Σκέψου ότι βρίσκεσαι στη βρετανική ύπαιθρο, κάπου ανάμεσα σε έναν υγρό αγγλικό πρωινό ουρανό και σε έναν διάδρομο ξενοδοχείου που μυρίζει παλιό ξύλο, αλκοόλ και ξεχασμένες εξομολογήσεις. Κάπως έτσι το The Howler: An English Breakfast σε υποδέχεται με ένα πλατύ χαμόγελο, σε κοιτάζει ενώ σου ανοίγει την πόρτα. Σαν εκείνους τους ανθρώπους που δεν σε διώχνουν, αλλά σε αφήνουν να νιώθεις διαρκώς λίγο ξένος μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Περιφέρεσαι γύρω του όπως κάποιος που χάθηκε σε ένα ερειπωμένο κάστρο, ψάχνοντας για φως σε δωμάτια που μοιάζουν να καταπίνουν ακόμη και τον ίδιο τους τον ήχο. Αυτή, λοιπόν, είναι η μεγαλύτερη δύναμή του. Δεν θέλει να σε παρηγορήσει. Δεν θέλει να γίνει soundtrack της μοναξιάς σου για κατανάλωση σε stories και νυχτερινές διαδρομές. Σε κρατάει σε απόσταση, σχεδόν εχθρικά, μέχρι να αποφασίσεις αν έχεις πραγματικά το κουράγιο να μείνεις εκεί μέσα.
Ας ξεκινήσουμε με τα τυπικά: ο Martin Atkins είναι εκεί, κουβαλώντας το φάντασμα των Public Image Ltd. και τη διάχυτη ένταση των Killing Joke. Ο ίδιος άνθρωπος που κάποτε μετέτρεπε τον ρυθμό σε πολιτικό γεγονός, εδώ λειτουργεί σαν διαμεσολαβητής ενός πολύ πιο ύπουλου τελετουργικού. Δίπλα του, ο Mick Harris (Scorn) στήνει μια υπόγεια γεωγραφία μπάσων που αντί να εξελίσσονται, λιμνάζουν, σαν βιομηχανικό νερό που δεν εξατμίζεται ποτέ. Και έπειτα υπάρχει ο συγχωρεμένος Genesis P-Orridge, ή μάλλον η φωνή του ως ένα είδος αποσταθεροποιητικής αφήγησης: δεν εννοώ το κλισαρισμένο spoken word με τη θεατρικότητα που έχουμε συνηθίσει, αλλά ένας σχεδόν παρασιτικός ψίθυρος που εισχωρεί στο ηχητικό σώμα και το διαβρώνει από μέσα. Δεν "αφηγείται" μια ιστορία· την αποδομεί σε πραγματικό χρόνο, όπως θα έκανε ο Burroughs μετά από πολύ πρωινό καφέ και καθόλου έλεος.
Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στα μέσα των 90s, μέσα σε μια περίοδο όπου το industrial, το dub, η performance art και η DIY τρέλα έμοιαζαν να συνυπάρχουν σαν συγκάτοικοι σε κατειλημμένο κτίριο του Σικάγο. Στο Mattress Factory studio του Martin Atkins, ανάμεσα σε 8-track μηχανήματα, ADAT κασέτες και τις πρώτες απόπειρες ψηφιακής ηχογράφησης μέσω Logic, γεννήθηκε μια αλλόκοτη συνεργασία με τον Genesis P-Orridge. Η ιστορία μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική: γνωριμία στο σπίτι της Sharon Tate δίπλα στον Trent Reznor και τον Timothy Leary, αυτοσχεδιασμοί με κασέτες πάνω στη σκηνή των Pigface, ξεχασμένα spoken word κείμενα που στάλθηκαν με fax από το Brooklyn και μεγεθύνθηκαν τελευταία στιγμή σε φωτοτυπίες γεμάτες λεκέδες καφέ. Μέσα σε λίγες ώρες, η ηχογράφηση ολοκληρώθηκε, οι σελίδες πετάχτηκαν στα σκουπίδια και χρόνια αργότερα επέστρεψαν σαν φάντασμα μιας εποχής όπου η δημιουργικότητα έτρεχε πιο γρήγορα από τη μνήμη.
Τα δύο κομμάτια, συνολικά σχεδόν πενήντα λεπτά, είναι (για τον απροετοίμαστο ακροατή) να αδιαπέραστο τείχος ομοιογενείας. «Είναι όλα ίδια», μπορεί να πει κάποιος· και δεν θα έχει άδικο, απλώς θα έχει χάσει το νόημα. Γιατί εδώ το ζητούμενο δεν είναι η διαφοροποίηση, αλλά η εμμονή. Ένα dub που δεν εξελίσσεται, αλλά επιμένει. Ένα groove που δεν κορυφώνεται, αλλά κατακάθεται. Σαν να ακούς την ίδια στιγμή να επαναλαμβάνεται μέχρι να πάψει να είναι στιγμή και να γίνει περιβάλλον. Πολύ πριν ο Burial μετατρέψει την αστική μοναξιά σε ηχητική ομίχλη, πολύ πριν ο Kevin Martin (The Bug) μεταφράσει τις βιομηχανικές καταβολές σε σύγχρονο ηχητικό πόλεμο, εδώ έχουμε μια πρωτογενή εκδοχή αυτού που αργότερα θα ονομαστεί "ατμόσφαιρα". Μόνο που εδώ δεν υπάρχει καμία πρόθεση να σε παρηγορήσει. Πρόκειται για μια ατμόσφαιρα εχθρική, σχεδόν αδιάφορη για την παρουσία σου.
«Breakfast time in the underground complex near Glastonbury known locally as Amoral Castle was always a sumptuous and meticulous celebration of a previous night’s exploration of the outer limits of fixation».
Και πάνω σε αυτό το σχεδόν στατικό ηχητικό πεδίο, ο P-Orridge ξετυλίγει μια αφήγηση που μοιάζει με διεστραμμένο παραμύθι εξουσίας: βασιλικές οικογένειες, σεξ, διαστροφή, θεσμική υποκρισία. Το Amoral Castle λειτουργεί σαν μεταφορά που δεν κουράζεται να δείχνει προς το προφανές, και αυτό είναι ίσως και το πιο ανησυχητικό. Γιατί ακούγοντας σήμερα το κείμενο, δύσκολα αποφεύγεις τη σκέψη ότι η "σάτιρα" δεν ήταν ποτέ υπερβολή, αλλά απλώς πρώιμη διάγνωση.
«Blessed are the distinctly alien, for they shall inherit the earth».
Ο λαός υπάρχει μόνο ως σκιά, μια μάζα που παρακολουθεί χωρίς φωνή, και κάπου εκεί, οι καλλιτέχνες στέκονται απέναντί του, όχι ως επαναστάτες αλλά ως μάρτυρες, ημι-ανίσχυροι, ημι-συνένοχοι. Αυτό είναι το πραγματικό δηλητήριο του The Howler, δεν προσφέρει κάθαρση, δεν υπόσχεται ανατροπή. Καταγράφει απλώς την παρακμή σαν μια διαδικασία τόσο αργή που καταντά φυσιολογική. Αισθητικά, το έργο λειτουργεί σαν το Crystal World του J.G. Ballard με ήχο: ο χρόνος δεν προχωρά, κρυσταλλώνεται. Οι ιδέες δεν αναπτύσσονται, επαναλαμβάνονται μέχρι να χάσουν τη φόρμα τους. Δεν είναι "μουσική για να ακούσεις και να διασκεδάσεις ή να χορέψεις", αλλά ένας χώρος για να χαθείς ή να αποχωρήσεις. Και εδώ βρίσκεται η ειρωνεία: αυτό που κάποτε ήταν ένα σχεδόν εσωτερικό μυστικό ενός διπλού CD των Pigface, επανέρχεται σήμερα σαν εύρημα. Όχι, φυσικά, επειδή "αντέχει στον χρόνο", αλλά επειδή ο χρόνος μοιάζει να έχει έρθει προς το μέρος του. Σαν να μην μετακινήθηκε ποτέ.
Αν ψάχνεις κάτι να σε συνεπάρει, προσπέρασέ το. Αν ψάχνεις κάτι να σε διαβρώσει αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, τότε το The Howler: An English Breakfast δεν είναι απλώς μια συνηθισμένη ακρόαση, αλλά περισσότερο είναι συνθήκη. Και, όπως κάθε συνθήκη, δεν είναι για όλους. Ευτυχώς...






