Full Metal Bracket: 4 extreme metal δίσκοι του Ιουνίου

Devilmoon – Infatuation 

Εμπρός πίσω! Οι Devilmoon από το Τέξας εμφανίζονται από το πουθενά με το Infatuation για να προσφέρουν ακριβώς το αντίθετο από την σύγχρονη αμερικανική black / death metal σκηνή. Το μυστικό τους κρύβεται στο proto-extreme metal worship. Ένα βάρβαρο σαμποτάζ στη μανιέρα της μουσικής βιομηχανίας. Στις περιορισμένες αναφορές που βρήκα για τον δίσκο στον όμορφο κόσμο του internet, έχει αρχίσει να προκαλεί ακριβώς τους κραδασμούς που χρειαζόταν το underground και προσωπικά με έχει αφήσει με το στόμα ανοιχτό προσπαθώντας να καταλάβω αν πρόκειται για κάποια χαμένη, ξεχασμένη ηχογράφηση των mid-80s ή για μια συνειδητή προβοκάτσια στο κατεστημένο. Ο δίσκος ανοίγει με το "Bearing The Brand" και ξεκινά να πυροβολεί ακατάπαυστα με το καλημέρα, για μόλις ενάμιση λεπτό ασταμάτητου grindcoreίζοντος πόνου.

Το "Under the Devilmoon" είναι όμως εκείνο που κουβαλά πάνω του όλο το DNA του Infatuation. Οι Devilmoon παίρνουν τη νοσηρή ρυθμικότητα των Hellhammer και των πρώιμων Celtic Frost, τη συνδυάζουν με μια πρωτόγονη πάνκικη ala Venom ματιά, και όλα αυτά μέσα από ένα ισοπεδωτικό caveman φίλτρο της σχολής των Blasphemy. Το αποτέλεσμα είναι ένας ήχος τόσο πρωτόλειος και ακατέργαστος, που μοιάζει να ηχογραφήθηκε σε υπόγειο καταφύγιο Πρώτου Παγκοσμίου. 

Μετά από ένα σύντομο intro που μας ετοιμάζει για σφαγή, το άτυπο side B ξεκινά με "Malenceinte". Ο εξαιρετικά αρρωστημένος του τίτλος που παραπέμπει σε μολυσμένη εγκυμοσύνη και η αλληλουχία από riffs και blasts σφυροκοπούν τους λοβούς μου ανελέητα. Το Bathoryκό "Sarcophagal Chains" από την άλλη μετά το σκοτεινό του intro έρχεται ως η πιο catchy σύνθεση μέσα στο Infatuation.  

Η τελική ευθεία με τα "Sorted for Slaughter" και "Laceration Force" εγγυάται ότι ο ορυμαγδός καλά κρατεί με δύο certified hood classics, που ναι μεν έχουν αρκετά χαμηλότερους ρυθμούς αλλά σε ένα πακέτο μοχθηρό και πρωτόγονο που πατάει ευλαβικά πάνω στη γραμμή αίματος που χάραξαν οι Celtic Frost, οι Bathory και οι Sarcófago. Όσο βρώμικο και όσο ζωφερό χρειάζεται το underground σήμερα για να ξυπνήσει από τον λήθαργο της ψηφιακής τελειότητας. Το Infatuation είναι ένας δίσκος φτιαγμένος από ανθρώπους που προτιμούν να φτύσουν πάνω στους τάφους του μοντερνισμού παρά να συμβιβαστούν. Δυστυχώς ακόμα ο δίσκος έχει κάτω από 1000 προβολές ανά τραγούδι στο Spotify και κάτω από 100 στο Youtube, και πιθανότατα οι 10 εξ αυτών δικές μου. Οι Devilmoon όμως δεν ήρθαν για να μαζέψουν νούμερα, αλλά για να μας υπενθυμίσουν ότι το extreme metal γεννήθηκε στα υπόγεια και εκεί παραμένει η καρδιά του. 

Together With The Stars – Iridescence 

Αν το Infatuation είναι η απόλυτη επιστροφή στη βαρβαρότητα, το Iridescence είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Οι Together To the Stars έρχονται να μας πετάξουν στο ακριβώς αντίθετο άκρο του αισθητικού φάσματος.  Ας είμαστε ειλικρινείς. Αν δεις το τελείως unassuming, παστέλ ροζ εξώφυλλο του Iridescence στο feed σου, το πρώτο πράγμα που θα σκεφτείς απέχει πολλά χιλιόμετρα από το : «να ένας black metal δίσκος». Είναι το απόλυτο οπτικό φίλτρο. Ζούμε στο 2026, και όμως η μεταλλική κοινότητα εξακολουθεί να κουβαλάει μια βαθιά ριζωμένη, σχεδόν παιδική προκατάληψη απέναντι στα χρώματα. O "ιριδισμός" περιγράφει ένα φαινόμενο όπου η επιφάνεια αλλάζει χρώματα ανάλογα με το φως και τη γωνία παρατήρησης. Όπως δηλαδή η οπτική του ακροατή στον δίσκο αλλάζει αναλόγως σε ποιο φάσμα του ακραίου ήχου βρίσκεται. Οι trve kvlt ελιτιστές μπαμπουίνοι θα το προσπεράσουν αφρίζοντας, ενώ οι ανυποψίαστοι hipsters θα πέσουν μέσα νομίζοντας ότι θα ακούσουν indie με μερικές τσιρίδες στο βάθος για τα vibes νομίζοντας πως βρήκαν το soundtrack για να συνοδεύσουν τον χαλαρό απογευματινό καφέ, ώστε να βρεθούν λίγα δευτερόλεπτα μετά αντιμέτωποι με μια συναισθηματική χιονοστιβάδα. Και οι δύο θα κάνουν το μεγαλύτερο λάθος της χρονιάς. 

Η εισαγωγή του δίσκου θέτει αμέσως το αισθητικό πλαίσιο. Το "Ichor" ξεκινά σχεδόν ονειρικά, όμως πολύ γρήγορα μετατρέπεται σε μια καταιγίδα από tremolo riffs. Αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο και λατρεύω είναι ο τρόπος με τον οποίο οι TTTS χρησιμοποιούν την μελωδία σε συνδυασμό με το βάρος του black metal. Η ερμηνεία του Rönnberg είναι γεμάτη συναίσθημα και υπερβολή και μεταδίδει εκπληκτικά τον υπαρξιακό πόνο των στίχων. 

«I carry the weight of the world

With the abyss below me

I have been falling for a lifetime

With a lifetime of nothingness above »

Το "Mourner" είναι ακόμα πιο άμεσο και αυξάνει αρκετά τις ταχύτητες. Ακόμα πιο black metal, ακόμα περισσότερα blasts και ακόμα περισσότερος πόνος. Είναι φοβερή η αντίθεση ανάμεσα στη βία της μουσικής και στις λυρικές μελωδίες ανάμεσα στα ξεσπάσματα, όπως στο "Malachite" που ακολουθεί. 

Το "Som en Glödande Krona" είναι ένα λυτρωτικό masterpiece που περνά από όλο το φάσμα της έντασης και του συναισθηματισμού, με συνεχείς κορυφώσεις, πάρα πολλές διαφορετικές μελωδίες, υφές και riffs. Ομοίως το "Pale Aster" ακολουθεί με ένα κινηματογραφικό σεμινάριο shoegaze. Κάθε επιστροφή ενός θέματος αποκτά νέο νόημα χάρη στις μικρές αλλαγές στις αρμονίες και στη δυναμική ενώ το καταληκτικό μέρος του τραγουδιού πριν αφεθεί στο ακουστικό μέρος είναι από τις πιο καθαρτικές στιγμές του δίσκου. 

Η μεγάλη νίκη του Iridescence κρύβεται στο γεγονός πως οι Together To The Stars αρνούνται την εύκολο οδό. Το post-black metal των ημερών μας έχει καταντήσει μια τεμπέλικη μανιέρα. Οι περισσότερες μπάντες κρύβουν την πνευματική τους ένδεια πίσω από έναν ωκεανό από delays  και ατμόσφαιρα της σειράς. Αυτό που ξεχνάνε όμως είναι πως να λειτουργήσει το post-black metal, πρώτα πρέπει να υπάρχει το metal, και μετά το black metal. Ακόμα και στο κλείσιμο, με το "Panopticon" οι κιθάρες είναι το Α και το Ω. Riffs πάνω σε riffs και ασταμάτητα blasts συντελούν το κλείσιμο ενός δίσκου που ακούγεται τόσο επιβλητικός, τόσο ανθρώπινος και ό,τι καλύτερο έχουν γράψει ποτέ. Ακριβώς επειδή υπάρχει πραγματικό «κρέας» στις συνθέσεις, υπάρχουν θέματα, υπάρχει δομή και μια στιβαρή ραχοκοκαλιά.  Αν και η σύγκριση είναι αναπόφευκτη λόγω του χρωματικού σοκ, δεν έχουμε να κάνουμε με μια στείρα αντιγραφή του Sunbather, αλλά για μια μπάντα που κατάλαβε πολύ καλά το μάθημά από τους δασκάλους του είδους. Άλλωστε, και οι ίδιοι οι Deafheaven απέδειξαν με τη μοναδική δισκάρα που έβγαλαν πέρυσι (περισσότερα εδώ) ότι το είδος έχει ακόμα βαθιές ρίζες και μπορεί να προσφέρει πολύ όμορφα πράγματα όταν ξέρεις να γράφεις και δεν έχεις κρύψει την κιθάρα στο πατάρι. Μια ζωντανή απόδειξη ότι ο ακραίος ήχος μπορεί να είναι εξεζητημένος χωρίς να χάνει τα @@ του. 

Warning – Rituals of Shame

Warning επέστρεψαν. Κάτι που αν μου το έλεγες τέτοιο καιρό πέρυσι θα μου ακουγόταν σαν κακοστημένη φάρσα. Είκοσι χρόνια μετά το μνημειώδες Watching from a Distance, τον δίσκο που αποτέλεσε την απόλυτη βίβλο του σύγχρονου doom metal ο Patrick Walker αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή του και να επαναφέρει από τους νεκρούς αυτήν την πληγή που τελικά δεν έκλεισε ποτέ. Σε ακούω να γκρινιάζεις πως δεν είναι extreme metal, και τι δουλειά έχει σε μια τέτοια λίστα; Ακούω την σύγχισή σου, όμως θέλω να σου κάνω μια ερώτηση. Υπάρχει κάτι πιο ακραίο από το να βιώνεις μια κατάθεση ψυχής και απέραντου πόνου από τον απόλυτο μάστορα του είδους; Ρητορική ερώτηση, καθώς η απάντηση είναι όχι. 

Το Rituals of Shame είναι εδώ, και είναι ένα πολιτισμικό γεγονός για μια σκηνή και μια γενιά που έμαθε να μετράει αυτές τις πληγές με τις λιγοστές νότες των Warning. Για να καταλάβει κανείς που δεν γνωρίζει, το μέγεθος του σοκ που μου προκάλεσε η ανακοίνωση, και φυσικά η κυκλοφορία της 19ης του Ιούνη, ίσως χρειαστεί να γυρίσουμε το ρολόι κάποια έτη πίσω. Όταν οι Warning κυκλοφόρησαν το Watching from a Distance, δημιούργησαν μια σχολή. Μέχρι τότε, το μεγαλύτερο μέρος του doom metal ή ήταν επικό και θεατρικό ή ήταν βουτηγμένο στους death/doom βάλτους της αγγλικής τριάδας (Paradise Lost, My Dying Bride, Anathema), ή κάτι ανάμεσα (δηλαδή η ίδια τριάδα αλλά στα μετέπειτα χρόνια). 

Ο Patrick Walker έκανε κάτι πιο τρομακτικό. Αφαίρεσε κάθε προσωπείο. Κατήργησε τους δαίμονες, τις μάγισσες και τα γοτθικά κάστρα, και έβαλε στη θέση τους τον καθημερινό, διαλυμένο άνθρωπο. Αυτή η γεμάτη απόγνωση φωνή του, που χάρει της βαθιάς του συγκίνησης κάθε φορά που έπιανε το μικρόφωνο φλέρταρε στα όρια του φάλτσου, έγινε η φωνή του απέραντου ανθρώπινου πόνου. Και μετά… η σιωπή. Ο Walker ίδρυσε τους 40 Watt Sun και μετατόπισε τον πόνο του σε πιο alt, slowcore μονοπάτια και όλοι θεωρήσαμε πως το κεφάλαιο Warning έκλεισε οριστικά. Όμως ορισμένοι λογαριασμοί με το παρελθόν δεν κλείνουν ποτέ. Το σκοτάδι απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή. 

Το ομώνυμο κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο είναι ένας πραγματικός γολγοθάς 13 λεπτών και πιθανότατα ό,τι βαρύτερο έγραψε ο Walker από την εποχή του "Footprints".  Ξεκινά με ένα μονολιθικό, επαναλαμβανόμενο riff που αρνείται να αλλάξει για το πρώτα τουλάχιστον λεπτό πριν εισαχθεί ο ανατριχιαστικός, σπαρακτικός θρήνος που είχαμε λατρέψει. Μια φωνή τόσο αγνή και μελοδραματική που θα ξεχώριζε και από το διάστημα. To "Stations" ήταν το πρώτο single μέσα από τον νέο δίσκο, και ο καλύτερος τρόπος να δηλώσεις την επιστροφή σου. Ένα επίπονο ταξίδι 9 λεπτών από όλους τους σταθμούς του μαρτυρίου και της μιζέριας. Το πιο υπνωτικό κομμάτι σε ολόκληρο το Rituals of Shame, και νομίζω πως μετά από όλες τις ακροάσεις, το αγαπημένο μου. 

Δυστυχώς το "Night Comes Down" δεν είναι κάποια διασκευή σε Judas Priest, αν και πολύ θα ήθελα να δω το interpretation των Warning σε κάτι τέτοιο. Ίσως σε κάποιο άλλο σύμπαν. Σε αυτό, έχουμε ένα μανιφέστο αυτοτιμωρίας εκείνες τις ώρες της νύχτας που οι άμυνες του μυαλού καταρρέουν. Μουσικά, ο δίσκος είναι άλλος ένας θρίαμβος του μινιμαλισμού. Τα riffs του είναι μακρόσυρτα, χτισμένα πάνω σε modal κλίμακες και μου προκαλούν ακριβώς όπως και τότε την ίδια αίσθηση ατέρμονης πτώσης. Η διαφορά είναι πως σήμερα έχουν έναν μεγαλύτερο και πιο τραχύ όγκο, κυρίως λόγω της παραγωγής του Fullard, με τον οποίο είχε ξανασυνεργαστεί στους 40 Watt Sun. Επίσης οι ανοιχτές χορδές δημιουργούν ένα τείχος ήχου που το αισθάνομαι σαν βαρίδι στο στήθος. Το μπάσο και τα τύμπανα λειτουργούν σαν τον καρδιακό παλμό ενός μελοθάνατου. Στα τύμπανα του Andy Prestidge τα fills είναι σπάνια και η ρυθμική βάση αρνείται πεισματικά να τρέξει πέρα από το όριο ταχύτητας εντός πόλεως. 

Το "Landing Lights" είναι το μικρότερο σε διάρκεια κομμάτι του δίσκου, αλλά παράλληλα το πιο συμπαγές και άμεσο. Περιγράφει την ανάγκη του ανθρώπου να βρει ένα σημείο αναφοράς, ένα φως που θα τον οδηγήσει στην ασφάλεια μέσα στην καταιγίδα. Στο σύμπαν των Warning, ωστόσο, αυτά τα φώτα απλώς αναδεικνύουν τα συντρίμμια. Ο μεγάλος επίλογος έρχεται με το "Teacher". Μια επιστροφή στο απόλυτο, παραδοσιακό doom. Το tempo είναι απελπιστικά αργό, με ελάχιστα πιο φωτεινούς τόνους και ένα τρομερό performance και έλεγχο φωνής από τον Walker στις φωνητικές γραμμές. Μπορεί η Αγγλία να μην έχει πολλά ψωμιά στο μουντιάλ, ο Patrick Walker όμως επέστρεψε στο σπίτι του. Το Watching From A Distance ήταν ένας δίσκος για την απώλεια. Το Rituals of Shame είναι ένας δίσκος για τις καθημερινές τελετουργίες των κοινωνικών προσταγών. Τις καθημερινές, επαναλαμβανόμενες διαδικασίες αυτοτιμωρίας στις οποίες υποβάλλεται το άτομο που νιώθει ανεπαρκές. Είναι οι σκέψεις πριν τον ύπνο. Οι εμμονές με τα λάθη του παρελθόντος. Σε μια εποχή που όλοι είναι υποχρεωμένοι να επιδεικνύουν μια τέλεια, αψεγάδιαστη και επιτυχημένη ζωή στα ψηφιακά προφίλ τους, η ντροπή της αποτυχίας γίνεται το μεγαλύτερο ταμπού. Δεν υπάρχει τίποτα πιο βίαιο από το να πρέπει να απολογηθείς για την ίδια σου την ύπαρξη. Περιττό να πούμε πως θα τους δούμε στην Αθήνα στις 13 του Νοέμβρη έτσι; Παρασκευή πέφτει, mark the date. 

Saidan – Fangdriller: Scars Beneath Memory's Wrist

Την ίδια μέρα με τους Warning, σε μια πλήρη αλλαγή ύφους και κατεύθυνσης, οι Saidan κυκλοφόρησαν το τέταρτο κατά σειρά πλήρες άλμπουμ τους. Το Fangdriller: Scars Beneath Memory's Wrist αποτελεί ένα ολοκληρωμένο concept άλμπουμ και ένα νέο κεφάλαιο στην ευρύτερη μυθολογία που συνδέει όλες τις κυκλοφορίες τους από το 2020 μέχρι σήμερα. Αν και αρχικά το project έμοιαζε να εμπνέεται αποσπασματικά από διάφορες ιστορίες τρόμου, πλέον είναι αρκετά ξεκάθαρο πως όλοι οι δίσκοι βρίσκονται στο ίδιο θεματικό σύμπαν και εξυπηρετούν ένα ευρύτερο concept. Το Jigoku (η Κόλαση ντε!) μας εισάγει στις θεμελιώδεις έννοιες της τιμωρίας και εξερευνά τα βάραθρα του κάτω κόσμου. Ο ήχος ήταν πολύ πιο τραχύς από αυτό που λαμβάνουμε τα τελευταία χρόνια, και σίγουρα πιο κοντά στο raw black metal κάτω από την οποία ομπρέλα διαφημίζονταν. 

Στο Onryō II: Her Spirit Eternal το concept μεταφέρεται στον κόσμο των ζωντανών μέσω των Onryō, δηλαδή των πνευμάτων της εκδίκησης του Ιαπωνικού φολκλόρ. Στον τρίτο δίσκο, Visual Kill: The Blossoming of Psychotic Depravity προσγειώνουν το concept από το μεταφυσικό στον σκληρό, γήινο ψυχολογικό τρόμο, όμως με την μουσική να ακολουθεί μια αρκετά πιο μελωδική προσέγγιση, μέσω της νοσηρής ιστορίας της ζωής και μεταθανάτιας κατάστασης μιας νεαρής μαθήτριας. Είναι η πρώτη φορά που τους ακούμε σε ένα ύφος αρκετά πιο κοντά σε anime theme (θου Κύριε, όμως είναι πραγματικά πολύ καλό).  

Ο φετινός δίσκος έρχεται να κλείσει τον κύκλο, ή μάλλον να τον ανοίξει ακόμα πιο διάπλατα, καθώς είναι ένα direct prequel στην ιστορία της μαθήτριας που πλέον έχει όνομα: Junko. Το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας βρίσκεται βυθισμένη στην απόλυτη απομόνωση, μίλια μακριά από τους ανθρώπους που αγαπά και το οικείο της περιβάλλον. Εδώ μαθαίνουμε τι συνέβη πριν την ψυχική της κατάρρευση, τις πνευματικές ουλές και το πώς η ευάλωτη Junko έπεσε θύμα μιας μακάβριας, αιμοδιψούς αίρεσης με το όνομα Ethereal Blood.

Το Fangdriller είναι η μουσική επένδυση αυτού του ψυχολογικού ακρωτηριασμού. Θα έλεγα πως είναι καλύτερο από το 99% των anime, αλλά θα επιλέγω να μην ακολουθήσω τον δρόμο της προβοκάτσιας. Μουσικά, ο δίσκος αποτελεί την πιο καθαρή και επαγγελματική δουλειά τους, όμως σίγουρα σε πολύ μεγάλο βαθμό θυσιάζει τη raw black metal ταυτότητά τους. Ο ίδιος ο Splatterpvnk είναι και πάλι πίσω από τη μίξη, και πραγματικά έχει κάνει θαύματα. Τόσο τα riffs, που πρωταγωνιστούν, όσο τα φωνητικά και τα drums ακούγονται κρυστάλλινα και οργανικά. 

Στο εναρκτήριο "Razorblade Temptation"  παραδίδει ένα masterclass στο πώς να παντρεύει την ωμότητα με έναν αρκετά προσβάσιμο ήχο. Το βασικό riff είναι μελωδικό και up-tempo με μια θριαμβευτική μελωδία. Για αυτό και η μετάβαση στο "Rapture (I'll Wait for You)", ένα πιο μελαγχολικό έπος, γίνεται τόσο ενδιαφέρουσα. 

Οι power metal επιρροές είναι πολύ εμφανείς στο "Immersed by Eternity's Blade", και μπορώ πολύ εύκολα να καταλάβω γιατί το επέλεξαν για single. Μιλώντας για single, νομίζω δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από το "Kara No Bara". Με ένα βασικό riff βγαλμένο από τα πιο υγρά όνειρα των Ensiferum είναι πιο catchy και από τον COVID πριν την ανοσία της αγέλης. 

To "Etherial Blood" είναι το προσωπικό μου αγαπημένο κομμάτι στο δίσκο, και το πιο κοντινό σε ωμό black metal, όμως με τις μοναδικές πινελιές των ύστερων Saidan. O δίσκος κλείνει με τον όλεθρο του "Beat to Death", με τους στίχους να αντικατοπτρίζουν την ίδια ακριβώς βία πριν το eerie, σαν από found footage horror κλείσιμο με το "Mortuary". Ο δίσκος τελειώνει με τη Junko να παραδίδεται στη μοίρα της, συνδέοντας έτσι τέλεια την αλυσίδα με το Visual Kill και τελικά με το Onryō II όπου η ψυχή της επιστρέφει ως εκδικητικό πνεύμα.  Αν κάποιος προσπαθήσει να περιγράψει τον ήχο των Saidan σε έναν αμύητο, πιθανότατα θα ακουστεί παράλογος. Ας πούμε πως παίρνουμε τους Moonlight Sorcery και τους Dissection και τους βάζουμε να τρακάρουν μετωπικά με τους Dir En Grey και το soundtrack μιας ταινίας του Takashi Miike (για τους μύστες αναγνώστες). Δηλαδή, ό,τι πιο άχαστο για να ακούσετε το 2026, σε όποιο μέρος του spectrum και αν ανήκετε. 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured