζεις, να θυμώνεις. Τι μπορεί να εκφράσει ο Quentin που δυσκολεύεται να εκφράσει ο Κώστας; Και το αντίστροφο;
Γι’ αυτό δεν πρέπει να λες τίποτα. Τελικά δεν ξέρω αν μπορώ να κρυφτώ - και γιατί άλλωστε…Πιο πολύ τώρα αναζητώ την απάθεια - όχι με το συνήθες άτιτιουντ του κυνισμού και της απαξίωσης που ευδοκιμεί στις μέρες μας. Πολλοί βλέπουν αυτό που θέλουν οι ίδιοι να δουν και δεν έχω απαίτηση να δουν αυτό που βλέπω εγώ. Εκτίθεμαι και δεν κρατιέμαι σε καμία εικόνα. Δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο να δημιουργήσω μία “περσόνα”, είμαι περσόνα. Έτσι μου βγήκε, έκανα το “κομμάτι” μου, πέρασα όμορφα και πάει και πέρασε. Είναι οδυνηρό να προσπαθείς να κρατηθείς σε μία εικόνα σε έναν τίτλο σε έναν ρόλο. Είσαι κάτι πολύ παραπάνω από αυτό. Δεν μπορείς να πεις στα είκοσι “εγώ έτσι είμαι” ούτε στα σαράντα ούτε στα ογδόντα. Είναι άδικο. Τα λιμνάζοντα νερά προκαλούν φθορά. Τώρα άλλη πίστα.
- Πολλοί άνθρωποι περνούν τη ζωή τους προσπαθώντας να γίνουν αποδεκτοί, ενώ άλλοι προσπαθούν να ξεφύγουν από την ανάγκη της αποδοχής. Εσύ πότε σταμάτησες να σε απασχολεί τόσο πολύ το πώς σε βλέπουν οι άλλοι;
Δεν νομίζω ότι σταματάει να σε απασχολεί. Χτυπάει κόκκινο ο ναρκισσισμός. Το θέμα είναι μέσα απ’ όλο αυτό να μην αποκτηνωθείς.
- Αν η εμφάνισή μας είναι κι αυτή ένας τρόπος να αφηγηθούμε ποιοι είμαστε, τι πιστεύεις ότι έχεις πει για τον εαυτό σου μέσα από τα ρούχα, το make-up και τις μεταμορφώσεις σου, χωρίς να χρειαστεί να μιλήσεις;
“Fashion is a way of not having to decide who you are. Style is deciding who you are and being able to perpetuate it.” Quentin Crisp. Για περισσότερα ίνφο δες και το “Advanced STyle.”
- Αν σου ζητούσα να μου περιγράψεις την Αθήνα μέσα από μία νύχτα που έζησες, χωρίς να μου πεις σε ποιο μαγαζί ήσουν, ποια εικόνα θα διάλεγες;
Είναι πολλές.
- Πέρασες από χώρους όπως το Kinky, τα Seven Jokers και το Key Bar, που για πολλούς ανθρώπους ήταν κάτι περισσότερο από σημεία εξόδου. Υπάρχει κάποια ανάμνηση από εκείνα τα χρόνια που κουβαλάς ακόμη και δεν θα μπορούσε να καταγραφεί σε καμία φωτογραφία;
Αφέλεια.

- Θυμάσαι κάποιον άνθρωπο που γνώρισες σε ένα μπαρ και που, χωρίς να το περιμένεις, έγινε σημαντικό κομμάτι της ζωής σου;
Είναι πολλοί και είναι σημαντικό κομμάτι ανάμνησης.
- Έχεις πει ότι σου αρέσει να παρατηρείς τους ανθρώπους τη νύχτα και ότι έχεις δει ανθρώπους να φτάνουν σε ένα μαγαζί μέσα στην απόγνωση και, λίγο αργότερα, να διασκεδάζουν. Τι πιστεύεις ότι αναζητά πραγματικά ένας άνθρωπος όταν βγαίνει από το σπίτι του ένα βράδυ που δεν είναι καλά;
Είχα πει. Τώρα δεν ξέρω. Όλα είναι θολά, ανησυχητικά. Και εδώ και στην Ευρώπη και σ’ όλο τον κόσμο.
- Παλιά μπορούσες να ανακαλύψεις μια μουσική σκηνή μέσα από ένα μπαρ, έναν DJ ή έναν φίλο που σου έλεγε «έλα απόψε, πρέπει να ακούσεις αυτό». Πιστεύεις ότι εξακολουθούν να υπάρχουν τέτοιοι χώροι ανακάλυψης ή έχει αλλάξει ο τρόπος που συναντιόμαστε μέσα από τη μουσική;
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ!!!
- Έχεις πει ότι προτιμάς να συγκλονίσεις έναν άνθρωπο με ένα τραγούδι παρά να φτιάξεις μια ωραία διαφημιστική καταχώρηση. Θυμάσαι κάποια στιγμή που κατάλαβες ότι ένα κομμάτι που έπαιξες άγγιξε κάποιον με τρόπο που δεν μπορούσες να φανταστείς;
Θυμάμαι που ήρθε κάποιος και μου είπε ότι ένα βράδυ στο 7 Jokers τον έκανα να κάνει πρόταση γάμου στην κοπέλα του και νυν γυναίκα του.
- Έχει υπάρξει τραγούδι που έπαιξες για κάποιον συγκεκριμένο άνθρωπο, χωρίς εκείνος να γνωρίζει ότι ήταν για αυτόν; Και αν ναι, πιστεύεις ότι η μουσική μπορεί μερικές φορές να πει όσα δεν καταφέρνουμε να πούμε απευθείας;
Όχι τραγούδι αλλά ολόκληρες 60άρες TDK και 120άρες ΜAXWELL κασσέτες.Το τελευταίο που έχω παίξει για κα΄ποιον είναι το Cocktail της Nalyssa Green . Μπιουτιφουλ σονγκ.
- Υπάρχει ένα τραγούδι που, όσα χρόνια κι αν περάσουν, εξακολουθεί να σε μεταφέρει σε μια συγκεκριμένη ηλικία, σε έναν άνθρωπο ή σε μια εκδοχή του εαυτού σου που δεν υπάρχει πια;
The Smiths “Rubber Ring”
- Έχεις περιγράψει την ιδέα ενός μεγάλου, ουτοπικού πάρτι στην Αθήνα, όπου ο καθένας θα μπορούσε να πάει όπως θέλει, με θεατρικότητα, καμπαρέ και freakshows. Αν αυτό το πάρτι γινόταν αύριο, τι θα ήθελες να νιώσει κάποιος που θα περνούσε για πρώτη φορά την πόρτα του;
Δεν ξέρω πως θα ένιωθε και αν θα ένιωθε αλλά σίγουρα θα έβγαζε φωτογραφίες με το κινητό
- Πιστεύεις ότι η νυχτερινή ζωή έχει ακόμη τη δύναμη να αμφισβητεί τους κανόνες που επιβάλλει η καθημερινότητα ή έχει γίνει κι αυτή ένας χώρος όπου όλοι προσπαθούν να χωρέσουν σε μια εικόνα;
Νυχτερινή ζωή δεν υπάρχει. Περιορίστηκε σε απογευματινή και περασμένη απογευματινή. Εξαιρετικά μπαρ με εξαιρετικούς επαγγελματίες πίσω από αυτά έχουμε, ΦΠΑ έχουμε, δημοτική αστυνομία έχουμε, αλκοτέστ έχουμε. Λεφτά δεν έχουμε καλέ κύριε.
- Πολλοί άνθρωποι ανακάλυψαν μέσα από τη μουσική, το clubbing και τις παρέες τους ότι δεν ήταν μόνοι ή ότι υπήρχαν κι άλλοι που ένιωθαν όπως εκείνοι. Πιστεύεις ότι η δική σου γενιά δημιούργησε τέτοιους χώρους ή ότι κάθε γενιά πρέπει να τους διεκδικεί ξανά από την αρχή;
Δεν ξέρω δεν απαντώ.
- Όταν κοιτάζεις τη σημερινή Αθήνα, νιώθεις ότι υπάρχει περισσότερος χώρος για το διαφορετικό ή ότι απλώς μάθαμε να το προβάλλουμε περισσότερο χωρίς απαραίτητα να το αποδεχόμαστε βαθύτερα;
Χώρος υπάρχει αλλά έχεις να πεις κάτι; Έχεις ταλέντο; Δεν μιλώ για παρθενογένεση. Υπάρχουν μόνο οι δάσκαλοι και οι αριστούχοι. Έχει μια μανία ο άνθρωπος καλά και σώνει να αφήσει το στίγμα του αγνοώντας την ικανότητά τους. Νομίζω πως η δημιουργικότητα δεν έχει την απαίτηση να μοιραστεί. Αν μπορέσει να δραπετευσει και μοιραστεί έχει καλώς. Αν δεν μπορέσει πάλι καλώς. Παραμένει δικιά σου. Παραμένει στεφάνι σου. Μια θρασύτατη μαργαρίτα που φυτρώνει σε ένα πεζοδρόμιο ή σε έναν κάμπο, που δεν θα την δει ανθρώπινο μάτι δεν πάει να πει ότι χάνει την ομορφιά της. Το “είναι” της στέκεται εκεί μέσα στην ομορφιά της. Δεν μας έχει ανάγκη.
- Τι θα ήθελες να καταλάβει ένας νεότερος άνθρωπος που δεν χρειάστηκε ποτέ να κρύψει την εμφάνιση ή την ταυτότητά του, χάρη σε όσους προηγήθηκαν και άνοιξαν λίγο τον δρόμο;
Δεν νομίζω ότι είμαι ο κατάλληλος που θα υποδείξει. Παντς, όποιος θέλει βρίσκει.
- Αν μπορούσες να συναντήσεις για λίγα λεπτά τον νεότερο εαυτό σου, εκείνον που έφευγε από το Μαρμάρι για να ανακαλύψει τον κόσμο, τι θα ήθελες να του πεις;
The world is not enough.
- Αν η Αθήνα μπορούσε να σου επιστρέψει μία μόνο ανάμνηση από όλα αυτά τα χρόνια, ποια θα ήθελες να σου φέρει πίσω;
Ή να μου τις επιστρέψει όλες ή καμιά. Θα φτιάξω καινούργιες. Και αλλού.
- Και τελικά, όταν σβήσουν τα φώτα, τελειώσει η μουσική και βγάλεις την περσόνα του Quentin, τι είναι αυτό που μένει από όλα αυτά που έζησες;
Για να τελειώνουμε. Όταν σβήσουν τα φώτα θα τα ξανανάψω, και θα τα ξανασβήσω. Και θα πάω σε ένα αξιοπρεπές σκυλάδικο, και θα πάρω ένα ουίσκι, και θα κάτσω στο τραπέζι και θα το πιώ, και μετά θα πάρω ένα γαρύφαλλο από κάτω, και θα το μαδήσω πάνω μου και θα ανάψω τον αναπτήρα. Δεν θα μείνει τίποτα.










