Paul McCartney – The Boys of Dungeon Lane

Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε μεγάλου δημιουργού όπου το καινούργιο παύει να είναι ο στόχος. Η αναζήτηση υποχωρεί. Ο καλλιτέχνης γυρίζει πίσω και κοιτάζει τι έχει απομείνει για να δει τι μένει να αξίζει. Το The Boys of Dungeon Lane πέφτει ακριβώς σε αυτή τη στιγμή. Ο Paul McCartney, στα ογδόντα του, δεν γράφει για τον μύθο του. Δεν θέλει να είναι ξανά ο νεαρός του Λίβερπουλ ή ο άνθρωπος που άλλαξε την ποπ μουσική. Κάθεται δίπλα στο παράθυρο ένα βροχερό απόγευμα και αφήνει τις αναμνήσεις να περάσουν από μπροστά του. Τις παρατηρεί.

Η παραγωγή του Andrew Watt είναι διακριτική, σχεδόν διαφανής. Δεν πιέζει τον ήχο, δεν τον ντύνει με φτιασιδώματα. Ο McCartney παίζει σχεδόν τα πάντα μόνος του, όπως στο McCartney III, και το άλμπουμ κρατάει αυτή την αίσθηση προσωπικού ημερολογίου.  Είναι ιστορίες που "θέλουν" να ακουστούν.

Το "As You Lie There" ανοίγει σαν μια μικρή αφήγηση πριν πέσει η νύχτα. Η εισαγωγή είναι μισομιλημένη, η φωνή κουβαλάει τα χρόνια, και όταν μπαίνει η μπάντα, δεν είναι για θόρυβο - είναι για επαφή. Η μελωδία έχει εκείνη τη χαρακτηριστική κίνηση που ξέρεις από τον McCartney: αιωρείται για λίγο και μετά βράζει το έδαφος. Νιώθεις σαν να ανοίγει ένα παλιό συρτάρι και να σου δείχνει ό,τι έχει μέσα. Το "Days We Left Behind" είναι ίσως η καρδιά του δίσκου. Το πιάνο προχωρά αργά, οι σιωπές δουλεύουν για λογαριασμό των νοημάτων, οι στίχοι μοιάζουν με ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Ο McCartney παρουσιάζει ένα χαμένο παράδεισο - θυμάται καπνισμένα μπαρ, φτηνές κιθάρες, ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια.

Το "Mountain Top" φέρνει χρώμα και παιχνίδι: tape loops, κρουστά και harpsichord ξυπνούν τον πειραματιστή που πάντα έβλεπε το στούντιο σαν παιδική χαρά. Είναι μια μικρή έκρηξη εφευρετικότητας μέσα σε έναν διάλογο με το παρελθόν — υπενθύμιση ότι η μνήμη χρειάζεται και στιγμές παιχνιδιού. Στο "Never Know" και το "Come Inside" ξαναβρίσκουμε την πιο άμεση πλευρά του rock 'n 'roll: μπασογραμμές ευκίνητες, κιθάρες που πετάνε μικρές σπίθες, ρυθμική βάση με σώμα. Δεν υπάρχουν μεγάλες μελωδικές κορυφώσεις σαν παλιά, αλλά υπάρχει η χαρά του ανθρώπου που συνεχίζει να κάνει αυτό που αγαπά — κι αυτό αρκεί.

Η εμφάνιση του Ringo Starr στο "Home to Us" δεν είναι νοσταλγικό τρικ. Οι δύο φωνές ακούγονται σαν παλιοί φίλοι που μοιράζονται κάτι προσωπικό. Η συγκίνηση προέρχεται από την απλότητα - το κοινό βίωμα χωρίς φτιασίδια.

Το τελευταίο τμήμα του δίσκου έχει το μεγαλύτερο βάρος. Στο "Salesman Saint" ο McCartney γυρνάει στους γονείς του, στις μικρές πράξεις επιμονής που συνθέτουν μια οικογένεια. Το "Momma Gets By" είναι ίσως το πιο καθαρό τραγούδι του άλμπουμ: μια μελωδία που κυλάει χωρίς βιασύνη, ξύλινα πνευστά που ανοίγουν τον ήχο και μια φωνή γεμάτη τρυφερότητα — τρυφερότητα που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα.

Η ουσία του The Boys of Dungeon Lane δεν είναι να πείσει ότι ο McCartney είναι ο ίδιος που έγραψε τα "Penny Lane" ή το "Maybe I'm Amazed". Είναι η αποδοχή ότι ο χρόνος αλλάζει τη φωνή, την ενέργεια και τον τρόπο που θυμούμαστε. Το αποτέλεσμα μοιάζει με έναν περίπατο στους δρόμους του Λίβερπουλ λίγο πριν σβήσει το φως: σκιές που μακραίνουν, πρόσωπα που εμφανίζονται και χάνονται. Ο McCartney δεν προσπαθεί να τις σταματήσει. Τις παρατηρεί και τις μετατρέπει σε μουσική. Και σε μια εποχή που η pop λατρεύει τη νεότητα, αυτό το άλμπουμ θυμίζει κάτι πιο ανθρώπινο: η μνήμη μπορεί να γίνει δημιουργία και η ηλικία, όταν είναι ειλικρινής, έχει τη δική της μελωδία.

Εσένα, τι σου έφερε στο μυαλό αυτός ο δίσκος;

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured