Οι Cola είναι ένα post-punk/art-rock τρίο από το Μόντρεαλ που δημιουργήθηκε το 2021 από τους Tim Darcy (φωνή, κιθάρα) και Ben Stidworthy, πρώην μέλη των Ought, μαζί με τον drummer Evan Cartwright, γνωστό από τη συμμετοχή του στους U.S. Girls και The Weather Station. Ξεκινώντας ουσιαστικά ως μια φυσική συνέχεια της δημιουργικής χημείας που υπήρχε ήδη στα τελευταία χρόνια των Ought, οι Cola διαμόρφωσαν γρήγορα μια δική τους ταυτότητα, βασισμένη σε πιο λιτές αλλά υπνωτικές κιθαριστικές γραμμές, νευρικούς post-punk ρυθμούς και μια σχεδόν μινιμαλιστική προσέγγιση στις ενορχηστρώσεις. Ο ήχος τους αντλεί στοιχεία από το angular post-punk και την art-rock παράδοση των θρυλικών labels Dischord και SST, χωρίς να εγκλωβίζεται ποτέ σε μια καθαρή αναβίωση. Με μόνο μία κιθάρα, ένα μπάσο και drums, οι Cola χτίζουν κομμάτια που μοιάζουν ταυτόχρονα αυστηρά και συναισθηματικά εύθραυστα, αφήνοντας χώρο στις μελωδίες, στις λεπτομέρειες και στις υπόγειες εντάσεις να αναπνέουν αργά μέσα στον αστικό θόρυβο.
Ο τίτλος του νέου άλμπουμ Cost of Living Adjustment (Η αναπροσαρμογή της επιβίωσης) ακούγεται σαν κάτι ψυχρό, γραφειοκρατικό, σχεδόν μετα-ανθρώπινο, μια φράση φωτισμένη από ξεχασμένη CRT οθόνη σε δημόσια υπηρεσία κάπου στα late ‘90s. Κι όμως, κάτω από αυτή τη μουντή επιφάνεια, κρύβεται ο πιο θερμός, ανοιχτός και παράξενα φωτεινός δίσκος που έχουν δημιουργήσει οι Cola μέχρι σήμερα.
Το τρίο εξακολουθεί να κινείται πάνω στις κοφτερές γωνίες του post-punk που λειτουργούν σαν σκελετός σχεδόν σε κάθε κομμάτι τους. Από το πρώτο όμως λεπτό του "Forced Position" γίνεται ξεκάθαρο ότι κάτι έχει αλλάξει. Ο Evan Cartwright μοιάζει να παίζει νευρικά δύο βήματα μπροστά από όλους τους υπόλοιπους, το μπάσο του Ben Stidworthy σπρώχνει τα τραγούδια προς τα εμπρός με μια υπόγεια ένταση, ενώ οι κιθάρες του Tim Darcy πνίγονται σε distortion και reverb, λαμπυρίζοντας και καίγοντας ταυτόχρονα. Είναι σχεδόν σοκαριστικό το πόσο γεμάτοι ενέργεια ακούγονται εδώ οι Cola, και το σημαντικότερο είναι πως αυτή η ορμή δεν χάνεται ούτε στιγμή μέσα στον δίσκο.
Σε κομμάτια όπως το "Forced Position", οι παλιές κοφτές, σχεδόν μηχανικές post-punk επιθέσεις δίνουν τη θέση τους σε delays βγαλμένα από τα 80s και αιωρούμενες συγχορδίες που απλώνονται στον χώρο. Όχι πιο δυνατές, αλλά μεγαλύτερες σε υφή. Ένα είδος ηχητικού μαξιμαλισμού που δεν βασίζεται στην ένταση αλλά στη λεπτομέρεια και στην αίσθηση ότι η μουσική ανοίγει προς τα έξω, αποκτώντας όγκο και σώμα χωρίς να χάνει την αγχωμένη της ενέργεια.
Η μηχανή αρχίζει πραγματικά να στοιχειώνει το δωμάτιο στο "Hedgesitting". Τα σχεδόν μετρονομικά drums του Cartwright δημιουργούν μια υπνωτική ένταση ανάμεσα στην κίνηση και την παράλυση. Σαν το ηχητικό αποτύπωμα ενός ανθρώπου που προσπαθεί να κρατήσει το μυαλό του ακίνητο ενώ η πόλη συνεχίζει να περνά από πάνω του σαν ατελείωτη κυλιόμενη ταινία φωτός και θορύβου. Εδώ οι Cola παύουν να ακούγονται σαν μια ακόμη post-punk μπάντα που ανακυκλώνει παλιές σκιές. Ο ήχος τους αποκτά κάτι πιο φασματικό, σαν μνήμη που επιμένει να επιστρέφει μέσα από ξεθωριασμένες κασέτες και μισοσβησμένα neon. Πιο σίγουροι πλέον, αφήνουν τις μελωδίες και τις ενορχηστρώσεις να ανοίξουν, να διαρρεύσουν και τελικά να χαθούν μέσα σε πιο περίπλοκες και πειραματικές διαδρομές, σαν να ψάχνουν κάτι που υπήρξε κάποτε αλλά δεν μπορείς πια να αγγίξεις ολοκληρωτικά.
Στιχουργικά, ο Tim Darcy παραμένει μάστορας αυτού του αποστασιοποιημένου βλέμματος που κάνει τα πιο ασήμαντα πράγματα να μοιάζουν υπαρξιακά. Οι ουρές στα ταμεία, ο θόρυβος της πόλης, η ήσυχη εξάντληση της καθημερινής επιβίωσης μετατρέπονται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Όταν στο "Pulling Heat" τραγουδά για έναν κόσμο που "καίγεται", δεν το κάνει με κραυγές ή θεατρικότητα. Το λέει σχεδόν ψυχρά, σαν μια ήρεμη διαπίστωση ειπωμένη από απόσταση. Κι αυτή ακριβώς η απόσταση κάνει τα πάντα να ακούγονται ακόμα πιο μοναχικά.
Το "Conflagration Mindset" λειτουργεί σαν η συναισθηματική καρδιά του δίσκου. Εκεί όπου όλα παύουν να είναι αφηρημένες ιδέες και αποκτούν πραγματικό βάρος. Ο τίτλος Cost of Living Adjustment σταματά να μοιάζει μεταφορά όταν συνειδητοποιείς ότι ο Darcy έχασε το σπίτι του στις φωτιές του Λος Άντζελες την περασμένη χρονιά. Από εκείνο το σημείο και μετά, ο δίσκος γράφεται κυριολεκτικά μέσα από την καταστροφή. Και όταν αναρωτιέται “Is there some way to save the records?”, η φράση χτυπά σχεδόν βίαια. Γιατί οι "δίσκοι" δεν είναι μόνο αντικείμενα. Είναι μνήμη, ταυτότητα, απόδειξη ότι μια ζωή συνέβη πραγματικά έτσι όπως τη θυμάσαι. Εκεί βρίσκεται και μια μικρή δύναμη του άλμπουμ.
Αυτό που κάνει τελικά το Cost of Living Adjustment να μοιάζει με σημείο καμπής δεν είναι ότι οι Cola εγκατέλειψαν την ταυτότητά τους. Είναι ότι άφησαν τα φαντάσματά της να διαρρεύσουν προς τα έξω. Σαν να άνοιξαν ρωγμές μέσα στον ίδιο τους τον ήχο και να επέτρεψαν στις παλιές εμμονές, στις αστικές νευρώσεις και στις ξεχασμένες μελαγχολίες να επιστρέψουν μεταμορφωμένες. Μέσα από αυτή τη διάλυση των ορίων τους, οι Cola δεν ακούγονται απλώς πιο τολμηροί. Ακούγονται σαν μπάντα που περπατά μέσα στα ερείπια του δικού της παρελθόντος ψάχνοντας κάτι ακόμα ζωντανό κάτω από τη σκόνη. Και κάπως έτσι έφτιαξαν τον πιο ανοιχτό, ανήσυχο και στοιχειωτικά όμορφο δίσκο της πορείας τους μέχρι σήμερα.






