Έχοντας συμπληρώσει είκοσι χρόνια στην πιάτσα, οι White Denim είναι ένα σταθερά ευρηματικό συγκρότημα. Με έδρα το Ώστιν του Τέξας για μεγάλο μέρος αυτής της περιόδου — αν και ο frontman James Petralli έχει έκτοτε μετακομίσει στο Λος Άντζελες — το συγκρότημα γρήγορα έχτισε τη φήμη του για τις συναρπαστικές ζωντανές εμφανίσεις και τον περιπετειώδη πειραματισμό του με ένα μείγμα ψυχεδελικού rock, soul, country και jazz fusion. Το ντεμπούτο τους άλμπουμ Workout Holiday (2008) τους καθιέρωσε ως αουτσάιντερ που αψηφούν τα διάφορα είδη, ενώ μεταγενέστερες κυκλοφορίες όπως το Corsicana Lemonade του 2013 παρουσίασαν μια πιο κατασταλαγμένη αλλά όχι λιγότερο τολμηρή προσέγγιση.
Ωστόσο το νέο τους άλμπουμ, που είναι ακριβώς το δέκατο τρίτο στη δισκογραφία τους (επίσης 13 Αυγούστου είναι και τα γενέθλια του Petralli), ακούγεται περισσότερο σαν μια σύνοψη των προηγούμενων ηχογραφήσεών τους∙ σαν ένα απόσταγμα από τα πιο εκλεκτά συστατικά και τις καλύτερες ιδέες τους.
Στην καρδιά του οράματος του συγκροτήματος βρίσκεται πάντα ο Petralli, του οποίου η χαρακτηριστική φωνή, η κοφτερή κιθαριστική δουλειά και η ευρηματική σύνθεση τραγουδιών βασίζουν τον ήχο των White Denim. Η δυναμική του παρουσία — τόσο στο στούντιο όσο και στη σκηνή — τον έχει καταστήσει έναν από τους πιο συναρπαστικούς frontman της σύγχρονης μουσικής σκηνής.
Οι White Denim έχουν παραβληθεί στο παρελθόν παράλληλα με ονόματα σαν τους Mercury Rev, τους Lambchop και τους Wilco. Το συγκρότημα πάντα αντλούσε επιρροές από ένα ευρύ φάσμα, αλλά εδώ αυτή η προσέγγιση προχωρά ακόμη περισσότερο. Είναι ένα πυκνό άλμπουμ που αντλεί έμπνευση από το ψυχεδελικό rock τη soul-funk και τη neo-country. Τα στυλ εναλλάσσονται γρήγορα καθώς τα κομμάτια διαδέχονται το ένα το άλλο, αλλά συνολικά δεν χάνουν τον προσανατολισμό τους.
Το “(God Created) Lock and Key” δίνει αυτόν τον τόνο νωρίς. Το τραγούδι ξεκινά με κοφτές κιθάρες για να γίνει στην πορεία πιο χαλαρό, σαν τζαμαρίσμα που έρχεται από τη Δυτική Ακτή. Θυμίζει κάπως τα πιο βατά του Frank Zappa των αρχών του ’70. To “Chew Nails” από την άλλη είναι ένα πιο στιβαρό μείγμα glam-rock και southern-rock, για να ακολουθήσει το “Only a Fool” όπου τα keyboards εκτρέπουν το κομμάτι προς την κατεύθυνση της soul-jazz. Το “Earth To” τεντώνει τα πράγματα με μια πιο αργή, πιο ψυχεδελική, ατμοσφαιρική προσέγγιση, αφήνοντας την ενορχήστρωση να παρασυρθεί λίγο. Αντίθετα το “Keep Calling Me (Baby)” ακολουθεί μια πιο σφιχτή country-blues μανιέρα που βασίζεται στην pedal-steel, στο μπάσο και τα ντραμς. Στο “Hired Hand #2 κινούνται ανάμεσα στο honky-tonk και στο νότιο boogie∙ στο “Ruby”, που διαθέτει την τραχύτητα του “Street Fighting Man” των Stones, παίζουν απλό, βασικό funk-rock των 70ς και δείχνουν να το ευχαριστιούνται με την ψυχή τους – ειδικά σε ό,τι αφορά τα δυνατά φωνητικά του James Petralli. Τα ντραμς και το μπάσο κρατούν το τραγούδι σφιχτό, ενώ τα πλήκτρα και τα κόρνα το γεμίζουν όσο χρειάζεται χωρίς να το υπερφορτώνουν. Δυνατά κόρνα χρωματίζουν το “Matchbook Baby”, που ο ήχος τους φέρνει και πάλι πιο κοντά στο southern-rock ή στη southern-soul.
Το "Drive Trucks", που κλείνει τον δίσκο, έχει μια δόση θεατρικότητας. Ενορχήστρωση με έγχορδα, επιβλητικό όργανο και από πάνω ο Petralli να αφηγείται ιστορίες από την προσωπική του ζωή. Οι στίχοι στα τραγούδια αναφέρονται γενικά σε θέματα όπως η εξουσία και η βία που ασκεί, η ενδοοικογενειακή κακοποίηση και η συσσωρευμένη ντροπή που υποκρύπτεται, ενώ παράλληλα δίνουν έμφαση στη σημασία της προσωπικής έκφρασης και της δημιουργικής ελευθερίας.
Αυτό που ξεχωρίζει στο 13 είναι η αίσθηση συνεργασίας. Ακόμα και με τον James Petralli να έχει αναλάβει μεγάλο μέρος της σύνθεσης και της ενορχήστρωσης, οι συνεισφορές των υπόλοιπων μελών που επιστρέφουν (Steve Terebecki – μπάσο, Michael Hunter – πλήκτρα, Cat Clemons – κιθάρα, Matt Young – τύμπανα), είναι ευδιάκριτες σε όλη τη διάρκεια του δίσκου. Υπάρχει η αίσθηση ότι αυτά τα τραγούδια διαμορφώθηκαν από πολλά χέρια, κάτι που συνδέεται με την εστίαση του άλμπουμ στιχουργικά στην κοινότητα και τη δημιουργική σύνδεση.
Το ότι δεν ξεχωρίζουν κάποια κομμάτια αισθητά από τα υπόλοιπα δεν είναι μειονέκτημα∙ τουλάχιστον για όσους έχουμε συνηθίσει να απολαμβάνουμε τα άλμπουμ ως ολοκληρωμένα έργα, από την αρχή ως το τέλος. Έχουμε απομείνει αρκετοί; Αυτό είναι ένα ερώτημα που θέτουν έμμεσα άλμπουμ όπως το 13.






