Υπάρχει κάτι ειλικρινές στους Remade που δεν μπορείς να το αγνοήσεις. Το ακούς και λες «ΟΚ, αυτοί δεν προσποιούνται». Και ταυτόχρονα, κάπου εκεί αρχίζει και το πρόβλημα. Γιατί η ειλικρίνεια από μόνη της δεν αρκεί πάντα για να γίνει "ταυτότητα". Το νέο τους, δεύτερο, άλμπουμ πατάει γερά στο ρεύμα της ηλεκτρικής indie rock, με μια διάθεση εξωστρέφειας που μοιάζει σχεδόν με δήλωση: «είμαστε εδώ, και παίζουμε πιο δυνατά από πριν». Οι κιθάρες απλώνονται, γεμίζουν τον χώρο, χτίζουν έναν ήχο που σε πρώτο επίπεδο λειτουργεί σωστά, αν και στο σύνολο της η παραγωγή του άλμπουμ έχει αφήσει πολύ πίσω τον ρυθμό των τυμπάνων, που σε σημεία μοιάζει σαν να χαροπαλεύει για να φτάσει (σε στάθμες) τους υπόλοιπους, ακόμα και το μπάσο που υποτίθεται πως μαζί χτίζουν την σπονδυλική στήλη της μουσικής. Γιατί, ενώ τα τραγούδια έχουν μια διακριτική γοητεία που τα κάνει να ξεχωρίζουν ως συνθέσεις, οι Remade διαλέγουν συνειδητά τον "αέρα" αντί για τη "γροθιά": τα τραγούδια έχουν μελωδικά hooks που θα μπορούσαν να σε τραβήξουν πιο κοντά, αλλά η παραγωγή δεν τα σπρώχνει μπροστά, αφήνοντάς τα να αιωρούνται μέσα σε ένα απλωμένο φάσμα συχνοτήτων χωρίς αρκετή "σύγκρουση" και ένταση. Το mid-range δεν πιέζει, οι κιθάρες δεν κόβουν, οι φωνές κάθονται λίγο πιο πίσω και το συνολικό δέσιμο αποφεύγει εκείνο το compression που θα έδινε σώμα και επείγον χαρακτήρα. Έτσι, το αποτέλεσμα είναι καθαρό και κομψό, αλλά όχι άμεσο (τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά) και μοιάζει σαν μια πολύ καλή πρόβα που δεν κατέληξε να γίνει ποτέ live σε ιδρωμένο υπόγειο: όμορφο, αλλά χωρίς το βάρος που θα το έκανε να σε ακολουθεί μετά το τέλος.
Το άλμπουμ ξεκινάει με το "Bubble", και ήδη από το πρώτο τραγούδι φαίνεται ξεκάθαρα εκείνη η γραμμή που ξεκινάει από την Creation Records και το βρετανικό indie των 90s και περνάει διακριτικά μέσα από γνώριμες σκιές, χωρίς να μένει ποτέ εκεί. Το εναρκτήριο κομμάτι κουβαλά τη στιβαρότητα της βρετανικής ροκ, αλλά την περνά μέσα από ένα φίλτρο πιο παλιό, σχεδόν αναλογικό, όπου η κιθάρα και η μελωδία γέρνουν προς μια 60s αισθητική, με ένα groove που δεν βιάζεται, αλλά κυλά με αυτοπεποίθηση και διακριτική νοσταλγία. Το πιο στιβαρό "In A Life Of A Dream" που ακολουθεί χτίζεται πάνω σε μελωδίες που κουβαλούν την ίδια αίσθηση μιας 90s εποχής, αλλά εδώ τις ντύνει με μια πιο γήινη, σχεδόν τραχιά υφή· κάπου εκεί η μπάντα ακουμπά διακριτικά και στην εγχώρια ανεξάρτητη σκηνή της ίδιας περιόδου, με συγγένειες που ανιχνεύονται εύκολα, αλλά προς τιμήν τους δεν λειτουργούν ως ευθείες αναφορές, παρά ως μια φυσική, οργανική συνέχεια.
Μετά την μπητλική λάμψη του "Abbey Road", έρχεται το "Broken", ένα κομμάτι που κυριολεκτικά τιμά τον πιο παλιό ήχο της Postcard Records, στο οποίο ακούμε ένα από τα πιο όμορφα και ιδιαίτερα ρεφρέν που έχουν γραφτεί σε αγγλόφωνο ελληνικό σχήμα τα τελευταία χρόνια. Ένα ξεχωριστό τραγούδι, από εκείνα τα σπάνια σημεία όπου μια ελληνική αγγλόφωνη μπάντα πετυχαίνει κάτι πραγματικά δικό της, μελωδικά καθαρό και συναισθηματικά ακριβές, χωρίς να φωνάζει για προσοχή αλλά τελικά την κερδίζει. Και μετα, το "Under My Skin" που κλείνει την Α' πλευρά, μοιάζει να έχει όλα τα συστατικά ενός διαχρονικού indie χιτ, μόνο που δείχνει ελαφρώς εκτοπισμένο από τη στιγμή του, σαν να ανήκει σε μια εποχή όπου τέτοιες μελωδίες θα έβρισκαν πιο εύκολα τον δρόμο τους προς το κοινό όταν ακόμα το ραδιόφωνο διαμόρφωνε συναισθήματα και όχι τα άπειρα απρόσωπα playlists.
Στον πυρήνα των Remade στέκονται ο Νίκος Παπαγεωργόπουλος και ο Γιάννης Παπαθεοδώρου, σαν δύο σταθερά σημεία μέσα σε έναν ήχο που διαρκώς μετακινείται. Γύρω τους, ο δίσκος πήρε μορφή με τη διακριτική καθοδήγηση του Άλεξ Μπόλπαση, που δεν έμεινε μόνο πίσω από την κονσόλα αλλά άφησε και το δικό του ίχνος στο μπάσο, ενώ τα τύμπανα του Μιχάλη Καπηλίδη κρατούν τον παλμό, αν και "αδικημένα" στο μιξ. Και κάπου μακριά, σχεδόν σαν τελικό στάδιο μιας διαδρομής, ο ήχος ταξιδεύει μέχρι το Nashville, όπου στα Infrasonic Sound Studios ο Nick Townsend του δίνει την τελευταία του ανάσα, σφραγίζοντας αυτό που ξεκίνησε σαν ιδέα και κατέληξε σε κάτι που πλέον αιωρείται ολοκληρωμένο. Ωστόσο, παρά τις όποιες τεχνικές ενστάσεις, οι Remade γράφουν όμορφα τραγούδια, αν καταφέρουν να δαμάσουν τον ήχο τους και τον φέρουν (λίγο) πιο κοντά τους, πιο σφιχτό, πιο δικό τους, τότε ίσως το επόμενο βήμα να μην είναι απλώς καλό, αλλά αναγκαίο.






