Πριν την πρώτη φορά που βρέθηκα ενώπιον των Victory Collapse, στην ασφυκτικά γεμάτη μικρή αίθουσα του ΠΛΥΦΑ στο 2ο Αγοραφοβικό Φεστιβάλ, δεν είχα κατανοήσει πλήρως την έκταση της επίδρασής τους. Την είδα, όμως, στα ενθουσιώδη πρόσωπα όσων βρισκόταν εκεί, και την είδα ξανά όταν έπαιξαν για το Lung fanzine στην Αρχιτεκτονική. Παρά τη δεκαετή δισκογραφική απουσία τους, η υπαρξιακή νευρικότητα και η διεισδυτική κοινωνική παρατηρητικότητα της μουσικής τους έχουν αφήσει σαφή σημάδια στο εγχώριο κοινό της εναλλακτικής μουσικής.
Έτσι, μετά από μια περίοδο δημιουργικής σιωπής και αλλαγών στη σύστασή τους, η επιστροφή της Αθηναϊκής μπάντας με το άλμπουμ Non Player Characters μόνο με ενθουσιασμό μπορεί να αντιμετωπιστεί. Ο δίσκος, που κυκλοφορεί από την Inner Ear, περιλαμβάνει οκτώ «εκστατικά, ποιητικά, αναπολογητικά» κομμάτια, όπως τα περιγράφουν οι ίδιοι, τα οποία αποτυπώνουν τον σημερινό ήχο της μπάντας – που κρατά τα δυνατά της στοιχεία, αλλά τολμά να υιοθετήσει πιο μελωδικές φόρμες.
Ακούγοντας τον δίσκο, η σύνδεση με τους The Fall έρχεται σχεδόν αντανακλαστικά, εξ’ αιτίας των επαναλαμβανόμενων μοτίβων και ενός αιχμηρού, μα ταυτόχρονα λεπτού σαν καρφίτσα, σαρκασμού που διαποτίζει αισθητικά τη δουλειά αυτή. Και μάλλον, αυτή τη φορά η σύνδεση ξεπερνά την μουσική αναφορά, αλλά καθρεφτίζει μία ιστορική θηλιά. Όταν το 1976 ο Mark E. Smith σχημάτιζε το εμβληματικό μετά-πανκ σχήμα, η μεταπολεμική βιομηχανική Αγγλία κατέρρεε – οι εργατικές συνοικίες βρισκόταν σε παρακμή, η ανεργία βρισκόταν σε έξαρση και η τηλεόραση έπαιζε συνεχώς σκουπίδια. Στην Αθήνα του σήμερα, οι γειτονιές γεμίζουν έξωθεν συμφερόντων καταλύματα προσωρινής διαμονής, η εργασία γίνεται ψηφιακή, και κατανάλωση reels αυτοβελτίωσης αμφιβόλου αξιοπιστίας και συμβουλές σχέσεων από life coaches του instagram είναι καθημερινή.
Η Αθήνα γίνεται περιβάλλον όπου η καθημερινή εμπειρία οργανώνεται μέσα από τεχνολογικές διεπαφές. Η εργασία, η μετακίνηση, ακόμη και η κοινωνική επαφή αποκτούν χαρακτηριστικά συνεχούς ροής δεδομένων, με κάθε δραστηριότητα να περνά μέσα από οθόνες και συστήματα που οργανώνουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες και εμπειρίες. Η έννοια της γειτονιάς μετασχηματίζεται μέσα από πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, εφαρμογές delivery και ψηφιακούς χάρτες οι οποίοι ανανοηματοδούν την εγγύτητα και την απόσταση. Το αστικό περιβάλλον αποκτά ρυθμό που θυμίζει μηχανική επανάληψη και η ζωή μέσα σε αυτό ακολουθεί μοτίβα τα οποία παράγονται και αναπαράγονται μέσα από τεχνολογικά συστήματα, ρυθμό που μεταφράζεται στα βαριά μπάσα και τα ταλαντευόμενα φωνητικά.
Το Non Player Characters των Victory Collapse βγαίνει, λοιπόν, από μια πόλη που δεν είναι πια ούτε η Αθήνα της κρίσης ούτε η Αθήνα της “επιστροφής στην κανονικότητα”. Υπό αυτή την οπτική, ο τίτλος λειτουργεί άριστα, χωρίς να είναι μόνο μία gaming αναφορά, αλλά περισσότερο ένας κοινωνιολογικός όρος. Οι non player characters είναι οι άνθρωποι που κινούνται μέσα σε ένα σύστημα χωρίς να έχουν αυτενέργεια, υπάρχοντας στο παρασκήνιο. Ή τουλάχιστον, έτσι νιώθουν. Κι αυτό στην Αθήνα του 2026 έχει πολύ συγκεκριμένο βάρος, γιατί η πόλη σήμερα είναι γεμάτη από “ρόλους”. Το βλέπουμε στους freelancers που δουλεύουν για εταιρείες του εξωτερικού, τους σερβιτόρους και τις σερβιτόρες της τουριστικής σεζόν, τα άτομα που παρά τους μεταπτυχιακούς τους τίτλους κάνουν τρεις δουλειές για να τα βγάλουν πέρα, στους ανθρώπους που ζουν μέσα σε μια συνεχή μετάφραση της ζωής τους σε content.
Οι Victory Collapse, άλλωστε, έγραφαν ήδη πάνω σε αυτό το “αστικό νευρικό σύστημα”, όμως αυτή τη φορά αγγίζουν την εμπειρία της συνεχούς μηχανικής εκτέλεσης των καθημερινών εντολών με μια σχεδόν ψυχρή ακρίβεια, καθώς περιγράφουν μια κατάσταση όπου οι ρόλοι μοιάζουν προκαθορισμένοι και η ύπαρξη αποκτά τη μορφή συμμετοχής σε ένα σύστημα που συνεχίζει να λειτουργεί ανεξάρτητα από τη θέληση των ατόμων. Και το κάνουν αυτό μετατρέποντας αυτή τη συνθήκη σε ήχο μέσα από δομές που αποφεύγουν την κορύφωση και επιλέγουν την επανάληψη, σαν μια ζωή που δεν κορυφώνεται ποτέ αλλά παραμένει ενεργή ακόμη και όταν όλα μοιάζουν να έχουν χάσει το νόημά τους.
Ακόμη περισσότερο, το Non Player Characters λειτουργεί σαν μια καταγραφή της πόλης τη στιγμή που συμβαίνει. Η μουσική κινείται μέσα σε μοτίβα που θυμίζουν τη διαδρομή από το σπίτι στη δουλειά και πίσω, τη ροή της μετακίνησης, την αναμονή που γεμίζει τον χρόνο χωρίς να τον αλλάζει ουσιαστικά. Ξεκινώντας μελωδικά, σχεδόν διστακτικά με τα “The Abstainer” και “Near the end of our lives”, και εισάγοντας τα πλήκτρα του Βασίλη Ντζούνη που απουσίαζαν στις προηγούμενες δισκογραφικές δουλειές τους, προχωρούν στο περιελισσόμενο “Fighting Someone Else’s Depression” και στο δυναμικό βηματισμό του “Non Player Characters”. Εδώ, περίπου στη μέση του δίσκου, η ηχητική συγγένεια με τους The Fall γίνεται σαφέστερη, αλλά κορυφώνεται στο “Industry of PhDs”. Έπειτα, η post-punk ειρωνεία μετουσιώνεται στο “Theatre of the Absurd” και τις δυσοίωνες κιθάρες του, ενώ στο “Patronizer” αναδεικνύονται ίσως μεταγενέστερα στοιχεία του ιδιώματος. Το άλμπουμ ολοκληρώνεται με το “Only prisoners have time to read”, σε μια διαδρομή που αν την ακολουθήσεις με συνέπεια, θα σε εξαντλήσει συναισθηματικά, αλλά σίγουρα θα σε παρασύρει ηχητικά.
Συνολικά, η δισκογραφική επιστροφή των Victory Collapse μοιάζει να είναι ακριβώς αυτό που οι ίδιοι περιγράφουν – μια εκστατική, ποιητική, αλλά κυρίως αναπολογητική καταγραφή της, στη συγκεκριμένη συγκυρία, πραγματικότητας, με την υπερβολή της και την ασχήμια της, αλλά και με τη φωνή ενός συγκροτήματος που έχει αποδείξει πως γνωρίζει πολύ καλά πώς να μεταφράζει σε καλογραμμένα τραγούδια το σύγχρονο αστικό συναίσθημα.






