Arlo Parks

Η τρίτη δισκογραφική δουλειά της Arlo Parks, Ambiguous Desire, μοιάζει με στροφή σε έναν χώρο όπου η εσωτερικότητα δοκιμάζεται μέσα σε εξωτερικό θόρυβο. Αν τα Collapsed in Sunbeams (01/2021, Mercury Prize) και My Soft Machine (05/2023) την καθιέρωσαν ως μία από τις πιο ειλικρινείς φωνές της σύγχρονης βρετανικής pop/indie σκηνής, εδώ η Parks προσπαθεί κάτι πιο σύνθετο: να μεταφέρει αυτή την ειλικρίνεια στο dancefloor.

Η περίοδος που πέρασε στη Νέα Υόρκη, ανάμεσα σε μέρη όπως τα Nowadays και BASEMENT, λειτουργεί όχι μόνο ως αισθητικό πλαίσιο αλλά και ως δομικός άξονας του άλμπουμ. Η παραγωγή, σε συνεργασία με τον Baird, χρησιμοποιεί breakbeats, UK garage μοτίβα και υποδόριες techno αναφορές, χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ τον εσωτερικό ρυθμό της Parks. Το αποτέλεσμα δεν είναι ένα "dance" άλμπουμ με την κλασική έννοια, αλλά μια ιδιαίτερη σύζευξη introspective pop με τη φυσική ένταση της νυχτερινής κουλτούρας.

Από το εναρκτήριο "Blue Disco", γίνεται σαφές ότι η Parks δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με εξάρσεις. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η κιθάρα αιωρείται διακριτικά και τα φωνητικά της λειτουργούν σαν εσωτερικός μονόλογος που διαχέεται στον χώρο. Η φράση «I always knew» επανέρχεται σχεδόν σαν μια ήρεμη παραδοχή πριν ξεκινήσει η συναισθηματική εξέλιξη του άλμπουμ. Το "Jetta" αλλάζει αμέσως τη δυναμική. Η σταδιακή του ανάπτυξη, από την υπνωτική εισαγωγή σε ένα πιο δυνατό 4/4 μοτίβο, αποτυπώνει τη μετάβαση από την αδράνεια στην ένταση, σαν τη βραδυνή στιγμή που αποφασίζεις να μείνεις έξω "λίγο παραπάνω", παρότι το σώμα "διαμαρτυρεται". Εκεί φαίνεται ότι η Parks χτίζει την ένταση μεθοδικά με τρόπο που οδηγεί σε κορύφωση, χωρίς να χάνει τη συναισθηματική της λεπτότητα που τη διακρίνει.

Στο "Get Go", ένα από τα πιο άμεσα κομμάτια του δίσκου, τα samples και οι σπασμένοι ρυθμοί αντλούν ξεκάθαρα από την αισθητική παραπέμπει άμεσα στην αισθητική της βρετανικής πειρατικής ραδιοφωνικής σκηνής, ενώ η αφήγηση παραμένει βαθιά προσωπική: η στιγμή που η απελευθέρωση από μια σχέση δεν βιώνεται ως λύτρωση αλλά ως αναγκαία απώλεια. Αυτή η αντίθεση, ανάμεσα στη ρυθμική ευφορία και τη συναισθηματική φθορά, αποτελεί βασικό μοτίβο σε όλο το άλμπουμ.

Η συνεργασία με τον βραβευμένο με Mercury Prize Sampha στο "Senses" είναι από τις πιο σημαντικές στιγμές του δίσκου. Δεν πρόκειται για διάλογο δύο φωνών που μοιράζονται την ίδια ευαισθησία. Η Parks παραδέχεται την αδυναμία της να βρει αγάπη για τον εαυτό της, και ο Sampha απαντά με μια σχεδόν φιλοσοφική ηρεμία. Η χημεία τους βασίζεται σε κοινή εύθραυστη υφή, μια σπάνια ισορροπία. Στο "Heaven", η επιρροή της εμπειρίας του club γίνεται πιο προφανής. Η δομή του κομματιού, με την απότομη μετάβαση από το χαλαρό ρεφρέν σε μια έντονη μπάσα κορύφωση, απεικονίζει τη σωματική εμπειρία της μουσικής στον χώρο. Ωστόσο, ακόμα και εκεί, η Parks κρατά απόσταση: περιγράφει τη στιγμή, χωρίς να χάνεται μέσα της.

Το "Beams" είναι ίσως το πιο γυμνό συναισθηματικά σημείο του άλμπουμ. Η αναφορά σε προσωπικές κρίσεις, ειπωμένη χωρίς δραματουργική υπερβολή, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της απλότητάς της. Είναι μια γραφή που καταγράφει, και αυτή η καταγραφή - εξομολόγηση την κάνει να αντέχει. Καθώς το άλμπουμ προχωρά, κομμάτια όπως το “Nightswimming” και το “2SIDED” ενισχύουν την αίσθηση ενός κόσμου που είναι ταυτόχρονα συγκεκριμένος και απροσπέλαστος. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, οι μικρές λεπτομέρειες, όπως ένας φίλος που πίνει μπύρα και κάποιος που κρατά τα παπούτσια του στο χέρι, δημιουργούν μια σχεδόν κινηματογραφική υφή, αλλά η ίδια η Parks παραμένει στο περιθώριο της αφήγησης. Είναι παρούσα, αλλά δεν αποκαλύπτεται πλήρως.

Αυτό είναι ίσως το βασικό χαρακτηριστικό του Ambiguous Desire: η ένταση ανάμεσα στην έκθεση και την εσωστρέφεια. Η Parks πλησιάζει έναν πιο εξωστρεφή ήχο, αλλά διατηρεί έναν έλεγχο που δεν της επιτρέπει να αφεθεί εντελώς. Σε αντίθεση με καλλιτέχνες που βυθίζονται ολοκληρωτικά στην ενέργεια της dance μουσικής, εκείνη επιλέγει να την παρατηρήσει, να την αναλύσει και να την ενσωματώσει με μέτρο στη μουσική της. Το κλείσιμο με το "Floette" επαναφέρει την ισορροπία. Η ήρεμη φωνητική προσέγγιση της Parks λειτουργεί σαν αποσυμπίεση, μετά από έναν δίσκο γεμάτο παλμούς και εσωτερικές εντάσεις, Η Parks δεν δίνει απαντήσεις, αλλά ανοίγει δρόμους κατανόησης.

Συνολικά, το Ambiguous Desire είναι ένα έργο που χρειάζεται χρόνο, συνεχόμενες ακροάσεις και προσοχή στις λεπτομέρειες. Η Arlo Parks δεν αλλάζει, εξελίσσεται, και σε κάθε της στροφή η δύναμή της λάμπει στην μαεστρία με την οποία αιχμαλωτίζει τις πιο ασαφείς μορφές επιθυμίας.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured