Ο David Stroughter ήταν o τραγουδιστής των υποτιμημένων Majesty Crush, μιας μπάντας που σήμερα αναγνωρίζεται ως μία από τις πιο πρωτοποριακές εκφράσεις του αμερικανικού shoegaze. Το 2017, στη διάρκεια μιας ψυχωτικής κρίσης, πυροβολήθηκε από αστυνομικό στο Λος Άντζελες και αυτό ήταν το τέλος μιας διαδρομής που είχε ήδη εγκαταλειφθεί από ένα σύστημα το οποίο γνώριζε καλά πώς μπορούσε να εκμεταλλεύεται το ταλέντο, αλλά όχι πώς να προστατεύει τον άνθρωπο. Η σύνδεση του David Stroughter με την Kelela βρίσκεται στην ίδια τη θεματική του new avatar. Η Kelela έχει δηλώσει ότι έγραψε τον δίσκο για όλους εκείνους τους μαύρους ακροατές που μεγάλωσαν αγαπώντας το hardcore, το shoegaze ή το alternative rock, αλλά ένιωθαν πως δεν ανήκαν πραγματικά σε αυτούς τους χώρους. Η ιστορία του Stroughter, ενός χαρισματικού μαύρου frontman που πάλεψε να υπάρξει σε μια σκηνή διαμορφωμένη κυρίως από λευκά στερεότυπα, γίνεται έτσι ένα ισχυρό παράδειγμα των αποκλεισμών, του ρατσισμού και της έλλειψης υποστήριξης που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τη μουσική βιομηχανία.
Και, πραγματικά, είναι δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς αυτή την ιστορία ακούγοντας το new avatar, τον τρίτο δίσκο της Kelela. Όχι γιατί αναφέρεται ευθέως στον Stroughter, αλλά γιατί μοιάζει να συνομιλεί με όλους εκείνους τους μαύρους δημιουργούς που έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύουν ότι έχουν δικαίωμα να βρίσκονται σε χώρους που κάποιοι είχαν ήδη χαρακτηρίσει «λευκούς». Επίσης, για την Kelela, η κιθάρα δεν είναι μια αισθητική επιλογή, αλλά μια πολιτική πράξη. Μια υπενθύμιση ότι η ιστορία του ηλεκτρικού ήχου ξεκινά από τη μαύρη μουσική, πολύ πριν το rock αποκτήσει το χρώμα που του απέδωσε η αγορά.
Αν το Raven ήταν ένας νυχτερινός οργανισμός, ένας δίσκος που έλιωνε τα όρια ανάμεσα στον έρωτα, το σώμα και την κίνηση, το new avatar μοιάζει να ξυπνά λίγες ώρες αργότερα. Το φως έχει επιστρέψει, αλλά δεν προσφέρει καμία ανακούφιση. Οι δρόμοι είναι άδειοι, οι πολυκατοικίες σιωπηλές και τα παράθυρα φωτίζονται από τηλεοράσεις που κανείς δεν τις παρακολουθεί στ' αλήθεια. Είναι ένας αστικός δίσκος, γεμάτος τσιμέντο, μέταλλο και γυάλινες αντανακλάσεις. Είναι ίσως η πιο ροκ δουλειά που έχει κάνει ποτέ η Kelela, χωρίς να είναι ποτέ πραγματικά rock. Οι κιθάρες δεν εισβάλλουν θορυβωδώς ούτε διεκδικούν πρωταγωνιστικό ρόλο. Εμφανίζονται σαν σκιές. Σαν αναμνήσεις από grunge δωμάτια, shoegaze πετάλια, dream pop ομίχλες και alternative παιδικά χρόνια που ποτέ δεν χωρούσαν στις ταμπέλες της μουσικής βιομηχανίας. Η ίδια έχει μιλήσει για το φαινόμενο του «sonic racism», την ιδέα ότι ακόμη και οι ήχοι ταξινομούνται φυλετικά. Το new avatar λειτουργεί σαν μια ήρεμη αλλά αδιαπραγμάτευτη άρνηση αυτής της λογικής.
Δεν υπάρχει καμία διάθεση εντυπωσιασμού. Η Kelela εξακολουθεί να τραγουδά σχεδόν ψιθυριστά, σαν να φοβάται μήπως η υπερβολική ένταση διακόψει τη συνομιλία με τον ίδιο της τον εαυτό. Το "retaliation lullaby" ανοίγει έναν κόσμο από βροχή, κιθάρες και υπόγεια μπάσα, όπου η ερωτική αποξένωση μετατρέπεται σε κλιματικό φαινόμενο. Το "point blank" διαλύει τα house beats μέχρι να ακούγονται σαν αναμνήσεις ενός rave που συνέβη πριν από πολλά χρόνια, ενώ το "goin down" μοιάζει σαν κάποιος να επιβράδυνε έναν δίσκο του Prince μέχρι να αποκαλυφθεί ο πυρήνας της μελαγχολίας του.
Η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του δίσκου βρίσκεται ακριβώς στις αντιφάσεις του. Το shoegaze υπάρχει παντού, αλλά σχεδόν ποτέ δεν ακούγεται ως shoegaze. Το trip-hop εμφανίζεται σαν σκιά. Το UK garage θυμίζει Burial χωρίς να τον αντιγράφει. Ακόμη και οι πιο ηλεκτρονικές στιγμές, όπως το υποβλητικό "don't piss me off", κουβαλούν μια σχεδόν μεταφυσική αίσθηση κενού, σαν οι ρυθμοί να προέρχονται από έναν εγκαταλελειμμένο υπόγειο σταθμό του μετρό.
Οι τρεις σημαντικές συνεργασίες του δίσκου λειτουργούν ως διαφορετικές φωνές μέσα στην ίδια συναισθηματική αφήγηση. Στο "outta time", ο A. K. Paul είναι ο μοναδικός που αποκτά πραγματικό δικαίωμα απάντησης. Για πρώτη φορά, η άλλη πλευρά της σχέσης αποκτά μικρόφωνο, μετατρέποντας το τραγούδι σε έναν διάλογο για την κατηγορία και την ευθύνη. Η Fousheé, αντίθετα, φέρνει την πιο φωτεινή στιγμή του άλμπουμ στο υπέροχο "new life forms". Ανάμεσα σε λαμπερά synths, κιθάρες και μια σχεδόν παραθαλάσσια ατμόσφαιρα, οι δύο τραγουδίστριες φαντάζονται έναν κόσμο όπου οι εντάσεις έχουν πέσει. Είναι μια σύντομη ανάσα ελευθερίας, σχεδόν ψυχεδελική, που μοιάζει να αναδύεται μέσα από το ίδιο το Raven, πριν το new avatar μάς ξαναρίξει στις σκιές του. Στο "the bridge", η PinkPantheress λειτουργεί σαν το αντίθετο είδωλο της Kelela. Εκεί όπου η τελευταία αφήνεται στην αβεβαιότητα και στoν ιλιγγιώδη πυρετό του έρωτα, η PinkPantheress εμφανίζεται αποφασιστική, σχεδόν προστατευτική, σαν να γνωρίζει ήδη τη λύση ενός προβλήματος που η Kelela εξακολουθεί να προσπαθεί να κατανοήσει, και κάπως έτσι οι δύο φωνές συμπληρώνουν δύο διαφορετικούς τρόπους να βιώνεις την ίδια επιθυμία.
Το new avatar ίσως να μην έχει την άμεση, και σχεδόν εξωπραγματική τελειότητα του Raven. Είναι όμως ένας δίσκος πιο ανήσυχος, πιο εύθραυστος και τελικά πιο ανθρώπινος. Αναζητά την κατανόηση. Δεν χρησιμοποιεί τις κιθάρες για να γίνει «ροκ», ούτε την ηλεκτρονική μουσική για να μοιάζει σύγχρονος. Τις χρησιμοποιεί σαν γλώσσες μιας κοινής μνήμης που για δεκαετίες έμαθε να χωρίζει τη μουσική σε φυλές, ταυτότητες και στεγανά. Κάθε νέα ακρόαση αυτού του δίσκου αποκαλύπτει και μια ακόμη λεπτομέρεια κρυμμένη πίσω από τις παραμορφωμένες κιθάρες, τα θρυμματισμένα beats και τις σχεδόν αιωρούμενες ερμηνείες της. Και όταν ο δίσκος τελειώνει, δεν αφήνει πίσω του μεγάλες κορυφώσεις ή εύκολα ρεφρέν. Αφήνει κάτι πιο πολύτιμο: την αίσθηση ότι η μουσική εξακολουθεί να είναι ένας τόπος όπου οι ταυτότητες δεν χρειάζεται να απολογούνται για την ύπαρξή τους. Εκεί όπου η Kelela δεν ακολουθεί απλώς το μέλλον της R&B, αλλά το επαναπροσδιορίζει με ένα από τα καλύτερα R&B άλμπουμ της χρονιάς.










